Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Περί μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων (Αγιορείτες Ιερομόναχοι και οι συνοδείες τους)

Περί μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων (Αγιορείτες Ιερομόναχοι και οι συνοδείες τους)


Τον τελευταίο καιρό γίνεται πολύ λόγος για το θέμα των μεταφράσεων των λειτουρ­γικών κειμένων της Εκκλησίας σε γλώσσα περισσότερο προσιτή στον σημερινό κόσμο. Στο μικρό αυτό άρθρο εξετάζεται κατά πό­σον μια ενδεχόμενη μετάφραση των λειτουρ­γικών κειμένων θα βοηθήση ή θα βλάψη, και αν επομένως είναι σκόπιμη ή και θεμιτή η προσπάθεια αυτή.

Ακούγεται συχνά η άποψη ότι οι σημε­ρινοί νέοι αδυνατούν να συμμετάσχουν στη λατρεία της Εκκλησίας μας και αιτία είναι η λειτουργική γλώσσα. Δεν υπάρχει βέβαια καμμία αμφιβολία ότι οι σημερινοί νέοι, δε­χόμενοι τη σύγχρονη «εκπαίδευση της αμά­θειας», είναι γλωσσικά υπανάπτυκτοι και αποκομμένοι από τις ιστορικές ρίζες τους. Χωρίς να εξετάζουμε εδώ τα αίτια της θλιβερής αυτής πραγματικότητας, συμφωνούμε κατ’ αρχήν ότι θα πρέπη να τους βοηθή­σουμε όσο μπορούμε, ώστε να κατανοούν και αυτοί τα λειτουργικά κείμενα και να συμμετέχουν στην θεία Λατρεία.

Θεωρούμε όμως ότι είναι μεγάλο λάθος η "λύση" της μεταγλωττίσεως των ιερών κειμένων. Διότι, όπως έχει αποδειχθή, «η όποια μετάφραση θα προδώση δραματικά τη νοηματική εμβέλεια του πρωτοτύπου και θα δυσχεράνη σε μεγάλο βαθμό την δια­νοητική κατανόησή της αντί να την διευκολύνη». Οι λόγοι είναι πολλοί: Η δημο­τική υστερεί σε εκφραστικές δυνατότητες σε σχέση με τον αρχαίο ελληνικό λόγο. Αδυ­νατεί επίσης να αποδώση με την ίδια νοη­ματική πυκνότητα τις μετοχές και τα απα­ρέμφατα όπως και τις λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις των εμπρόθετων προσδιορισμών (Βλ. Φώτης Σχοινάς, Λειτουργική Γλώσσα, σελ. 43-5).

Το κυριώτερο όμως είναι η απόδοση των δογματικών εκφράσεων. Πώς είναι δυνατόν να μεταφραστούν οι όροι ουσία, φύση, υπό­σταση, πρόσωπον, ενέργεια κλπ. χωρίς τον κίνδυνο της αιρετικής αποκλίσεως; Οι άγι­οι Πατέρες, που υπέστησαν διωγμούς και μαρτύρια για να κρατήσουν ανόθευτη την πίστη, διατύπωσαν τους όρους αυτούς με θείο φωτισμό. Και θα προσπαθήσουμε εμείς να επαναδιατυπώσουμε την πίστη με άλλους όρους πιο "σύγχρονους"; Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης επισημαίνει τον κίνδυνο της γλωσσικής αλλαγής στους δογματικούς ό­ρους: «Επί του θείου δόγματος ουκέτι ομοί­ως ακίνδυνος ή διάφορος χρήσις των ονομά­των. Ου γαρ μικρόν ενταύθα το παρά μι­κρόν» (ΡG 45, 120C). Δεν είναι δύσκολο να φαντασθούμε πόσες αιρέσεις μπορούν να παρεισφρύσουν μέσα στα πλήρως μεταφρα­σμένα λειτουργικά κείμενα, τις οποίες κα­νείς δεν θα είναι εύκολο να αντιληφθή. Ο απλός πιστός μάλιστα, δεν θα είναι πλέον σε θέση να διακρίνη ανάμεσα σε έναν με­ταφρασμένο ύμνο του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, σε έναν νεοσύνθετο (διότι θα υπάρξουν και τέτοιοι), και στα προτεσταν­τικά τραγούδια (που κυκλοφορούν ανωνύμως).

Αν, πάλι, πρόκειται να αφήσουμε τους θεολογικούς όρους ανέπαφους (όπως δια­τείνονται κάποιοι συντηρητικότεροι), το αποτέλεσμα της επεμβάσεως θα είναι ο ψι­λός κλιτικός εκδημοτικισμός τους και η συ­ντακτική απλοποίηση της προτάσεως. Δηλα­δή, χωρίς να βοηθούμε ουσιαστικά στην κα­τανόηση του κειμένου, εξοστρακίζουμε από τη λειτουργική χρήση την αποστολική και πατερική γλώσσα, με όλες τις βαρύτατες συ­νέπειες που αυτό συνεπάγεται.

Αντί, λοιπόν, να προσπαθούμε να "δι­ευκολύνουμε" τους νέους, κατεβάζοντας το υψηλό γλωσσικό επίπεδο της Λατρείας, είναι προτιμότερο να τους βοηθήσουμε ώστε με ελάχιστο κόπο να μπορούν να κατανοούν τη γλώσσα του πρωτοτύπου, αναβαθμίζο­ντας έτσι και το γλωσσικό τους επίπεδο. Όσοι αισθάνονται δυσκολία στη γλωσσική κατανόηση της Θείας Λειτουργίας -η οποία θεωρείται και είναι το κέντρο της ζωής μας- ας αφιερώσουν λίγο χρόνο ιδιωτικά στη με­λέτη της, δηλαδή τη μετάφραση και ερμη­νεία της, και ας παραμείνη η τέλεσή της στους Ναούς ως έχει, στην παραδεδομένη γλωσσική μορφή.

Το Ελληνόπουλο, πέρα από τη γνώση της νεοελληνικής, θα πρέπη να εξοικειωθή στην κατανόηση (όχι βέβαια στην πλήρη εκμάθηση) και παλαιοτέρων μορφών της ενιαίας ελληνικής γλώσσας. Είναι απαράδε­κτο, να μην είναι σε θέση να κατανοήση, και ως εκ τούτου να αποστρέφεται, το Ευαγγέ­λιο, τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, τον Παπαδιαμάντη, κλπ. Τούτο πρέπει να μας προβληματίζη όλους, και να αποτελή μέρι­μνα της πολιτείας αλλά και της Εκκλησίας.

Εδώ θα θέλαμε να επισημάνουμε πολύ επιγραμματικά: α) ότι η λειτουργική γλώσ­σα δεν είναι η καθ’ αυτό αρχαία ελληνική γλώσσα αλλά απλούστερη μορφή της, πλη­σιέστερη στη νεοελληνική, και β) ότι για την κατανόησή της δεν χρειάζονται σπουδές φιλολογίας. Αρκεί ο συχνός εκκλησιασμός με λίγο ενδιαφέρον και προσοχή. Η συ­νεχώς επαναλαμβανόμενη μορφή της, μά­λιστα, είναι ένα επιπλέον στοιχείο που δι­ευκολύνει την κατανόησή της.

Η εξοικείωση με τη λειτουργική γλώσ­σα (όπως και με κάθε αντικείμενο μαθήσε­ως) απαιτεί τη συνεχή τριβή με αυτήν. Όπως έχει λεχθή πολύ σωστά, ο αραιός εκκλη­σιασμός δεν οφείλεται στο "ακατανόητον" της λειτουργικής γλώσσας, αλλά αντίστρο­φα: δεν κατανοούμε τη λειτουργική γλώσ­σα επειδή δεν εκκλησιαζόμαστε. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια, και μάταια προσπαθούμε να θεραπεύσουμε ένα κακό με λανθασμένη διάγνωση και με ακόμη πιο λανθασμένη θε­ραπεία. Θα ελκύσουμε τους εκτός Εκκλησίας νέους, όταν τους πλησιάσουμε με πραγ­ματική αγάπη, και όχι όταν αλλοιώσουμε την γλώσσα της θείας Λατρείας. Κάτι τέ­τοιο προσπάθησε να κάνη και η Αγγλικα­νική εκκλησία και πέτυχε ακριβώς το αντί­θετο (Βλ. Γέροντος Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν, σελ. 375).

Όσο γιά τους εκκλησιαζόμενους πιστούς, αρκεί το εμπνευσμένο κήρυγμα του Ιερέως στην θεία Λειτουργία. Διότι όταν ο άνθρω­πος πιστεύει και έχει ζήλο και καλή διάθε­ση, ακόμη και αγράμματος να είναι, ο Θεός θα τον φωτίση και θα τον οδηγήση στην βίωση της θείας Λατρείας, κάτι πολύ ανώτερο από την απλή κατανόησή της. Οι παπ­πούδες μας -άνθρωποι κατά κανόνα ολι­γογράμματοι- ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκαν για την λειτουργική γλώσσα. Αισθάνονταν μάλιστα ως ζωτική ανάγκη τον συχνό εκκλη­σιασμό. Τί ήταν αυτό που τους τραβούσε στην Εκκλησία, εφ’ όσον δεν "καταλάβαιναν" τα περισσότερα από τα εκεί λεγόμενα;

Αξίζει να προσέξη κανείς το Κολλυβαδικό κίνημα, που ουσιαστικά υπήρξε ένα κίνημα πνευματικής και λειτουργικής ανα­γεννήσεως. Η εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν, γλωσσικά τουλάχιστον, σε χειρότερη κατάσταση από τη σημερινή, αφού ο χρι­στιανικός λαός ήταν τελείως απαίδευτος. Οι Κολλυβάδες Πατέρες όμως, που εργά­στηκαν σε τόσο αντίξοες συνθήκες, ποτέ δεν έθεσαν θέμα απλοποιήσεως της λειτουρ­γικής γλώσσας. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιο­ρείτης, μέγας Πατήρ της Εκκλησίας και δι­δάσκαλος του Γένους, αν και μετέφρασε αγί­ους Πατέρες, ποτέ δεν μετέφρασε λειτουρ­γικά κείμενα- μόνο τα ερμήνευσε. Ανάλο­γη υπήρξε και η δράση όλων των Κολλυβάδων Πατέρων και του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, ο οποίος επέμενε τόσο πολύ στην ίδρυση σχολείων.

Το φωτεινό παράδειγμα των αγίων Πα­τέρων μας καθοδηγεί απλανώς στο σκοτά­δι της σημερινής εποχής, όπου τα πάντα κρίνονται και κοσκινίζονται από την τε­τράγωνη λογική του μεταπτωτικού ανθρώ­που. Μας διδάσκει ότι, η κατανόηση των λειτουργικών κειμένων δεν είναι ζήτημα γλωσσικής απλοποιήσεως, αλλά ερμηνευτι­κής εμβαθύνσεως, συνειδητής ευλάβειας και θείου φωτισμού.

* * *


Οι σύγχρονοι Έλληνες είμαστε φορείς μακραίωνης παραδόσεως και έχουμε με­γάλη ευθύνη να την διατηρήσουμε. Και μό­νο για την γλώσσα μας, θα πρέπη να θεω­ρούμε το γεγονός ότι γεννηθήκαμε Έλληνες ως μία μεγάλη δωρεά του Θεού, και αυτό δεν αποτελεί καθόλου σωβινισμό. Απλώς αναγνωρίζουμε τις θείες δωρεές και συνει­δητοποιούμε την ευθύνη μας. Δεν είναι κα­θόλου τυχαίο, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ότι το Ευαγγέλιο γράφτηκε στην Ελληνική γλώσσα. Γράφει σχετικά ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: «Υπήρχε τόσο λίγη "συμπτωματικότητα" στην "εκλογή" της ελλη­νικής γλώσσας όση υπήρχε στο γεγονός ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν (Ιωάν. δ', 22)... Η Εκκλησία στον καθορισμό των δογμάτων εξέφρασε την αποκάλυψη με τη γλώσσα της ελληνικής φιλοσοφίας» (Δημιουργία και Απολύτρωση, σ. 35-6). Είναι φανερό ότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Εκκλησία μας επί τόσους αιώνες στην Λα­τρεία είναι η καλύτερη για να αποδώση τα λειτουργικά κείμενα, λόγω της ιεροπρεπείας, της ακριβείας και της λογικότητός της (θέματα που η ανάλυσή τους ξεφεύγει από τα όρια του μικρού αυτού άρθρου).

Οι μεταφράσεις στις ξένες γλώσσες είναι απαραίτητο φυσικά να γίνουν, παρόλη την αναπόφευκτη φθορά και πτώχευση που επέρχεται. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, ο μεταφραστής θα πρέπη να μην αρκήται στην κατά το δυνατόν τελειότερη ανθρώ­πινη γνώση, αλλά να εμφορήται από το ίδιο Αγιο Πνεύμα που είχαν οι Πατέρες οι οποίοι συνέγραψαν τις θείες Λειτουργίες, ώστε να μην αδικήση το κείμενο και τους πιστούς. Όσο για την μεταγλώττιση στη νέα ελλη­νική (που σημειωτέον είναι πολύ πλησιέ­στερη στη λειτουργική γλώσσα απ' ό,τι οι σλαβικές γλώσσες στα αρχαία σλαβονικά), θεωρούμε ότι είναι όχι μόνο περιττή αλλά και πολύ επιζήμια.

Έχει αποδειχθή ότι οι Πατέρες του Δ' αιώνος, οι οποίοι και συνέγραψαν τις ιερές Λειτουργίες που τελούμε μέχρι σήμερα, δεν χρησιμοποίησαν τη δημώδη γλώσσα του καιρού τους αλλά επέλεξαν συνειδητά, τό­σο για την κηρυγματική όσο και (πολύ πε­ρισσότερο) για τη λειτουργική γλώσσα, την αρχαιότροπη γλωσσική έκφραση. Ο λόγος, για τον οποίο οι άγιοι Πατέρες έκαναν αυτή την επιλογή, δεν ήταν τόσο η ανωτερότη­τα της γλωσσικής αυτής εκφράσεως (διότι και η τότε ομιλούμενη δεν είχε χάσει όπως η νεοελληνική το απαρέμφατο και τη με­τοχή, και συνεπώς διατηρούσε την ακρί­βεια, λιτότητα και σαφήνειά της). Πιστεύ­ουμε πως ο κυριώτερος λόγος είναι ότι ήθε­λαν να προσδώσουν μια ιεροπρέπεια στα λειτουργικά κείμενα με έναν γλωσσικό τύ­πο που δεν εχρησιμοποιείτο για τις υποθέ­σεις της απλής καθημερινότητας. Και αυτό είναι κάτι που θα πρέπη να λάβουν σοβαρά υπ' όψιν τους οι σημερινοί οπαδοί της μεταγλωττίσεως, αν δεν θέλουν να δημιουρ­γούν ανεπιθύμητους συνειρμούς στους πι­στούς, και να τους προξενούν διάσπαση και ευθυμία μέσα στον ιερό Ναό! Κατά την έκφραση του Γέροντος Σωφρονίου, θα γεννώνται «εν τη ψυχή και τω νοϊ των πα­ρευρισκομένων αντιδράσεις κατωτέρου επι­πέδου» (Οψόμεθα τον Θεόν, σελ. 376).
* * *


Εάν η σημερινή τάση μεταγλωττίσεως και απλοποιήσεως των πάντων υπήρχε στα χρόνια των μεγάλων Πατέρων της Εκκλη­σίας, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε, από όσα προαναφέρθηκαν, ότι θα είχε καταδικασθή. Ο ιερός Χρυσόστομος ίσως θα επα­ναλάμβανε: «Ουδέ σοφίας ανθρωπίνης δείται η θεία Γραφή προς την κατανόησιν των γεγραμμένων, αλλά της του Πνεύματος αποκαλύψεως» (ΡG 53, 175). Το άγιο Πνεύμα όμως δεν λείπει ποτέ από την Εκκλησία του Χριστού. Έτσι, και οι σύγχρονοι θεοφόροι Πατέρες και φωτισμένοι Γέροντες έχουν εκφρασθή ήδη για το θέμα αυτό.

Ο μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος, στο γνωστό κεφάλαιο «Περί της λειτουργικής γλώσσης» του βιβλίου του Οψόμεθα τον Θεόν, αναιρεί με κατηγορηματικό τρόπο τους «άτοπους ισχυρισμούς περί του δήθεν ακατανοήτου» της λειτουργικής ελληνικής γλώσσας, και καλεί να μείνουμε πιστοί σ’ αυτήν. Λέγει μεταξύ άλλων ο Ρώσος(!) αυτός Πατήρ: «Η Λειτουργία, ως το κορυφαίον μέσον αναφοράς του ανθρώπου προς τον Θεόν, είναι φυσικόν να έχη ως εκφραστικόν όργανον την κατά το δυνατόν τελειοτέραν γλώσσαν (ενν. την αρχαία ελληνική)... Η επί τοσούτον χρόνον χρησιμοποιηθείσα και καθαγιασθείσα γλώσσα της θείας Λει­τουργίας... είναι αδύνατον να αντικατασταθή άνευ ουσιώδους βλάβης αυτής ταύ­της της λατρείας».

Ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ήταν και αυτός σαφώς αντίθετος με τη σημερινή "λειτουργική αναγέννηση". Έλεγε ότι με τις μεταφράσεις των λειτουργικών κειμέ­νων θα αποκοπή ο λαός μας από τη γλώσ­σα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, και ότι είναι αδύνατον να αποδοθούν πλή­ρως οι όροι και οι έννοιες των κειμένων αυτών στη δημοτική, πολύ περισσότερο από μη άγιους. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι, όταν το 1982 επρόκειτο να κυκλοφορήση το βιβλίο του Ιερομονάχου Γρηγορίου Η Θεία Λειτουργία, Σχόλια, ο Γέροντας δεν επέ­τρεψε να τυπωθή παράλληλα και η ετοι­μασμένη μετάφραση της θείας Λειτουργίας, ως απλό ερμηνευτικό βοήθημα, διότι αυτή, έλεγε, «μπορεί κάποτε να χρησιμοποιηθή ως αφορμή για μεταφράσεις στα λειτουρ­γικά κείμενα»! Τί θα έλεγε άραγε αν ζούσε σήμερα;

Ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος, ενώ ήταν τελειόφοιτος μόλις Α' Δημοτικού, χά­ρη στον ζήλο και την αγάπη του για τα λει­τουργικά κείμενα, έμαθε ανάγνωση και θεο­λογία από την Αγία Γραφή (της οποίας πολλά κεφάλαια είχε αποστηθίσει), την Πα­ρακλητική και τα Μηναία. Έφτασε να γίνη δοχείο της χάριτος του Θεού, και να ξεπεράση στη σοφία πολλούς θεολόγους και επιστήμονες. Συνιστούσε την προσεκτική και διαρκή μελέτη των αγιογραφικών και υμνολογικών κειμένων, την χρήση του λε­ξικού και τη σύγκριση με άλλα τροπάρια, για την ανεύρεση της έννοιας μιας άγνωστης λέξης. Και βέβαια, παρ’ όλη την ευρύ­τητα του πνεύματός του, ποτέ δεν μίλησε για ανάγκη μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων.

Πολύ σωστά έχει παρατηρηθή ότι «η λει­τουργική αναγέννηση είναι απότοκος της πνευματικής αναγεννήσεως του πιστού και καθόλου υπόθεση Συνεδρίων, Σεμιναρίων και Επιτροπών. Τελεσιουργείται στο ένδον της καρδίας του πιστού κατόπιν πνευματι­κού μόχθου και εσωτερικών στεναγμών, συνεπικουρούσης βεβαίως απαραιτήτως και της θείας Χάριτος». Στην θεία Λειτουργία «"κατανοούμε", με την πατερική σημασιο­λογική εκδοχή της λέξεως, τόσο όσο μας επιτρέπει η καθόλου πνευματική κατάστα­σή μας. Επομένως το καιρίως ζητούμενο για τη λειτουργική αναγέννηση είναι η δια της μετανοίας και τηρήσεως των εντολών του Χριστού προσωπική μας αναγέννηση» (Σχοινάς, ένθ' αν., σ. 47 και 110). Και η ποιμαντική προσπάθεια της Εκκλησίας σε αυτή την αναγέννηση των πιστών θα πρέπη κυρίως να στοχεύη.
* * *

Συνοψίζοντας, θεωρούμε ότι το θέμα της μεταγλωττίσεως των κειμένων στην θεία Λατρεία είναι πολύ σοβαρό, διότι, εκτός από τη σύγχυση και την απώλεια της ιεροπρέπειας που προξενείται, θραύεται ορι­στικά η μακραίωνη συνέχεια της λειτουρ­γικής γλώσσας, με τεράστιες αρνητικές συ­νέπειες. Και είναι εντυπωσιακό ότι το όλο κίνημα "λειτουργικής αναγέννησης" δεν ξεκινά από τον απλό λαό (για χάρη του οποί­ου υποτίθεται ότι γίνεται), αλλά από κά­ποιους καθηγητές, ιερείς και επισκόπους. Μπορούν λοιπόν οι άνθρωποι αυτοί να στε­ρούν το δικαίωμα από το εκκλησίασμα να δοξολογήση, να ευχαριστήση και να ικετεύση τον Τριαδικό Θεό, με τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποίησαν όλοι οι θεοφόροι Πα­τέρες μας; Πολύ φοβούμαστε ότι θα οδηγήσουν με τον τρόπο αυτό σε διχασμό το εκκλησιαστικό πλήρωμα.

Ο απλός λαός στην πλειονότητά του δεν επιθυμεί τις μεταφράσεις, έστω και αν δεν είναι σε θέση να καταλάβη καλά τα λει­τουργικά κείμενα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εγκύκλιος της Αρχιεπισκοπής, που ώριζε να διαβάζεται το Ευαγγέλιο και με­ταφρασμένο στην θεία Λειτουργία, δεν στά­θηκε δυνατόν να εφαρμοσθή λόγω της αντι­δράσεως του κόσμου.


Ένα άλλο πρακτικό ζήτημα, στο οποίο ίσως δεν έχει δοθή η απαιτούμενη προσο­χή, είναι ότι, άπαξ και ανοίξη η θύρα για τις μεταφραστικές προσπάθειες, θα αρχίση αμέσως και ο ανταγωνισμός και διχασμός μεταξύ των επιδόξων μεταφραστών. Ήδη σε μία Μητρόπολη είναι γνωστό ότι κυ­κλοφορούν δύο μεταφράσεις της Θείας Λει­τουργίας, με πολλές και μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Αλλά ακόμη και μία μετά­φραση να επικρατούσε σε όλο τον ελληνικό χώρο -πράγμα αδύνατον-, μετά από παρέ­λευση μιας δεκαετίας περίπου θα εθεωρείτο πλέον ξεπερασμένη, σύμφωνα με τα κριτή­ρια των οπαδών της μεταγλώττισης, λόγω της εξέλιξης της γλώσσας. Και είναι απρό­βλεπτες όλες οι συνέπειες της απώλειας της καθιερωμένης λειτουργικής γλώσσας, την οποία θέλει να επιφέρη ο ου κατ’ επίγνωσιν μεταρρυθμιστικός ζήλος.

Με αφορμή την αναφορά των δύο ανω­τέρω μεταφράσεων της Θείας Λειτουργίας, αναφέρουμε με πολλή λύπη μας, ότι σ' αυτές (καθώς και σε άλλες μεταφράσεις λειτουρ­γικών και αγιογραφικών κειμένων της ίδιας Μητροπόλεως) υπάρχουν δυστυχώς πολλά και σοβαρότατα λάθη. Η υπόδειξή τους ξε­φεύγει από τα όρια του παρόντος άρθρου. Θεωρούμε όμως ότι το σοβαρότερο λάθος είναι αυτή η όλη τάση για μεταγλώττιση των ιερών κειμένων (διότι τα επί μέρους γραμματικά, συντακτικά, τυπογραφικά, πα­ρανοήσεως, ή και θεολογικά, λάθη μπορεί κάποτε να διορθωθούν).

Το θλιβερότερο όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι οι εν λόγω μεταφρά­σεις επιβάλλονται να τελούνται από τους Ιερείς της Μητροπόλεως. Και βέβαια δεν ρωτήθηκε καθόλου το πλήρωμα των πιστών. Δικαιολογημένα λοιπόν τίθεται το ερώτη­μα: Για ένα τόσο σοβαρό θέμα δεν θα έπρε­πε πρώτα να πάρη απόφαση η Εκκλησία συνοδικώς (αν όχι Πανορθόδοξη Σύνοδος, τουλάχιστον το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ή έστω η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος); Μπορεί ο καθένας που θεωρεί ακατανόητη και ξεπερασμένη τη λειτουρ­γική γλώσσα να συντάσση μία μετάφραση και να την εκδίδη; Οπωσδήποτε αυτό είναι θέμα που υπερβαίνει τα στενά όρια μιας Μητροπόλεως και αφορά όλους τους Ορθοδόξους Έλληνες.

Στην ιστορία της Ελλαδικής Εκκλησίας παρουσιάστηκαν ανάλογα φαινόμενα, το 1834 (όταν η Βιβλική Εταιρεία εξέδωσε την Αγία Γραφή σε μετάφραση του Νεοφύτου Βάμβα) και το 1901 (τα λεγόμενα Ευαγγε­λικά). Και στις δύο περιπτώσεις η Ιερά Σύ­νοδος απέρριψε τις μεταφράσεις. Η σχετική απόφαση πέρασε στο ελληνικό Σύν­ταγμα του 1911 (άρθρο 2, παραγρ. 2) και τροποποιήθηκε στην αναθεώρηση του Συ­ντάγματος το 1976 ως εξής: «Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επί­σημη μετάφραση σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της αυτο­κέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη» (άρθρο 3, παραγρ. 3). Τί περισσότερο χρειάζεται για να πεισθούν για την έλλειψη νομιμότητος όσοι προβαί­νουν σε αυθαίρετες μεταφράσεις (όχι μόνο της Αγίας Γραφής αλλά και της θείας Λει­τουργίας και των άλλων ιερών κειμένων), τις εκδίδουν και, το χειρότερο, τις επιβάλλουν;

Με πόνο ψυχής παρακαλούμε την Ιερά Σύνοδο να λάβη κάποια απόφαση που θα θέση τέρμα στην εκκλησιαστική αυτή αναρ­χία και θα πάρη μία ξεκάθαρη θέση στην ολοένα αυξανόμενη τάση μεταγλωττίσεως των λειτουργικών κειμένων. Ας αποσυρθή κάθε είδους μετάφραση από την θεία Λα­τρεία, και ας χρησιμοποιηθή μόνο ως ερμηνευτικό βοήθημα στο κήρυγμα και την κατήχη­ση. Η εγκατάλειψη της λειτουργικής γλώσ­σας, με την οποία προσευχήθηκαν όλοι οι άγιοι Πατέρες μας, στην θεία Λατρεία -όπου είναι η τελευταία περιοχή ζωντανής χρήσεώς της- θα σημάνη την οριστική αποκο­πή των συγχρόνων Ελλήνων από τις ρίζες της παραδόσεώς μας, με τεράστιες αρνητι­κές συνέπειες. Η ευθύνη όλων μας είναι με­γάλη.

Υπογράφουν οι κατωτέρω Αγιορείτες Ιερομόναχοι με τις συνοδείες τους:

Ιερομόναχος Γρηγόριος, Ιερόν Κελλίον Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Καρυές

Ιερομόναχος Αρσένιος, Ιερόν Κελλίον Γενεσίου της Θεοτόκου «Παναγούδα», Καρυές

Ιερομόναχος Ευθύμιος, Ιερά Καλύβη Αναστάσεως του Κυρίου, Καψάλα

από το Blog ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2010/03/blog-post_151.html#ixzz2ewi2a4xU

Ναυπάκτου Ιερόθεος : "μερικοί σύγχρονοι έχουν έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας και εκφράζουν μια θεολογία, η οποία έχει επηρεασθή από τον παπικό σχολαστικ .....

Ναυπάκτου Ιερόθεος : "μερικοί σύγχρονοι έχουν έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας και εκφράζουν μια θεολογία, η οποία έχει επηρεασθή από τον παπικό σχολαστικ

Ναυπάκτου Ιερόθεος : "μερικοί σύγχρονοι έχουν έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας και εκφράζουν μια θεολογία, η οποία έχει επηρεασθή από τον παπικό σχολαστικισμό και τον προτεσταντικό ηθικισμό, γι' αυτό και αυτοσχεδιάζουν αυθαίρετα μέσα στην Εκκλησία."


Τον τελευταίο καιρό επιτείνεται μια τάση που παρετηρείτο και παλαιότερα, δηλαδή επικρατεί μια «φρενίτις» μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων και μάλιστα των λειτουργικών ευχών με απρόβλεπτες συνέπειες.

Μια από τις συνέπειες, η χαρακτηριστικότερη, είναι να δημιουργούνται νέες ευχές της θείας Λειτουργίας, με την χρησιμοποίηση ομηρικών λέξεων. Δηλαδή, ενώ μερικές κινήσεις απλοποιούν τις ευχές στην λειτουργική γλώσσα, άλλες τις «εμπλουτίζουν» με ομηρικές λέξεις, πράγμα που δεν έκαναν οι Πατέρες της Εκκλησίας που γνώριζαν πολύ καλά και τον Όμηρο.

Θεωρώ ότι όλη αυτή η νοοτροπία πρέπει να αντιμετωπισθή από την Ιερά Σύνοδο, γιατί οι αυθαιρεσίες πρέπει να σταματήσουν. Στις ημέρες μας επιχειρείται αυτό που δεν γινόταν επί Τουρκοκρατίας, αν και τότε το μορφωτικό επίπεδο ήταν χαμηλό, ενώ σήμερα υψηλό.

Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που έχουν διατυπωθή από πολλούς εναντίον της μεταφράσεως των λειτουργικών ευχών, ακόμη και τότε που ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος προσπάθησε να εισαγάγη την παράλληλη ανάγνωση των βιβλικών κειμένων και στην δημοτική γλώσσα και όπως είναι γνωστόν ο ίδιος αντιλήφθηκε την ζημιά που γινόταν στην ενότητα της Εκκλησίας και επανέφερε τα πράγματα στα παραδεδομένα. Πόσον μάλλον θα προκαλέση ζημιά η νέα τάση το να αλλοιώνωνται τα κείμενα της θείας Λειτουργίας, των ιερών Μυστηρίων και άλλων λειτουργικών κειμένων και να εισάγεται η δημοτική γλώσσα όχι παράλληλα με το πρωτότυπο κείμενο, αλλά αποκλειστικά. Κινδυνεύουμε να δούμε σχίσματα μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας μας.

Παρακάμπτοντας πολλά επιχειρήματα κατά της εισαγωγής της δημοτικής γλώσσας στην

θεία Λατρεία που ήδη έχουν διατυπωθή, θα αρκεσθώ μόνον στο να τονίσω ότι μια τέτοια προσπάθεια συνιστά έλλειμμα αληθινής ορθόδοξης θεολογίας, για να μην εκφρασθώ πιο σκληρά. Δείχνει ότι δεν υπάρχει η στοιχειώδης ορθόδοξη θεολογία, η μάλλον με
τέτοιες ενέργειες εκφράζεται μια επιφανειακή ορθόδοξη θεολογία, που στηρίζεται στην πρακτική ωφελιμότητα. Η νοοτροπία αυτή ξεκινά από μια ποιμαντική ανάγκη, αλλ' όμως επιλέγεται η πιο εύκολη λύση. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια επιρροή από τον δυτικό σχολαστικισμό.

Ουσιαστικά, αυτή η νοοτροπία συνδέεται με τον «τελευταίο πειρασμό» του Χριστού που αντιμετώπισε επάνω στον Σταυρό από τους παρευρισκομένους εκεί: «σώσον σεαυτόν και κατάβα από του σταυρού... ο Χριστός ο βασιλεύς του Ισραήλ καταβάτω νυν από του σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν αυτώ» (Μαρκ. ιε , 30-32).

Όπως οι σύγχρονοι του Χριστού Ιουδαίοι, και μάλιστα οι Γραμματείς και οι Αρχιερείς, ήθελαν να κατεβή ο Χριστός από τον Σταυρό για να πιστεύσουν σε Αυτόν ότι είναι υιός του Θεού, ουσιαστικά ενέπαιζαν τον Χριστό, έτσι και τώρα με την πράξη της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων, κατά κάποιον τρόπο, θέλουν να κατεβάσουν την γνώση της θείας Λειτουργίας στο λογικό επίπεδο και όχι στην βίωση του μυστηρίου του Σταυρού. Ο Ιγνάτιος Μπραντζιανίνωφ έλεγε: «Ο Σταυρός είναι η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας».

Όμως, όπως ο Χριστός δεν ικανοποίησε αυτό το αίτημα και παρέμεινε στον Σταυρό, σώζοντας έτσι τους ανθρώπους από τον θάνατο, έτσι και εδώ, τηρουμένων των αναλογιών, πρέπει η θεία Λειτουργία και τα Μυστήρια να παραμείνουν στο ύψος της ορθοδόξου θεολογίας, που είναι εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως, και όχι να κατεβούν στο επίπεδο της νοησιαρχίας, του ορθολογισμού.

Λυπάμαι που κάνω αυτήν την αναφορά, αλλά θα προσπαθήσω να το επεξηγήσω με τα ακόλουθα.

1. Η γλώσσα των συμβόλων

Μέσα στην θεία λατρεία εκτός από την λεκτική γλώσσα υπάρχει και η γλώσσα των συμβόλων, δια της οποίας γίνονται κατανοητά και όσα δεν μπορούν να κατανοηθούν δια της γλωσσικής διατυπώσεως, η οποία ούτως η άλλως δεν είναι αρκετή για την πλήρη κατανόηση των λεγομένων και γιγνομένων.

Η γλώσσα των συμβόλων βιώνεται με το άναμμα του κεριού, τον ασπασμό των ιερών εικόνων, τις κανδήλες που φωτίζουν με το ιλαρό φως τους, τα ιερά σκεύη και όλα τα ευρισκόμενα και τελούμενα στον Ιερό Ναό, με τον τρόπο που γίνεται η Μικρά και η Μεγάλη Είσοδος, με την τυπική διάταξη των ιερών Ακολουθιών, με τις ιερατικές κινήσεις και ευλογίες κ.α.

Αξίζει να σημειωθή ότι ο Ιερεύς προκειμένου να εκφωνήση την αποστολική ευλογία η να ειρηνεύση, συγχρόνως ευλογεί και δια της χειρός τους παρευρισκομένους, οπότε η γλώσσα των λέξεων συμπληρώνεται με την γλώσσα των συμβόλων. Υπάρχει δε περίπτωση κάποιος να δη την Χάρη της ευλογίας, όπως συνέβη με έναν Τούρκο, τον Αχμέτ, ο οποίος δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, αλλά είδε τον Πατριάρχη να ευλογή και δια της ευλογίας είδε τις ακτίνες της θείας Χάριτος να εκπορεύωνται από την ευλογούσα χείρα του και να κατευθύνωνται στις κεφαλές όλων των παρισταμένων Χριστιανών, εκτός της δικής του, πράγμα που τον έκανε να πιστεύση στον Χριστό, να βαπτισθή και στην συνέχεια να μαρτυρήση.

Μέσα στην θεία Λειτουργία και μόνον με την γλώσσα των συμβόλων μπορεί να συμμετάσχη το μικρό παιδί, ο κωφάλαλος, αλλά και εμείς όταν συμμετέχουμε σε θεία Λειτουργία που γίνεται σε ξένες γλώσσες, τις οποίες δεν κατάνοούμε λογικά. Η ταύτιση της συμμετοχής μας στην θεία Λειτουργία η την λατρεία μόνον με την λεκτική γλώσσα, παραθεωρώντας την σημασία της συμβολικής γλώσσας, ουσιαστικά θεωρεί ότι πολλές κατηγορίες Χριστιανών δεν συμμετέχουν στην θεία Λειτουργία.

Επομένως, η υποτίμηση της γλώσσας των συμβόλων και η υπερτίμηση της λογικής επεξεργασίας στην μέθεξη της θείας λατρείας αποτελεί σοβαρό θεολογικό πρόβλημα.

2. Η λογικοκρατική θεώρηση της λατρείας

Η μετάφραση ευχών με σκοπό να κατανοηθή η θεία Λειτουργία, αναποδράστως οδηγεί στην άποψη ότι εκλαμβάνεται η λογική ως κέντρο της εκκλησιαστικής και μυστηριακής ζωής, πράγμα που συνιστά την λογικοκρατία και τον ορθολογισμό.

Λέγοντας αυτά, γνωρίζω ότι άλλο είναι ο ορθός λόγος που είναι απαραίτητος για την συνεννόηση μεταξύ των ανθρώπων, για την συγκρότηση και διάρθρωση της σκέψεως σε λογικά σχήματα, σε προτάσεις και την χρησιμοποίηση των λέξεων, και άλλο είναι ο ορθολογισμός που θεωρεί κέντρο όλων των πραγμάτων την λογική και δι' αυτής ερμηνεύει ακόμη και όσα έχουν σχέση με τον Θεό και τον άνθρωπο.

Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου δεν έχει μόνον την λογική ενέργεια, αλλά έχει και άλλες ενέργειες, όπως την νοερά ενέργεια, την φαντασία, την αίσθηση κλπ. Ακόμη, η λογική δεν είναι πηγή της γνώσεως, ακόμη και για τα ανθρώπινα πράγματα. Γι' αυτό και στην επιστήμη αναπτύχθηκε η λεγόμενη «συναισθηματική νοημοσύνη» που ισχυρίζεται ότι υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο «δύο μυαλά», ήτοι η λογική και το συναίσθημα και θεωρεί ότι είναι αναπηρία το να απολυτοποιή κανείς μόνον την λογική. Αυτό αποδεικνύεται και από την απεικόνιση του εγκεφάλου.

Επίσης, στις ημέρες μας αναπτύχθηκε και η λεγομένη υπαρξιακή φιλοσοφία και ψυχολογία, που θεωρούν ότι πέρα από την λογική υπάρχουν και άλλες λειτουργίες στο ανθρώπινο πρόσωπο. Εδώ βρίσκεται και το λάθος του διαφωτισμού, όπως απέδειξε αργότερα ένα άλλο ρεύμα ο ρομαντισμός, και αργότερα η μετανεωτερικότητα, που κατέρριψε την αυθεντία της λογικής.

Εάν αυτό συμβαίνη στα ανθρώπινα πράγματα, πολύ περισσότερο συμβαίνει στην ορθόδοξη θεολογία. Είναι γνωστόν ότι η άποψη ότι κέντρο της θείας γνώσεως είναι η λογική και η επεξεργασία που γίνεται από αυτήν, δημιούργησε τον σχολαστικισμό και όλο αυτό το σχολαστικό-ορθολογικό σύστημα που συναντούμε στον Θωμά τον Ακινάτη και μάλιστα στο έργο του «Summa Theologica».

Διαποτισμένος και ο Βαρλαάμ από τον δυτικό σχολαστικισμό έφθασε σε έναν αγνωστικισμό και ακόμη υποτιμούσε τις Αποκαλύψεις του Θεού και γι' αυτό θεωρούσε τους αρχαίους Έλληνας φιλοσόφους ανώτερους των Προφητών και των Αποστόλων. Θεωρώντας ότι η λογική είναι το ευγενέστερο στοιχείο του ανθρώπου που δόθηκε από τον Θεό, έθετε σε υποδεέστερη θέση τις οράσεις των Προφητών, που τις θεωρούσε «χείρω της ημετέρας νοήσεως».

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κονιορτοποίησε κυριολεκτικά το σημείο αυτό, γιατί, όπως δίδαξε, οι οράσεις των Προφητών, το άκτιστο Φως που είδαν οι Μαθητές στο Όρος Θαβώρ είναι μεγάλη αποκάλυψη και φανέρωση του Θεού στον άνθρωπο. Οπότε οι αγράμματοι Μαθητές αποδείχθηκαν ανώτεροι από τους φιλοσόφους που είχαν έντονη λογική.

Παρέθεσε μάλιστα πλήθος αγιογραφικών και πατερικών χωρίων, όπως και το εκπληκτικό χωρίο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ότι οι ορθόδοξοι θεολογούν «αλιευτικώς (όπως οι αγράμματοι Απόστολοι που ήταν αλιείς) και όχι αριστοτελικώς». Είναι δε κλασσικό το απόφθεγμα του ίδιου Αγίου: «θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι (=στοχασθήναι) δε αδυνατώτερον». Δεν μπορεί κανείς με την λογική να κατανοήση τον Θεό. Ο Θεός αποκαλύπτεται στην καρδιά του ανθρώπου και στην συνέχεια η λογική διατυπώνει, όσον είναι δυνατόν, αυτήν την Αποκάλυψη.

Το εκπληκτικό σύγγραμμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά «Περί των ιερώς ησυχαζόντων», οι λεγόμενες «Τρεις τριάδες», αναλύει διεξοδικώς το θέμα αυτό και ουσιαστικά έχει κατοχυρωθεί συνοδικά.

Η άποψη ότι απαιτείται η λογική κατανόηση των λειτουργικών κειμένων για να συμμετέχουμε στην θεία λατρεία και να αποκτήσουμε την γνώση του Θεού αποκλείει τους αγραμμάτους από την λατρεία και την θεογνωσία, στερεί τα βρέφη, τα νήπια και τα παιδιά από την λατρεία και την θεία Κοινωνία.

Ο δυτικός σχολαστικισμός είναι εκείνος που οδήγησε στην πρακτική της αποσυνδέσεως του μυστηρίου του Βαπτίσματος από το μυστήριο του Χρίσματος και κατ' επέκταση από το μυστήριο της θείας Κοινωνίας μέχρι την εφηβεία. Η βάση αυτής της πρακτικής είναι ότι για να δεχθή το παιδί το Χρίσμα και να λάβη την θεία Κοινωνία πρέπει να κατανοή με την λογική του τα γινόμενα.

Εμείς χρίουμε τα βρέφη και τα κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, γιατί γνωρίζουμε από την θεολογία μας ότι και τα βρέφη λαμβάνουν την Χάρη του Θεού και πριν αναπτυχθή ο εγκέφαλος και η λογική, αφού και τότε ενεργεί μέσα τους η νοερά ενέργεια. Ακόμη και τα έμβρυα μπορούν να λαμβάνουν το Άγιον Πνεύμα, όπως έγινε με τον Τίμιο Πρόδρομο, που όταν ήταν έμβρυο έξι μηνών έγινε από τότε Προφήτης και κατέστησε και την Μητέρα του Προφήτιδα, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.

Αισθάνομαι ότι μια σχολαστική νοοτροπία επιχειρείται να εισαχθή στην Ορθόδοξη Εκκλησία με τις μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων, ότι πρέπει να καταλαβαίνουμε τα κείμενα λογικά για να συμμετέχουμε, πράγμα που ανατρέπει την βασική θεολογική αρχή περί της διπλής μεθοδολογικής γνώσεως, σύμφωνα με την οποία με άλλον τρόπο γνωρίζει κανείς την κτιστή αλήθεια και με άλλον τρόπο γνωρίζει κανείς την άκτιστη αλήθεια, τον Θεό, και μετέχει αυτής. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει μια ενιαία αλήθεια για τον Θεό και τον κόσμο, και δεν υπάρχει μια ενιαία μέθοδος γνώσεως του Θεού και του κόσμου, όπως υπεστήριζε στην πράξη ο δυτικός σχολαστικισμός.

Επομένως, η λογικοκρατική θεώρηση της θείας Λατρείας εισάγει ένα είδος σχολαστικισμού στην ορθόδοξη θεολογία.

3. Η λογική και νοερά λατρεία

Συνέπεια των προηγουμένων είναι ότι η λατρεία της Εκκλησίας διαιρείται σε λογική λατρεία και νοερά λατρεία και ο άνθρωπος που ζη πραγματικά μέσα στην Εκκλησία μπορεί να μετέχη παράλληλα και στις δύο λατρείες. Αυτή είναι η βάση του ορθοδόξου ησυχασμού, της ορθοδόξου νηπτικής ζωής. Κατά την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου είναι λογική και νοερά. Κατ' επέκταση υπάρχει η λογική λατρεία και η νοερά λατρεία.

Από την παράδοση της Εκκλησίας γνωρίζουμε ότι τα βρέφη έχουν νοερά ενέργεια, δια της οποίας μπορούν να βλέπουν αγγέλους και αγίους, ενώ δεν έχει ακόμη αναπτυχθή η λογική λειτουργία του εγκεφάλου, που θα τελειοποιηθή αργότερα, καθώς το παιδί θα μεγαλώνη.

Έτσι, κατά την θεία Λειτουργία δεν αρκεί μόνον η ανάπτυξη της λογικής λειτουργίας, αλλά κυρίως η ανάπτυξη της νοεράς λειτουργίας. Δηλαδή, η μετάφραση της αποστολικής ευλογίας στην δημοτική γλώσσα, ως «η Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος να είναι μαζί σας», δεν θα μπορέση ποτέ να δώση στον άνθρωπο να καταλάβη λογικώς τι είναι Χάρη του Κυρίου, η αγάπη του Θεού Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, τι είναι ο Τριαδικός Θεός και πως μπορούμε να μεθέξουμε της Χάριτός Του.

Αυτή η γνώση είναι θέμα νοεράς καρδιακής εμπειρίας. Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο για αρραβώνα που δίνεται στην καρδιά: «Ο δε βεβαιών ημάς συν υμίν εις Χριστόν και χρίσας ημάς Θεός, ο και σφραγισάμενος ημάς και δους τον αρραβώνα του Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών» (Β Κορ. α , 21-22).

Άλλωστε, ο Χριστός στους μακαρισμούς Του τόνισε την απαραίτητη προϋπόθεση της καθαρής καρδιάς για την όραση του Θεού και όχι την έξαψη της λογικής: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε', 8). Το ίδιο συναντούμε και στις επιστολές των Αποστόλων, όπου γίνεται λόγος για την καρδιά ως προϋπόθεση και βάση της θεοπτίας.

Είναι δε γνωστόν ότι ο Χριστός όταν εμφανίσθηκε στους Μαθητές Του «διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ. κδ , 45). Η γνώση του μυστηρίου που εκφράζεται με λέξεις γίνεται στον νου του ανθρώπου δια της Αποκαλύψεως του Θεού. Αυτό το βλέπουμε εμφανώς στην ευχή προ του Ευαγγελίου: «Έλλαμψον εν ταις καρδίαις ημών, φιλάνθρωπε Δέσποτα, το της σης θεογνωσίας ακήρατον φως και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς (τον νου) εις την των ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν... Συ γαρ ει ο φωτισμός των ψυχών και των σωμάτων ημών...».

Ο βασικός σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να κατανοήση λογικώς τις λέξεις, αλλά να εισέλθη στο βάθος του μυστηρίου, να βιώση και να μεθέξη την κένωση του Υιού και Λόγου του Θεού, δια της αποκαλύψεως του Θεού στην καθαρή καρδιά του. Γι' αυτό και η αποφατική θεολογία είναι «ο Γολγοθάς της ανθρώπινης λογικής».

Αυτό σημαίνει ότι η θεία Λειτουργία, που είναι λογική λατρεία, συνδέεται στενά και με την νοερά λατρεία. Άλλωστε, η Βασιλεία του Θεού για να την οποία κάνουν λόγο πολλοί σύγχρονοι ερμηνευτές και ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι, που είναι η φανέρωση και η μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Θεού, δεν είναι υπόθεση λογικής επεξεργασίας, αλλά υπόθεση καθαρού νοός και καθαράς καρδίας.

Τα βρέφη, τα παιδιά και οι Άγιοι συμμετέχουν στην θεία Λειτουργία, κάνοντας νοερά λατρεία μπορεί να βλέπουν υπερκόσμια χοροστασία, για την οποία ομιλούν οι Άγιοι, μπορεί να βλέπουν αγγέλους, ενώ όσοι στηρίζονται στην λογική κατανόηση των λέξεων έχουν πλήρη άγνοια της γνώσεως του Μυστηρίου.

Στην βιογραφία του αγίου παπα-Νικόλα Πλανά διαβάζουμε ότι ένα παιδάκι που είχε ανεπτυγμένη την νοερά ενέργεια έβλεπε τον λειτουργούντα άγιο παπα-Νικόλα να υπερυψούται του εδάφους, και το φώναξε με ενθουσιασμό στην μητέρα του. Θεωρώ ότι το παιδάκι αυτό μετείχε της θείας Λειτουργίας πραγματικά, έστω κι αν δεν καταλάβαινε τις λέξεις, ενώ οι άλλοι που πρόσεχαν με την λογική απλώς παρακολουθούσαν. Η για να εκφρασθώ με άλλον τρόπο, δεν μπορώ να αποκλείσω το παιδάκι αυτό από την μέθεξη της λατρείας, επειδή δεν μπορούσε να κατανοήση τις λέξεις. Μάλλον θεωρώ ότι μετείχε της θείας Λειτουργίας καλύτερα από άλλους εγκρατείς φιλολόγους που γνωρίζουν την ετυμολογία και την έννοια των λέξεων.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «η ικανότης ημών εκ του Θεού, ος και ικάνωσεν ημάς διακόνους καινής διαθήκης, ου γράμματος, αλλά πνεύματος· το γαρ γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β Κορ. γ , 5-6).

Επομένως, η παραθεώρηση της νοεράς λατρείας συνιστά έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας.

Γενικά, όσοι απλοποιούν τις λέξεις της θείας λατρείας ακόμη και αυτές που έχουν «υψηλό, εννοιολογικό, εικονικό, συμβολικό και βιωματικό επίπεδο» για να γίνουν κατανοητές λογικά αφ' ενός μεν καταστρέφουν τον πολιτισμικό μας πλούτο, αφ' ετέρου δε αγνοούν την ορθόδοξη θεολογία στην πλήρη έκφρασή της. Η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι σχολαστική, ορθολογιστική, αλλά αποκαλυπτόμενο μυστήριο. Και το μυστήριο δεν κατανοείται απλώς λογικά.

Έτσι, από το γράμμα προχωρούμε στο πνεύμα μέσα από όλη την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι όσοι ακούνε αναλύσεις των γινομένων και πραττομένων στην θεία Λειτουργία –άλλωστε αυτή είναι η αξία του κηρύγματος– η όσοι μετέχουν τακτικά στην θεία Λειτουργία μπορούν να κατανοήσουν ευχερώς και το γράμμα, κυρίως όμως μπορούν να εισχωρήσουν στο πνεύμα με την καθαρότητα της καρδιάς και την γνώση της συμβολικής γλώσσας της Εκκλησίας.

Οι φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος, ενώ έκαναν μεταγλωττίσεις σε διάφορα πατερικά κείμενα, δεν τόλμησαν να μεταγλωττίσουν τις ευχές της θείας Λειτουργίας και των Μυστηρίων, αν και το διανοητικό επίπεδο του λαού ήταν χαμηλό.
Οπότε, όσοι παραμένουν στο επίπεδο της λογικής κατανόησης των λειτουργικών κειμένων δείχνουν ότι αγνοούν την ορθόδοξη θεολογία, γι' αυτό κατά τον Μέγα Βασίλειο «τεχνολογούσι και ου θεολογούσι». Δεν χρειάζεται απλώς η λογική κατανόηση των κειμένων η μετάφρασή τους, αλλά η μύηση στην ζωή της Εκκλησίας και στο μυστήριο της κενώσεως του Χριστού και της θεώσεως του ανθρώπου.

Νομίζω ότι μερικοί σύγχρονοι έχουν έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας και εκφράζουν μια θεολογία, η οποία έχει επηρεασθή από τον παπικό σχολαστικισμό και τον προτεσταντικό ηθικισμό, γι' αυτό και αυτοσχεδιάζουν αυθαίρετα μέσα στην Εκκλησία.

ΡΟΜΦΑΙΑ
ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ


ΣΧΟΛΙΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ: Και άλλοι πατέρες τοποθετήθηκαν βέβαια, αλλά προσωπικά περίμενα την τοποθέτηση του αγίου αυτού και φωτισμένου επισκόπου, με αγωνία. Ωραίος,πολύ ωραίος ο επίσκοπος Ιερόθεος(όπως πάντα άλλωστε).


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2010/04/blog-post_8134.html#ixzz2ewhcAazw

Πρωτοπρ. Γεώργιος Α. Μεταλληνός, Η ελληνική πρόταση για την παιδεία της Ευρώπης


Πρωτοπρ. Γεώργιος Α. Μεταλληνός, Η ελληνική πρόταση για την παιδεία της Ευρώπης



Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
πρωτοπρ. Γεωργίου Α. Μεταλληνού Δρος Θ. - DR. PHIL.
Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
   Μια ιθύνουσα μορφή τού πολιτικού μας κόσμου μού υπέβαλε μια μέρα το ερώτημα: «Πως είναι δυνατόν, τόσο παθητικά, εν είδει ταπεινής θεραπαινίδος, να συνεργασθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση με το NATO και την παγκόσμια Υπερδύναμη στη διάπραξη τού ειδεχθούς εγκλήματος στο Κόσσοβο; Πού είναι η "κουλτούρα" της και ο Χριστιανισμός της;». Η απορία αυτη τού εκλεκτού συνομιλητού μου προϋποθέτει αυτό, που επανειλημμένα στα τε­λευταία δέκα χρόνια τονίζουμε: Η παρου­σία μας στην Ενωμένη Ευρώπη (και μέσω αυτής στη «Νέα Τάξη», που οργανώθηκε και διευθύνεται από την προέκταση της Ευ­ρώπης, τις Η.Π.Α.), δεν είναι πρωταρχικά πρόβλημα οικονομικό και πολιτικό, αλλά πολιτιστικό και πνευματικό. Στην Ε.Ε. κρίνεται ο πολιτισμός μας, η Ιστορική συνέ­χεια ή ασυνέχειά μας. Η παλαιά κοραϊκή θέση για την ταύτιση τού πολιτισμού μας με τον δυτικοευρωπαϊκό, που την οικειοποιή­θηκαν και την προπαγανδίζουν οι ενσαρκωτές τού ιδίου πνεύματος, δεν αντέχει επιστη­μονικά και στην πιο καλόπιστη κριτική.

Ορθόδοξος και Ευρωπαϊκός πολιτισμός εί­ναι «μεγέθη αλληλοαποκλειόμενα» και όχι «αλληλοσυμπληρούμενα» (βλ. την ομότι­τλη μελέτη μου δημοσιευμένη το 1996 από την Ι. Μητρόπολη Ηλείας). Είναι δε γνω­στό, ότι καρδιά τού πολιτισμού είναι η παι­δεία, ως καλλιέργεια και διάπλαση - δια­μόρφωση τού όλου ανθρώπου, ο οποίος στη συλλογική πραγμάτωσή του παράγει τον πολιτισμό του, ως οργάνωση και διευθέτη­ση τού κοινωνικού χώρου, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ψυχής του. Κατά τον γνω­στό διπλωμάτη και Ιστορικό των πολιτι­σμών ARNOLD ΤΟΥΝΒΕΕ «ψυχή τού πολιτισμού είναι ο πολιτισμός της ψυχής».
Από τα ευρωπαϊκά κείμενα, κυρίως τα αναφερόμενα σε θέματα παιδείας, φαίνεται ότι επιδιώκεται βαθμιαία καθολική ενιαιοποίηση, που είναι δυνατή με τη δημιουργία ενιαίας πολιτικής, πολιτιστικής και ιστορικής συνείδησης. Αυ­τά σημαίνουν: ενιαία πολιτική σύλληψη και δράση, ένταξη σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο -και αυτό είναι το δυτικοευρωπαϊκό (πρβλ. τα υποστηριζόμενα από τον καθηγητή SA­MUEL HANTINGTON) και νέα ανάγνω­ση και γραφή της ευρωπαϊκής Ιστορίας για την ενιαία κατανόησή της.
Γι' αυτό δεν γί­νεται ευχάριστα δεκτός ο ελληνορθόδοξος πολιτισμός, που είναι ο πολιτισμός σύνολης της Ορθοδοξίας, διότι αναιρεί αυτόχρημα όλες τις ευρωπαϊκές πραγματώσεις από τον Καρλομάγνο και εξής. Η Χώρα μας δε, εκπροσωπεί και εκφράζει τον ορθόδοξο κόσμο αυτή τη στιγμή στην Ε.Ε. Παρά δε τις ατο­μικές ασυνέπειες και προσωπικές παρεκκλί­σεις, συλλογικά εκφράζουμε ακόμη τον πολιτισμό της ελληνορθόδοξης παράδοσης, ενσαρκώνοντας σε πολλά σημεία ένα άλλο τρόπο σκέψης, λόγου και πράξης. Και αυτό είναι ακριβώς, που δεν μπορούν να ανεχθούν οι αρχιτέκτονες τού συγχρόνου ευρωπαϊκού πολιτισμού και της νέας παγκόσμιας πρα­γματικότητας («παγκοσμιοποίηση»).
Θεμελιακά συστατικά τού ελληνορ­θόδοξου πολιτισμού είναι: α) Η ισορροπία των σχέσεων με τον Θεό, τον συνάνθρωπο και τον εαυτό μας, σε ένα τρισορθογώνιο σύστημα βιωματικής ανα­φοράς, που συνιστά την ακεραιότητα και ε­νότητα τού ανθρωπίνου προσώπου, όπως φαίνεται στην περίπτωση τού «Αγίου», που είναι το βιοκοινωνικό πρότυπο της Ορθοδοξίας.
Το ήθος αυτό διαμορφώνεται στη Θεία Λειτουργία, τη συνισταμένη τού πολιτισμού μας: Οι λειτουργι­κές φράσεις «Άνω σχώμεν τας καρδίας», «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», «αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα...», είναι οι συντεταγμένες αυτής της συνείδησης, που οδηγεί σε ανάλογο ήθος.
β) Η υπέρβαση της θρησκείας και της θρησκειοποίησης της Πίστεως, ως τρό­που υπάρξεως. Παράλληλα, υπέρβαση και της (καντιανής) καθηκοντολογίας. Η πί­στη είναι η αναφορά όλου τού ελληνορθόδο­ξου πιστού στην Άκτιστη Θεία Χάρη και η συνεχής ζήτηση χάρης. Όχι με τη θρησκευ­τική έννοια της δοσοληψίας, που είναι ταυ­τόχρονα μαγική (DO, UT DES), αλλά ως βίωση και έκφραση της συνειδήσεως, ότι «εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πράξ. 17,28) και ότι «χωρίς Αυτού ου δυ­νάμεθα ποιείν ουδέν» (Ιωάν. 15,5).
γ) Η προτεραιότητα της καρδιάς, όχι μόνο ως πηγή συναισθήματος και τρυφερών ανθρω­πίνων αισθημάτων, αλλά ως κέντρου της υ­πάρξεως, στο οποίο συντελείται η κοινωνία με τη θεϊκή Χάρη, που παράγει το Χριστοειδές Έθος (Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιο­ρείτης στο «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιόν» του περιγράφει την αγιοπνευματική λειτουργία της καρδίας). Η κάθαρση της καρ­δίας από τα πάθη δεν είναι μόνον η αφετηρία τού αγώνα τού Ρωμηού για τη θέωση, τον απόλυτο σκοπό της υπάρξεώς του, αλλά και για τη δυνατότητα κοινωνίας αγαπητικής με τους «άλλους», τους συνανθρώπους. Στο πανηγύρι ή το γλέντι του ο Ρωμηός εύχε­ται: «καλή καρδιά», που παραπέμπει στον αναστάσιμο ύμνο «εν καθαρά καρδία σε δοξάζειν». Χωρίς «καθαρή καρδιά» - «καλή» -φιλόθεη δηλαδή και φιλάνθρωπη καρδία δεν είναι δυνατόν να συμπηχθεί αυθεντική διανθρώπινη κοινωνία.
Ένα περίφημο χριστιανικό κείμενο τού β' αι., «Ο Ποιμήν τού Ερμά», λέγει ότι πρέπει να παύσου­με να είμεθα «λίθοι στρογγυλοί» και να γί­νουμε «λίθοι τετράγωνοι», για να μπορέ­σουμε να συμπήξουμε θεοκεντρικήν κοινωνίαν. Αυτό ακριβώς επιδιώκει - και προτεί­νει ως μοντέλο της εν Χριστώ κοινωνικής ύ­παρξης - ο Μοναχισμός μας.
Το μοναστικό κοινόβιο είναι το πρό­τυπο των Κοινοτήτων μας. Σ' αυτό η μαρξιστική αρχή «ο καθένας προσ­φέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του και απολαμβάνει ανάλογα με τις ανάγκες του» αποδεικνύεται χριστιανική-ορθόδοξη πράξη πολλούς αιώνες προ τού Μαρξ. Αυτό το πνεύμα της ανιδιοτέλειας εκφράζει η ελλη­νική παροιμία: «Κάμε το καλό και ρίξ' το στο γυαλό» - μοναδική μ' αυτή τη μορφή, που ανάγει τη σκέψη στον κυριακό λόγο «μακάριον εστί διδόναι μάλλον ή λαμβά­νειν» (Πράξ. 20, 35). Είναι η πνευματική μήτρα, που γεννά ανά τους αιώνες το ελλη­νικό ολοκαύτωμα, που είναι η εκούσια αυ­τοθυσία για τους άλλους. Θερμοπύλες, Α­λαμάνα, Μανιάκι, Κούγκι, Ζάλογγο, Αρ­κάδι είναι οριακές στιγμές τού ελληνικού ο­λοκαυτώματος. Το ελληνικό όμως ολοκαύ­τωμα περνά μέσα από τον αυτοβιασμό της φύσεως ως άσκηση (Ματθ. 11,12), για να καταρρεύσει «η αυτοκρατορία των ενστίκτων», και ο εγγενής στην ελληνικότητα α­τομισμός να μετατραπεί, όπως και συμβαί­νει, σε κοινωνιοκοατικό ατομισμό.
Αυτό φανερώνει η ρητορική ευχή τού Έλληνα: «Δεν με κάνουν μια μέρα πρωθυπουργό;» Το συμπλήρωμα της φράσης είναι: «για να λύσω τα προβλή­ματα τού Έθνους» και όχι: «για να κατασυλήσω το δημόσιο ταμείο...». Αυθεντικός Ελληνορθόδοξος άνθρωπος είναι ο Άγιος, ο εν Χριστώ «καλός κάγαθός» ελληνικός άνθρωπος, το αρχετυπικό πρότυπό μας, που μεταδώσαμε κάποτε και στην προκαρλομάγνεια Ευρώπη.
Αυτά ήσαν τα δομικά συστατικά και τού ευρωπαϊκού πολιτισμού ως την εκφράγκευσή του, που ολοκληρώθη­κε τον 11ο αιώνα. Η δυτική Ιστορική επι­στήμη, σεβόμενη τον εαυτό της, ελεύθερη εν πολλοίς και όχι εξαρτώμενη ή γραικυλίζου-σα, όπως η δική μας, λέγει τα πράγματα με το όνομά τους. Έστω και αν η θεώρηση της ιστορικής πορείας της Δύσεως περνά μέσα από το αναπόφευκτο δυτικό VORVER-STAENDNIS (εσωτερικό πρίσμα ερμη­νείας), η έκθεση των πληροφοριών των πη­γών γίνεται με καθαρότητα και σαφήνεια. Έτσι, και ένας ορθόδοξος ερευνητής, που έχει πατερικά κριτήρια, μπορεί να επανερμηνεύσει τις θέσεις της δυτικής ιστοριογρα­φίας, με τις δικές του προϋποθέσεις (κριτή­ρια) , που δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να διαθέτει ο δυτικός (παπικός ή προτεστάν­της) ερευνητής.
Μόνο οι δικοί μας, που ως δυτικόφρονες A PRIORI είναι ξένοι προς την ελληνορθόδοξη παράδοση και - το χειρότερον - την απορρίπτουν ασυζητη­τί (τελείως αντιεπιστημονικά), αποφεύ­γουν να ασχολούνται με τις δυτικές εξελίξεις στο χώρο της εκκλησιαστικής και θεολογι­κής αναπτύξεως, ίσως και διότι αδυνατούν να κατανοήσουν τα πράγματα. Ο δυτικός μεσαιωνολόγος όμως γνωρίζει, ότι χωρίς γνώση της Θεολογίας είναι αδύνατη η εν­ασχόληση με αυτή την κρίσιμη στην Ιστορία της Ευρώπης περίοδο. Ο έλληνας μεσαιωνολόγος - ακόμη και βυζαντινολόγος - σχε­δόν κατά κανόνα επιμένει να αγνοεί την θεολογία, και μάλιστα την πατερική, χά­νονται έτσι τη (μόνη) δυνατότητα κατανοήσεως και ερμηνείας τού χώρου του, που γι' αυτή την περίοδο (για μας ως το 1922) κινείται γύρω από τον άξονα της εκκλησια­στικής πραγματικότητας και θεολογίας. Τα λέγω αυτά, δια να δείξω ποιο είναι το αδύ­νατο σημείο της επιστήμης μας. Το 1994 εξεδόθη στην Οξφόρδη διδακτορική διατρι­βή τού JAMES RUSSEL με θέμα: «ΤΗΕ GERMANISATION (= εκφράγκευση) of Early Medieval Christianity».
   Τα κύρια στοιχεία της ελληνορθόδο­ξης αγωγής, που συνοπτικά εξεθέσαμε παραπάνω, εσώζοντο και εκηρύσσοντο σ' Ανατολή και Δύση μέσω των αυ­θεντικών χριστιανών, των Αγίων. Η Ανα­τολή, μάλιστα, επί πολλούς αιώνες, ήταν η πνευματική μητέρα και τροφοδότρια της δυ­τικής χριστιανικής κοινωνίας (EX ORIEΝΤΈ LUX). Υπήρχε ως το σχίσμα μία κενωτική διαδικασία με κίνηση από την Ανα­τολή προς τη Δύση και με φορείς μεγάλους ελληνορθόδοξους πατέρες και θεολόγους που επηρέασαν ευεργετικά τη Δύση όπως ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λουγδούνου (Λυών) β' αι., Μ. Αθανάσιος (ο' αι.), ά­γιος Κασσιανός ο Ρωμαίος (ε' αι.), ως τους αγίους έλληνες αυταδέλφους Μεθόδιο και Κύριλλο (θ' αι.). Ακόμη και ο δυτικός την καταγωγή άγιος Ιερώνυμος (δ'-ε' αι.), ως ελληνοτραφής, μετείχε σ' αυτή την εκ­πολιτιστική διαδικασία. Ο μόνος πατέρας, που έμεινε έξω απ' αυτήν (ως πρώην μανιχαίος και νεοπλατωνιστής) ήταν ο ι. Αυ­γουστίνος (ε' αι.), που άθελά του έγινε το θεμέλιο της φραγκικής θεολογίας στο ζή­τημα τού FILIOQUE και τού «προορισμού» (PRAEDESTINATIO). Από τον Αυγουστίνο, που κήρυττε  το «CREDO, UT INTELLIGAM» (πιστεύω, για να καταλά­βω = μεταφορά της Θεολογήσεως στο χώρο της διανόησης), ως τον Καρτέσιο (+1650), πατέρα τού «COGITO, ERGO SUM» (διανοούμαι, άρα υπάρχω = ταύτιση της υπάρξεως με τη λογική λειτουργία και κίνηση προς την απολυτοποίησή της) διαμορφώνονται οι «πνευματικές» προϋπο­θέσει της Δυτικής Ευρώπης και συγχρόνως τα θεμέλια της ευρωπαϊκής παιδευτικής λειτουργίας. Η κορύφωση, δηλ. η θεοποί­ηση, της RATIO/RAISON θα λάβει χώρα σε μια συμβολική τελετουργική πράξη τού τέκτονος Ροβεσπιέρρου (1793), που θα τι­μηθεί ως θεότητα η «Θεά Λογική» (RAISON) στο πρόσωπο μιας γυμνής πόρνης, πάνω στην «αγία τράπεζα» της Παναγίας των Παρισίων. Είναι ίσως η μόνη φορά στην ιστορία, που ταυτίζονται σημειολογικά σημαίνον και σημαινόμενον...
Έτσι φθάσαμε στον ανθρωπισμό (HUMANISMUS) της PAX ΑMERICANA και τού NATO, ως και στην «ανθρωπιστική βοήθεια» των κ.κ. CLARKE και SEY. Είναι ο δρόμος, που πέρασε από τον Καρλομάγνο, την Ι. Εξέ­ταση, τους Σταυροφόρους, τον Ναπολέον­τα, τον Χίτλερ, τον Στάλιν. Είναι όμως, ταυτόχρονα, και το παράγωγο μιας παι­δείας, που έχασε την αγιοπνευματική λει­τουργία της καρδιάς και έδωσε μοναδική προτεραιότητα στον «ορθό λόγο» (RAISON), που θεολογεί και διανοείται ή μυεί­ται στην τέχνη, αλλά ταυτόχρονα διατάζει και την εξόντωση αθώων, όπως συνέβαινε με τους χιτλερικούς στρατιωτικούς - καλ­λιτέχνες και όπως συνέβη πρόσφατα στο γειτονικό μας Κόσσοβο. Αυτή την απάντη­ση έδωσα στον εκλεκτό συνομιλητή μου!
Η διαμόρφωση της Δύσεως συνετελέσθη με τη θρησκειοποίηση της Πίστεως, αφού χάθηκε ο αγιοπνευματικός ρόλος της καρδιάς. Η Πίστη παύει να λειτουργεί θεραπευτικά και καταντά «θρησκεία», όπως την περιγράψα­με παραπάνω. Βέβαια, αυτό συνέβη εν πολ­λοίς και στην δική μας κοινωνία (πρβλ. τις «Δοξολογίες»), αλλά η διαφορά είναι, ότι δεν «θεσμοθετήθηκε» η διαστροφή, κάτι που έγινε δυστυχώς στη Δύση, όπου συνήθως η αλλοτρίωση προσλαμβάνει σωτηριολογική σημασία (πρβ. τον παπικό θεσμό). Η θρη­σκειοποίηση οδήγησε πρώτα στην «εξορία τού υπερβατικού» από την ενδοκοσμική πραγματικότητα. Από τον Δεϊσμό (DEISMUS) και το «δόγμα» του «DEUS CREATOR, SED ΝΟΥ GUBERNATOR» (Ο Θεός δημιουργός, αλλ' όχι κυβερνήτης τού κόσμου) έφθασε η δυτική κοινωνία στη σύγχρονη «θεολογία τού θανάτου τού Θεού» (αυτή η διαδικασία πέρασε από τη «φυσική θρησκεία» τού Διαφωτισμού -θρησκεία της RAISON - στον NITSCHE, «θάνατος τού Θεού»).
Η εκκοσμίκευση τού δυτικού Χριστιανισμού (που μεταδίδεται επικίνδυνα και στη δική μας κοινωνία) είναι η συνέχεια της «εκλογίκευσης» και «εκνομίκευσης» της Πίστης. Ο μεγάλος Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ περιγράφει με δύ­ναμη αυτές τις εξελίξεις και στο διάλογο Χριστού - Ιεροεξεταστή (αδελφοί Καραμάζωφ), καταλήγοντας με τη φοβερή δια­πίστωση: «Ο καθολικισμός της Ρώμης εί­ναι χειρότερος από τον αθεϊσμό» διότι «κη­ρύττει ένα διαστρεβλωμένο Χριστό, ένα Χριστό αντίθετο τού Χριστού. Κηρύττει τον Αντίχριστο» (Ο Ηλίθιος, Ο, VIII). Έτσι όμως νοθεύονται και τελικά χάνονται οι ελληνορθόδοξοι προκαρλομάγνειοι παιδευτικοί στόχοι: «καινός εν Χριστώ άνθρωπος» (ο Θεούμενος-Άγιος) και «καινή εν Χριστώ πολιτεία» (κοινωνία). Είναι η κοινωνία των Πράξεων, τού «ην αυτοίς άπαντα κοι­νά» (Πράξ. 4, 32) και τού «ομοθυμαδόν» (Πράξ. 2,1), τού «εν ενί στόματι και μια καρδία» (Θ. Λειτουργία. Η νομική - δικα­νική αναφορά στο Θεό θα γίνει κινητήρια δύναμη της φεουδαρχικής - ρατσιστικής φραγκοτευτονικής κοινωνίας, που θα γεν­νήσει, έστω και αντιθετικά, την αστική νοο­τροπία και την φυσική συνέχειά της, τους σοσιαλισμούς, ως τον μαρξιστικό κομμουνι­σμό. Όλα αυτά είναι μια συνεχής αλυσιδωτή διαλεκτική διαδικασία, που γεννών­ται στην αποορθοδοξοποιημένη Δύση και μεταφέρονται («εισάγονται») και στην ορθόδοξη Ανατολή, ως τοκετοί όμως ξένων ωδίνων. Ο ευρωπαίος άνθρωπος (παιδαγωγούμενος) μυείται στο πνεύμα της ιδιο­τέλειας (HOMO OECONOMICUS) και στη συνεχή ζήτηση αποτελεσματικότητας και ευδαιμονίας.
Στην ευδαιμονιστική τάση βρίσκουν χώρο εξάπλωσης και τα ναρκωτικά, μετά τον κορεσμό τού πανσεξουαλισμού. Και αυτό ισχύει, φυσικά, και για το εκδυτικισμένο μέρος της ελληνικής κοινω­νίας. Ο εκκλησιαστικός χώρος κυριεύεται από το πνεύμα της ζήτησης εξουσίας με όλες τις παρομαρτούσες συμπεριφορές. Το Παπι­κό Κράτος (κέντρο και παράδειγμα κάθε α­πολυταρχίας) είναι «χριστιανισμός άλλου είδους» («Είναι το Βατικανό εκκλησία;» ρωτούσε ρητορικά ο μακαριστός αρχιεπί­σκοπός μας Σεραφείμ. Τραγικό θύμα ο δυ­τικός άνθρωπος, που κατάντησε «ρομπότ», κατά τον μακαριστό π. Ιουστίνο Πόποβιτς, όπως διεκτραγωδήθηκε ρεαλιστικά με τον ανθρωπάκο των «MODERN TIMES», από τον διαισθανθέντα την αλλοτρίωση τού δυτικού άνθρωπου μεγάλο CHARLY CHA­PLIN. Ο δυτικός άνθρωπος αυτοϋποδουλώθηκε στην τεχνολογία του, και συνεχίζει τώρα να αυτοϋποδουλώνεται στην επιστήμην του (πρβλ. τη Βιοτεχνολογία σ' όλο το φάσμα της).
Το πρόβλημα της ευρωπαϊκής παι­δείας επικεντρώνεται, συνεπώς, στη νοηματοδότηση των ανθρωπίνων. Η απομάκρυνση από το νόημα, που δίνουν στην παιδεία οι Άγιοι τού ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου, οδήγησε σε μια ευρωπαϊκή παι­δεία «άλλου τύπου», τα θλιβερά αποτελέ­σματα της οποίας ζούμε όλοι μας. Και το νοηματικό περιεχόμενο της ελληνορθόδοξης παιδείας μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλου­θα σημεία:
1) Δεν είναι απλή εκπαίδευση, μύηση δηλαδή τού ανθρώπου σε μια αναπαραγόμενη γνώση, που τον καθιστά γρανάζι της κρατικής μηχανής (ον παραγωγικόν). Εί­ναι αγωγή τού ανθρώπου (άνθρωπον άγειν - κατευθύνειν στο παιδαγωγικό πρότυπο του ελληνορθόδοξου ανθρώπου, τον θεάνθρω­πον). Αυτό είχε κατά νουν ο ι. Χρυσόστο­μος, όταν έλεγε: «πάντα δεύτερα ηγείσθω της προνοίας των παίδων». Αυτό εννοούσε και ο Ευριπίδης: «όταν κρηπίς μη καταβληθή γένους ορθώς, ανάγκη δυστυχείν τους εκγόνους» (Ηρακλής μαινόμενος, 1261). Η διαχρονικότητα δε, που δίνει η ελληνορ­θοδοξία στη νοηματοδότηση της παιδείας φαίνεται στο λόγο των νεωτέρων Αγίων μας, όπως ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: «Αμαρτάνετε πολύ να τα αφήνετε (τα παιδιά σας) αγράμματα και τυφλά, και μη μόνον φροντίζετε να τους αφήνετε πλούτη και υπο­στατικά, και μετά τον θάνατό σας να τα τρων και να σας πισολογούν (= να σας τα «ψέλνουν» κιόλας). Καλύτερα να τα αφή­νετε φτωχά και γραμματισμένα, παρά πλούσια και αγράμματα».
2) Είναι παιδεία θεοκεντρική, στα όρια της ορθόδοξης πατερικότητας. Η Θεοκεντρικότητα είναι η κατακόρυφη δοκός τού σταυρού της αγιότητος. Η οριζόντια είναι η αδελφικότητα και φιλανθρωπία. Κατά τον I. Χρυσόστομο, «ει τους παίδας επαιδεύομεν φίλους είναι τω Θεώ, πάντα αν ανεπήδησε τα λυπηρά και μυρίων απηλλάγη κα­κών ο βίος ο παρών».
3) Σκοπός της δεν είναι η πολυμάθεια, αλλά η διαμόρφωση ήθους ελληνορθόδοξου.
4) Στόχος της είναι η ορθή ένταξη στην αδελφική κοινωνία. Η σωτηρία περνά από τη στάση έναντι τού συνανθρώπου. Δεν είναι δυνατόν να σωθεί κανείς, «ειμή δια τού πλη­σίον», λέγουν οι Πατέρες μας.
5) Μεταδίδει τη δική της φιλοσοφία ζωής, που εκφράζεται ως ιεράρχηση των αν­θρωπίνων. Μ. Βασίλειος: «υπεροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γαρ· επιμελείσθαι δε ψυχής, πράγματος αθανάτου». Ι. Χρυσό­στομος: «Οδίτης ει, ου πολίτης» (= είσαι οδοιπόρος, όχι μόνιμος στη γη).
6) Ως ελληνική η παιδεία της παραδό­σεώς μας «ζητεί την αλήθεια», ως φιλο­σοφία. Και η ζητούμενη «σοφία» είναι η ένσαρκη Παναλήθεια, ο Ιησούς Χριστός, ως το πλήρωμα της Αλήθειας. Η ρίζα τού προβλήματος είναι, συνεπώς, στην ουσία της ελληνικότητας, που παρέλαβε η Δύση (αναγέννηση). Ποια σχέση έχει η ελληνι­κότητα της Ευρωπαϊκής αναγέννησης με τη «ζήτηση της αλήθειας», ώστε να μπορεί ο ευρωπαίος άνθρωπος να φθάσει στην «ενσαρκη Παναλήθεια»; Αυτή την ελληνικό­τητα και τη δυναμική της θεωρεί αστασίαστο στοιχείο της ελληνορθόδοξης παιδείας ο Πατροκοσμάς: «Η Εκκλησία μας είναι εις την ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσης τα Ελληνικά, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα, που ομολογεί η Εκκλησία μας». Η ελληνομάθεια, συνεπώς, είναι αναγκαία, διότι βοηθεί στην προσέγγιση της χριστια­νικής αγωγής: «Από το σχολείον - γράφει σ' άλλο σημείο - μανθάνομεν, το κατά δύναμιν, τι είναι Θεός, τι είναι η αγία Τριάς, τι είναι άγγελοι, τι είναι αρχάγγελοι, τι είναι δαίμονες, τι είναι παράδεισος, τι είναι κόλασις, τι είναι αμαρτία, τι αρετή. Από το σχολείον μανθάνομεν τι είναι (...) ο τίμιος γά­μος, τι είναι ψυχή, τι είναι κορμί (σώμα)· τα πάντα από το σχολείον τα μανθάνομεν».
Αυτά τα λόγια τού αγίου Κοσμά περι­γράφουν την ουσία τού ελληνορθόδο­ξου σχολείου και το περιεχόμενο της προσφερόμενης από αυτό παιδείας. Αυτή είν­αι η παιδεία μας, αλλά και η παιδεία της αρ­χαίας ενωμένης Ευρώπης. Την παιδεία αυ­τή, ως «ανάμνηση», ανάδυσή της δηλαδή στη σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα, είναι χρέος μας να προτείνουμε στη σημερινή Ε­νωμένη Ευρώπη των απογόνων τού Καρλο­μάγνου. Με την προϋπόθεση βέβαια, ότι την έχουμε εμείς, ή, τουλάχιστον, αγωνιζόμεθα να την ξαναβρούμε. Διαφορετικά η Ευρώπη «ουκ αν λάβοι παρά τού μη έχοντος»! Έ­χουμε άρα τη δυνατότητα να προσφέρουμε στους Ευρωπαίους Εταίρους μας τον πνευ­ματικό θησαυρό της ελληνορθόδοξης παρά­δοσής μας, που είναι ο μεγαλύτερος πλούτος μας; Αν δεν το κάμουμε, εγκληματούμε κα­τά της Ευρώπης, αρνούμενοι συγχρόνως την φωτιστική αποστολή μας στον κόσμο.
«ΕΚ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΣΟΥ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ» ΔΙΜΗΝΙΑΙΟΝ ΕΝΟΡΙΑΚΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ Ι.Ν. ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΠΕΡΙΣΣΟΥ Έτος 2ον, Τεύχος 7ον ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1999
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον   


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2012/01/blog-post_9256.html#ixzz2ewh9Haut

Το όνομα Ρωμηός και η ιστορική του σημασία

Το όνομα Ρωμηός και η ιστορική του σημασία


του π. Γεωργίου Μεταλληνού

Για το όνομα Ρωμηός (= Ρωμαίος) υπάρχει μεγάλη σύγχυση, σ’ εκείνους φυσικά που ερασιτεχνικά ασχολούνται με την ιστορία, ενώ όσοι έχουν τις επιστημονικές προϋποθέσεις μπορούν να κατανοήσουν την έννοια και ιστορική σημασία των εθνικών μας ονομάτων.
Το όνομα «Έλλην» είναι το κυριότερο όνομα του έθνους των Ελλήνων. Η έννοιά του όμως ποικίλλει κατά περιόδους και άλλοτε είναι φυλετική και άλλοτε εθνική ή πολιτιστική ή θρησκευτική, στους τελευταίους δε αιώνες καθαρά εθνική. Είναι όμως γεγονός, ότι (κατά τον Αριστοτέλη) αρχαιότερο είναι το όνομα Γραικός για το έθνος μας και με αυτό μας ονόμαζαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι. Από τον 8ο όμως αιώνα (Καρλομάγνος και το περιβάλλον του) το ανατολικό μέρος της αυτοκρατορίας («Βυζάντιο») ονομαζόταν Γραικία και οι κάτοικοί της Γραικοί, αλλά με μειωτική έννοια (αιρετικοί και κίβδηλοι). Το υβριστικό αυτό υπόβαθρο διατήρησε το όνομα αυτό στα χείλη των δυτικών, ως τον αιώνα μας. Ενώ, λοιπόν, καυχώμεθα και για το όνομα μας αυτό (Γραικοί), όταν χρησιμοποιείται σε δυτικά κείμενα (παλαιότερα), πρέπει να γνωρίζουμε την αληθινή του σημασία.
Το όνομα Γραικός στη Δύση, από τον 8ο αιώνα, δηλώνει τον μη γνήσιο Ρωμαίο, διότι το όνομα Ρωμαίος διεκδικούσε ο φραγκολατινικός κόσμος. Το 962 ιδρύθηκε από τους απογόνους του Καρλομάγνου, του μεγαλύτερου εχθρού του Ελληνισμού, η «Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους», υποκαθιστώντας (θεωρητικά) την Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης Κωνσταντινουπόλεως. Η Ενωμένη Ευρώπη, υπό την (πραγματική) ηγεσία της Γαλλίας (Φραγκιάς) και της Γερμανίας (Τευτονίας), δηλαδή των φραγκολατινικών εθνοτήτων (οι σημερινοί Άγγλοι είναι οι Νορμανδοφράγκοι και οι λαοί της Κεντρικής Ευρώπης οι Λομβαρδοφράγκοι), δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τη διάλυση της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης – Ρωμανίας. Ρωμανία ονομαζόταν η αυτοκρατορία, που εκτεινόταν αρχικά σ’ Ανατολή και Δύση.
Είναι γεγονός, ότι το όνομα Ρωμαίος γενικεύθηκε στην (αρχαία) Ρωμαϊκή αυτοκρατορία το 212 (Constitutio Antoniniana του Καρακάλλα). Από το 330 όμως (εγκαίνια Νέας Ρώμης) η αυτοκρατορία γίνεται Χριστιανική και ελληνική (πλήρης εξελληνισμός από τον Ιουστινιανό ως τον Ηράκλειο, 6-7ος αι. ). Μη λησμονούμε, ότι και η Παλαιά Ρώμη (της Ιταλίας) έλαβε όνομα ελληνικό (Ρώμη), τον 4ο δε αιώνα π. Χ. Ονομαζόταν «πόλις ελληνίς» (Ηρακλείδης ο Ποντικός). Το 330 η νέα πρωτεύουσα της νέας Χριστιανικής αυτοκρατορίας (Μ. Κωνσταντίνος) ονομάσθηκε (όχι Κωνσταντινούπολη, αλλά) Νέα Ρώμη, διότι η Παλαιά Ρώμη μεταφέρθηκε ολόκληρη στην ελληνική Ανατολή (Translatio Urbis). Το όνομα Κωνσταντινούπολις θα της δοθεί ταυτόχρονα προς τιμήν του ιδρυτού της. Στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (380, κανόνας γ’) και στην Δ΄ (451, καν. 28) λέγεται ρητά, ότι «εικότως» έλαβε η νέα πρωτεύουσα ίσα «πρεσβεία» με την Παλαιά Ρώμη, «δια το είναι αυτήν Νέαν Ρώμην». Γι’ αυτό όλοι οι αυτοκράτορες, Έλληνες εκ καταγωγής στη συντριπτική τους πλειονότητα, ως τον ουσιαστικά Νεοέλληνα Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο (+ 1453), θα ονομάζονται και θα αυτοκαλούνται «αυτοκράτορες των Ρωμαίων». Γιατί;
Από το 330 το όνομα της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης είναι Ρωμανία. Το όνομα αυτό αναφέρεται ήδη τον 4ο αιώνα από το Μ. Αθανάσιο. Το όνομα Βυζάντιο για το κράτος θα εμφανισθεί για πρώτη φορά σε Φράγκους συγγραφείς — Ιερώνυμος Βολφ—το 1562. Πριν από το έτος αυτό ποτέ δεν ονομάσθηκε η αυτοκρατορία Βυζάντιο. Οι κάτοικοι του κράτους ονομάζονται Ρωμαίοι, μολονότι πολιτιστικά είναι όλοι Έλληνες και πνευματικά Ορθόδοξοι. Ελληνισμός ρωμαϊκός κρατικός φορέας και Ορθοδοξία είναι τα συστατικά μεγέθη της Νέας αυτοκρατορίας. Βέβαια, το κύριο στοιχείο της αυτοκρατορίας είναι οι εκ καταγωγής (φυλετικά, δηλαδή) Έλληνες.
Το όνομα Ρωμαίος ήταν λοιπόν κρατικό, σε μία αυτοκρατορία που ήταν πολιτιστικά (γλώσσα, παιδεία) απόλυτα ελληνική, και όχι φυλετικά. Επειδή δε η Κωνσταντινούπολη νέα Ρώμη δια των Αγίων της έγινε προπύργιο της Ορθοδοξίας, το όνομα Ρωμαίος σημαίνει, τελικά, Ορθόδοξος πολίτης της Νέας Ρώμης (Όχι της παλαιάς, που έγινε το κέντρο του Παπισμού από τον 11ο αιώνα -σχίσμα). Αυτό ομολογούν οι Ορθόδοξοι και Έλληνες Πατριάρχες της Ανατολής στον διάλογό τους με τους Αγγλικανούς Ανωμότους τον 18ο αιώνα (1716-1725). «… Πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην καλουμένων». Οι Έλληνες, δηλαδή, μαζί με όλους τους Ορθοδόξους της Εθναρχίας (που ήταν συνέχεια της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας) ονομάζονται εδώ Γραικοί, διότι έτσι μας ονόμαζαν από τον 8ο αιώνα οι ευρωπαίοι (Grec, Grieche, Greco) και Νεορωμαίοι, ως πολίτες και πνευματικά τέκνα της Νέας Ρώμης. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο Ν. Σπηλιάδης (στενός συνεργάτης του Καποδίστρια) στα Απομνημονεύματά του λέγει ότι ο Ι. Καποδίστριας ήθελε να δημιουργήσει «Νεορωμαϊκήν αυτοκρατορίαν» (ανακοίνωση καθηγ. Π. Χριστοπούλου), δηλαδή να αναστήσει την Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης Κωνσταντινουπόλεως, που φυσικά δεν το ενέκρινε η Ευρώπη των απογόνων του Καρλομάγνου.
Το όνομα Ρωμαίος, συνεπώς, αν μέχρι το 330 μπορεί να θεωρηθεί κατά κάποιο τρόπο όνομα δουλείας και υποταγής, από το έτος εκείνο είναι για τους Έλληνες όνομα τιμής και δόξας, αφού μόνο αυτό (και όχι το ανύπαρκτο ως κρατικό, μέχρι το 1562, Βυζάντιο) χαρακτηρίζει την αυτοκρατορία μας και τη θέση μας σ’ αυτήν. Ρωμηά ήταν η Αθηναία Βασίλισσα Ευδοκία (5ος αι. ), Ρωμηά και η (κυβερνώσα) αυτοκράτειρα Ειρήνη, πάλι Αθηναία, τον 8ο αι. Στην Αθήνα ήλθε και ο Ρωμαίος, αλλά Έλληνας Μακεδόνας, Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος, για να προσκυνήσει την Παναγία την Αθηνιώτισσα στον Παρθενώνα. Είναι τραγικό, αλήθεια, αυτό που λειτούργησε ιστορικά ως σύνθεση ευεργετική για το Έθνος – Γένος μας, εμείς οι δυτικοθρεμμένοι Νεοέλληνες να το εκλαμβάνουμε ως αντίθεση.
Το όνομα Ρωμαίος όμως φανερώνει την ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας. Ρωμαίος σημαίνει τελικά Ορθόδοξος Χριστιανός, ενώ το Έλλην, από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά, μπορεί να σημαίνει μόνο τον αρχαιολάτρη τύπου Γεμιστού Πλήθωνος ή και τον Τέκτονα εκδυτικισμένο και φραγκόφιλο. Όταν, συνεπώς, απορρίπτεται ή και πολεμείται το όνομα Ρωμαίος Ρωμηός, πρέπει να ερευνάται και η αιτία, η προέλευση δηλαδή της πολεμικής. Είναι απλώς ανιστόρητη αρχαιολατρία, δυτική επίδραση ή και πολεμική κατά της Ορθοδοξίας;
Ως Ρωμαίοι οι Έλληνες δηλώνουμε τον σύνδεσμο του έθνους μας με την Ορθόδοξη, αγιοπατερική παράδοση και την Ορθόδοξη ταυτότητα μας. Γι’ αυτό έχουμε τη συνείδηση, ότι εθνικά φυλετικά είμασθε Έλληνες ή και Γραικοί (όλα δικά μας είναι) πνευματικά, όμως, δηλαδή στην πίστη μας, είμασθε Ρωμαίοι Ρωμηοί, δηλαδή Ορθόδοξοι Χριστιανοί και όχι εξωμότες Γραικύλοι και «γενίτσαροι» προς την Οθωμανική Ανατολή (Τουρκιά) ή την αλλοτριωμένη Δύση (Φραγκιά). Όταν οι πατέρες μας στη διάρκεια της δουλείας έλεγαν για κάποιον Έλληνα: ετούρκευσε ή εφράγκευσε, σήμαινε: χάνοντας την Ορθόδοξη πίστη του, έπαυσε να είναι και Έλληνας. Αυτά βέβαια ως τον 19ο αιώνα. Στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, όπως άλλωστε και στο «Βυζάντιο», νομικά, Έλληνας μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ανεξάρτητα από την καταγωγή του, ως πολίτης του κράτους, προστατευόμενος συνταγματικά — και πολύ ορθά — από τους νόμους.

Βασική Βιβλιογραφία

Παν. Κ. Χρήστου, Οι περιπέτειες των Εθνικών Ονομάτων των Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 1991. Π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Ελληνισμός Μετέωρος, Αθήνα 1992.
Του ίδιου, Πολιτική και Θεολογία, Κατερίνη 1990, σ. 51 κ. ε.
Π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, Αθήνα 19812.
Βλέπε και το βιβλίο τού π. Γ. Δ. Μεταλληνού: «Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;» σελ. 247 – 267.
καθώς και την ιστοσελίδα: http://www.oodegr.com/neopaganismos/romi/onoma_rwmanias_1.html
Πηγή: από το νέο περιοδικό «ΕΡΩ», του ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ-ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ», τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010
www.enromiosini.gr
ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2010/04/blog-post_2281.html#ixzz2ewgmu7KL

ΕΘΝΕΡΓΕΣΙΑ ΣΤΓΚΡΟΥΣΗ ΔΥΟ ΟΡΑΜΑΤΩΝ

Εθνεγερσία: Σύγκρουση δύο οραμάτων





Ομιλία του Καθηγητού Φιλοσοφίας Χρήστου Γιανναρά σε επετειακή εκδήλωση του Αρσακείου Πατρών (24 Μαρτίου 2008)
Κάποτε τις ομιλίες που γίνονταν στις επετείους τις εθνικές, τις ονομάζαμε «πανηγυρικός της ημέρας». Η έκφραση δήλωνε, νομίζω, ακριβώς τη σύνοψη του νοήματος της πανηγύρεως. Ήταν μια πανήγυρις η εθνική εορτή. Κάτι γιορτάζαμε. Και το να γιορτάζει κάτι ένας λαός είναι φανερό. Εκφράζει πραγματικά τη χαρά του για κάτι που συνέβη και που έχει σημαδέψει το συλλογικό βίο και δεν θέλει να ξεχαστεί.
Δεν ξέρω, ένα από τα προβλήματα που πρέπει νομίζω να μας απασχολούν στο ποσοστό που γρηγορεί η συνείδηση που ανήκει σ’ ένα λαό όπως ο ελληνικός, δεν ξέρω εάν σήμερα, και μόνο η λέξη «πανήγυρις» και «πανηγυρικός», εαν έχει ρεαλιστικό αντίκρισμα. Πάντως, έτσι κι αλλιώς, νομίζω ότι η περιγραφή ή οι αναφορές οι επαινετικές για το γεγονός που γιορτάζουμε, ίσως έχουν κορεσθεί πια, έχουμε κορεσθεί από τέτοιες αναφορές, και πιθανόν ο γονιμότερος εορτασμός είναι να προβληματιζόμαστε σε κάθε τέτοια ευκαιρία και περίπτωση.


Αυτό θα τολμήσω σήμερα, περισσότερο να θέσω ένα πρόβλημα, που να γίνει αφορμή να σκεφθούμε, να ψάξουμε, να μελετήσουμε και να αποκτήσουμε, κατά το δυνατό, μια προσωπική αντίληψη, με αφορμή το πρόβλημα που θα τεθεί, παρά να σας πλουτίσω ίσως με πληροφορίες ή με γνώσεις για το γεγονός το οποίο γιορτάζουμε.
Θα ξεκινήσω με τη φράση ενός αμερικανού φιλοσόφου, παράγει πότε πότε και φιλοσόφους η Αμερική, του Ρίτσαρντ Ρώρτυ, ο οποίος λέει ότι «ένας λαός γράφει την ιστορία του όχι για να αφηγηθεί το παρελθόν του, αλλά για να δηλώσει αυτό που θέλει να είναι στο μέλλον». Νομίζω έχει μια βαρύτητα αυτή η φράση. Είναι μια επικίνδυνη φράση. Έχει μια βαρύτητα και επικινδυνότητα. Βαρύτητα, διότι πραγματικά τότε έχει νόημα η ιστορία όταν γίνεται το έδαφος στο οποίο πατάμε για να κοιτάξουμε μπροστά, για να δηλώσουμε αυτό που θέλουμε να είμαστε. Έχει επικινδυνότητα διότι στις ημέρες μας με μεγάλη ευκολία η ιστορία πλαστογραφείται. Κι έχουμε πολύ κοντά μας, πολύ έντονες τις εμπειρίες και τις παραστάσεις λαών οι οποίοι καπηλεύονται την ιστορία, πλαστογραφούν την ιστορία, για να αποκτήσουν συλλογική ταυτότητα.

Ας μείνουμε στο πρώτο, στο σκέλος της γονιμότητας της πρότασης που εξέφερε ο Ρώρτυ.
Θα ήθελα λοιπόν να πω ότι το γεγονός της 25ης Μαρτίου, η Εθνεγερσία, όπως λέμε, των Ελλήνων, κόμιζε από την πρώτη στιγμή ένα προβληματισμό, που προσωπικά θα τον όριζα σαν μια σύγκρουση δυο οραμάτων. Αυτή η σύγκρουση δεν ήταν των ημερών ή απλώς του έτους εκείνου, του 1821. Είχε αρχίσει πολύ πιο νωρίς, από τα τέλη του 18ου αιώνα. Υπήρχαν, θα ‘λεγε κανείς, δύο οράματα, δύο τρόποι να κοιτάξει το μέλλον του ο Ελληνισμός. Κοιτώντας την ιστορία του να προδιαγράψει το μέλλον και τις προοπτικές του.

Το πρώτο όραμα, νομίζω, θα έλεγα επιγραμματικά ότι συγκεφαλαιωνόταν στην τήρηση, στην εμμονή, στην επιλογή ότι ο Ελληνισμός δεν είναι απλώς μια εθνοφυλετική παρουσία μέσα στην ιστορία. Είναι πριν από αυτό μια πρόταση πολιτισμού. Σίγουρα έχει μια συγκεκριμένη εθνοφυλετική ιστορική βάση και αφετηρία. Αλλά μέσα στη διαδρομή της ιστορίας ο Ελληνισμός αποτελούσε περισσότερο μια πρόταση πολιτισμού που ενδιέφερε πανανθρώπινα, παρά ένα κλειστό, το ιδίωμα μιας κλειστής εθνικής ενότητας. Επομένως, εάν είναι πρόταση πολιτισμού, τότε δεν είναι κάτι που ανήκει μόνο σ’ ένα λαό. Ένας λαός διαχειρίζεται κυρίως, ο λαός που οι πρόγονοί του γέννησαν και συνέχισαν αυτόν τον πολιτισμό, τον διαχειρίζεται και τον προωθεί αλλά, επαναλαμβάνω, ο πολιτισμός ενδιαφέρει πανανθρώπινα.

Όταν λέμε πολιτισμός, επιτρέψτε μου μια μικρή παρένθεση, σήμερα μιλώντας για πολιτισμό νομίζω ότι ο νους μας πηγαίνει περισσότερο σε κάτι σαν ψυχαγωγία ή σαν πολιτιστικές εκδηλώσεις. Έχουμε και Υπουργείο Πολιτισμού, άκουσον άκουσον! Αν είναι ποτέ νοητό να παράγει πολιτισμό ένα Υπουργείο. Ο πολιτισμός θα έλεγα, θα συμφωνήσω με μια πρόταση είναι κι αυτή, ότι θα μπορούσε να οριστεί ως ο τρόπος του βίου μιας συλλογικότητας, μιας κοινωνίας. Πολύ συγκεκριμένα, ο τρόπος που ντυνόμαστε, ο τρόπος που χτίζουμε τα σπίτια μας, ο τρόπος που διακοσμούμε τα σπίτια μας, ο τρόπος που μαγειρεύουμε, που κάνουμε την κουζίνα μας, ο τρόπος που ερωτευόμαστε, ο τρόπος που φτιάχνουμε θεσμούς κοινής συμβίωσης κ.λ.π. Θα μου πείτε εάν είναι τόσο γενικός ο ορισμός του πολιτισμού τότε γιατί διαφοροποιούνται οι πολιτισμοί. Διότι δεν είναι πάντοτε και παντού ίδιος ο τρόπος του βίου. Το κάθε κοινωνικό σύνολο διαμορφώνει ένα τρόπο του βίου επί τη βάσει μιας ιεράρχησης των αναγκών του. Ποια ανάγκη είναι πρώτη και ποια είναι δεύτερη. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, θα το έχετε ακουστά, οι αρχαίοι Αθηναίοι, ας πούμε, ξέρουμε ότι οι ιδιωτικές τους κατοικίες ήταν πενιχρές. Δεν έχουμε τεκμήρια ούτε για μινωικά ανάκτορα ούτε για ρωμαϊκές επαύλεις. Γιατί; Γιατί αυτό που τους ενδιέφερε, αυτοί που έκτισαν αυτά τα αριστουργήματα που έκτισαν στο κέντρο της πόλης τους, τους ενδιέφερε αυτό: ο δημόσιος χώρος. Η πρώτη τους έγνοια ήταν να είναι πολίτες. Να βγουν στην αγορά. Να μετάσχουν κρίσεως και αρχής. Πίσω λοιπόν απ’ αυτή την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, με άλλα λόγια, να το πω ακόμα πιο συγκεκριμένα. Εάν εμάς εδώ σήμερα μας δημιουργηθεί πρώτη ανάγκη να μετέχουμε στα κοινά, ανάγκη πριν και από την ανάγκη να έχουμε ηλεκτρικό ψυγείο, τότε αλλάζει ο πολιτισμός. Λέω το ηλεκτρικό ψυγείο για να δώσω ένα σημάδι για πόσο ρεαλιστικές ανάγκες μιλάμε. Βέβαια, πίσω απ’ αυτή την ιεράρχηση των αναγκών υπάρχει πάντα μια νοηματοδότηση, δηλαδή ένα νόημα που δίνουμε στην ύπαρξη, στον κόσμο, στην ιστορία. Αυτό το νόημα ιεραρχεί τις ανάγκες μας. Κι αυτό το νόημα μπορεί να μην είναι συνειδητό σε όλο το κοινωνικό σύνολο. Το εκφράζουν κατ’ εξοχήν οι καλλιτέχνες, με το αισθητήριο που έχουν να διαβλέπουν και να προηγούνται στην έκφραση της κοινής εμπειρίας, οι φιλόσοφοι με τη σκέψη τους κ.λ.π. γι’ αυτό κι έχει φθάσει να ταυτίζουμε τον πολιτισμό με την τέχνη ή με την θεωρητική σκέψη.
Πολιτισμός, λοιπόν, ο τρόπος του βίου κι ο Ελληνισμός μια πρόταση τέτοιου πολιτισμού.
Μιλάμε όμως για μια εποχή στην οποία ο Ελληνισμός είναι υπόδουλος, είναι ραγιάς, είναι κάτω από την τουρκική κατοχή. Είναι φτωχός. Είναι στερημένος σε πολλές περιοχές της Ελλάδος από στοιχειώδεις υλικές ανέσεις και αγαθά. Είναι, κατά περιόδους, σε πολύ μεγάλη πτώση εκπαίδευσης, παιδείας, καλλιέργειας. Κι όμως αυτός ο λαός παράγει πολιτισμό. Σήμερα πρέπει να έχεις δεν ξέρω πόσα διδακτορικά ή δεν ξέρω ποια καλλιέργεια για να αντιληφθείς τι πολιτισμό αντιπροσώπευε η λαϊκή αρχιτεκτονική της Τουρκοκρατίας ή το δημοτικό τραγούδι ή οι φορεσιές που ήταν λαϊκό ένδυμα ή οι θεσμοί οργάνωσης της συλλογικότητας, οι κοινότητες, οι συντεχνίες, τα συνάφια κ.λ.π. Παρήγε λοιπόν πολιτισμό.
Γι’ αυτό και είχε περισσότερη την αίσθηση ότι δεν αποτελεί ο Ελληνισμός μια φυλή ή ένας έθνος, όπως ήταν η λέξη που μπήκε μέσα ση γλώσσα κυρίως με διαφορετικό περιεχόμενο απ’ τα τέλη του 18ου αιώνα, αλλά ήταν ένα Γένος. Γένος σημαίνει, αν το ερμηνεύω σωστά, ότι όποιος μετέχει σ’ αυτό το Γένος γεννιέται, μεγαλώνει, αυξάνει, μέσα σε μια πραγματικότητα τρόπου του βίου, μέσα σε μια πραγματικότητα πολιτισμού.
Βέβαια ενώ είπα ότι ήταν ραγιάς ο Έλληνας την εποχή εκείνη, δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς το γεγονός ότι υπάρχουν φαινόμενα που δηλώνουν και μια οικονομική ευρωστία που μας εκπλήσσει. Ας πούμε, οι καραβοκυραίοι, οι οποίοι οργώνουν την Μεσόγειο, είναι κυρίαρχοι των ναυτικών οδών και του εμπορίου στη Μεσόγειο. Οι έμποροι οι οποίοι οργώνουν τις αγορές της Ευρώπης.

Και εδώ θέλω να κάνω μια παρατήρηση. Αξίζει να μελετήσει κανείς πώς μετανάστευαν οι Έλληνες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Και πώς μεταναστεύουν από τη στιγμή που ιδρύεται το Ελλαδικό κράτος. Θα έλεγα ότι στους αιώνες της Τουρκοκρατίας οι Έλληνες μεταναστεύουν από θέσεως ισχύος. Κι αυτό μπορεί να το πιστοποιήσει κανείς αν επισκεφθεί, ας πούμε, το τι άφησαν πίσω τους ως κτήρια και ως επιτέυγματα στην Τεργέστη, στην Βιέννη, στο Μόναχο, στο Παρίσι. Τα κτίσματα που άφησαν οι ελληνικές κοινότητες εκείνων των αιώνων είναι πραγματικά μια έκπληξη.

Ένα άλλο στοιχείο, λέω τώρα το τι βάσεις τι ερείσματα είχε το όραμα ότι οι Έλληνες αντιπροσωπεύουν κυρίως ένα πολιτισμό, ένα άλλο στοιχείο είναι ότι ήδη από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, κατά κανόνα, οι μεγάλοι δραγουμάνοι της Υψηλής Πύλης, δηλ. οι υπουργοί των εξωτερικών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ήταν Έλληνες. Κι αυτό για λόγους ανάγκης. Ήταν οι πιο καλλιεργημένοι, οι μόνοι που μπορούσαν να διαχειριστούν τις διεθνείς σχέσεις της αυτοκρατορίας. Οι ηγεμόνες της Μολδαβλαχίας. Ακόμα ευρύτερα, ήδη στον 18ο αιώνα, και κυρίως βέβαια μετά τον 19ο, ήδη στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το ελληνικό στοιχείο ήταν το υπέρτερο, το κυριαρχικό. Οι τουρκικοί πληθυσμοί, παρ’ όλο που ήταν οι κατακτητές, απωθούνταν λίγο στο περιθώριο του κοινωνικού βίου. Μιλώ για περιπτώσεις πόλεων όπως η Σμύρνη, η Τραπεζούντα, η Οδησσός κ.λ.π.

Αυτά τα δεδομένα όλα, ενίσχυαν το όραμα το οποίο να πω τώρα και ποιοι κυρίως το εκπροσώπησαν. Ήταν το όραμα των Φαναριωτών και το όραμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη. Το όραμα ότι ενδέχεται, εάν συνεχίσουν με αυτή την δυναμική, να υπάρξει μια ένδοθεν άλωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Από μέσα να αλωθεί. Κάτι το οποίο είχε ως προηγούμενο αυτό το οποίο συνέβη με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο εξελληνισμός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, κυρίως βέβαια από την εποχή του Κωνσταντίνου και μετά, και κυρίως την εποχή του Ιουστινιανού, ήταν ένα προηγούμενο το οποίο έδινε λαβή για να αρθρωθεί, να συλληφθεί αυτό το όραμα. Μάλιστα είχε εμφανιστεί και η άποψη ότι μπορούν να εκληφθούν οι Οθωμανοί ως μια από τις δυναστείες που γνώρισαν στο λεγόμενο Βυζάντιο οι Έλληνες, ως να ηγεμονεύουν οι αυτοκράτορες στη Nova Roma, στη Νέα Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Να μιλάμε δηλαδή για τη δυναστεία των Οσμανιδών, όπως μιλάγαμε για τη δυναστεία των Ισαύρων, των Παλαιολόγων και άλλων. Κυρίως όμως από πλευράς πολιτικής, αυτό το όραμα είχε μέσα του την προτεραιότητα της έγνοιας για την διάσωση του Ελληνισμού στην έκταση και την εξάπλωσή του στον τότε κόσμο, των Βαλκανίων, της Μικράς Ασίας, της Μέσης Ανατολής.
Όταν στα τέλη του 18ου αιώνα, με τη Γαλλική επανάσταση, με τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, πρωτοεμφανίζεται θεωρητικά η έννοια του έθνους – κράτους, δηλ. μιας οργάνωσης κρατικής, η οποία βασίζεται πλέον σε αντικειμενικά στοιχεία ενότητας και συνοχής μιας κοινωνικής ομάδας, όπως είναι η γλώσσα, όπως είναι η κάποια κοινή ιστορία, όπως είναι η θρησκεία κ.λ.π. Όταν εμφανίζονται αυτές οι ιδέες και τις εγκολπώνονται κάποιοι Έλληνες διανοούμενοι, κυρίως στο χώρο της Δύσης, η αντίδραση των Φαναριωτών και του Πατριαρχείου είναι πάρα πολύ σαφής. Οι ιδέες τότε του έθνους – κράτους, όπως θα δούμε αμέσως μετά αναλυτικότερα, συνδέονται, ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, με το ενδεχόμενο να αναστηθεί ένα έθνος – κράτος στα όρια της Αρχαίας Ελλάδας. Ένα έθνος – κράτος το οποίο να επαναναστήσει την πραγματικότητα εκείνου του Ελληνισμού, που οι Ευρωπαίοι εκτιμούσαν, θαύμαζαν και ήθελαν να είναι οι συνεχιστές του από τους προηγούμενους αιώνες, ήδη από τον Ευρωπαϊκό Μεσαίωνα.
Αλλά εάν πραγματοποιείτο ένα τέτοιο όραμα, τότε όλοι οι χριστιανικοί, ελληνικοί και ορθόδοξοι πληθυσμοί της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Ρωμυλίας, της Δυτικής Μακεδονίας, θα ήσαν έκθετοι στην τουρκική βία, στο μαχαίρι του Τούρκου, όπως θα λέγαμε πολύ απλά. Με άλλα λόγια η έγνοια των Φαναριωτών και του Πατριαρχείου, που στους τέσσερις αιώνες της Τουρκοκρατίας έπαιξαν ένα ρόλο ηγετικό για τη διάσωση του Ελληνισμού, ήταν ακριβώς να περισωθεί ολόκληρος ο Ελληνισμός κι όχι μόνο το όραμα των κλασικιστών της Ευρώπης, το όραμα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού για την επανίδρυση, κατά κάποιο τρόπο, της Αρχαίας Ελλάδας.
Βέβαια, αυτό το όραμα να σωθεί η αυτοκρατορία και όχι να γεννηθεί ένα έθνος – κράτος, κατασυκοφαντήθηκε, ήδη μέχρι τις μέρες μας, πάρα πολύ, χαρακτηρίστηκε ως φιλοτουρκισμός, ως ενδοτισμός απέναντι στους Τούρκους κ.λ.π. Υπάρχουν κάποια στοιχεία τα οποία επιτρέπουν αυτή την διαστροφή, νομίζω, της ιστορικής πραγματικότητας, και ήτανε κάποια κείμενα τα οποία έφτασαν να πουν, όχι αβάσιμα, ότι ήτανε μια δωρεά του Θεού το ότι υποτάχθηκε ο Ελληνισμός στους Τούρκους, δηλαδή σ’ ένα γένος, σ’ ένα λαό χαμηλότερης πολιτιστικής στάθμης και γι’ αυτό δεν απορροφήθηκαν οι Έλληνες σ’ ένα άλλο πολιτισμό, ώστε να χάσουν την ιδιαιτερότητά τους.

Υπήρξε ένα κείμενο Η Πατρική Διδασκαλία του Αθανάσιου του Πάριου, το οποίο εκφράζει ακριβώς αυτή την άποψη, ότι να ευχαριστούμε το Θεό που είμαστε σκλάβοι στους Τούρκους και όχι στους Φράγκους, που εκεί ήταν εμφανέστερος ο κίνδυνος με την ανάπτυξη που γνώρισε η Ευρώπη από τον 17ο κυρίως αιώνα και μετά να υπάρξει μια απορρόφηση, μια αφομοίωση του Ελληνισμού.
Έτσι, αυτό το όραμα της αυτοκρατορίας κατόρθωσε να διασώσει την ευρύτητα της πραγματικότητας του Ελληνισμού ήδη εκείνη την εποχή, μέσα στη γεωγραφική περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Μια πραγματικότητα, η οποία διασώθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Οδυσσέας Ελύτης λέει χαρακτηριστικά ότι μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, με την ελληνική γλώσσα, αν μιλούσες ελληνικά, είχες αμέσως ένα γλωσσικό διαβατήριο, με το οποίο κυκλοφορούσες άνετα από τα βάθη της Μικράς Ασίας μέχρι τη Νότια Ιταλία κι απ’ τις παραδουνάβιες ηγεονιές μέχρι την Αίγυπτο. Πράγματι όλη αυτή η έκταση ήτανε, νομίζω η έκφραση είναι πολύ πολύ προσεγμένη και χαρακτηριστική, σ’ όλη αυτή την έκταση είχες τα ελληνικά ως γλωσσικό διαβατήριο. Υπήρχε μια συνείδηση μετοχής σ’ ένα κοινό πολιτισμό, πέρα από φυλετικές και εθνοτικές διακρίσεις.
Εδώ να προσθέσω μια λεπτομέρεια. Ξέρετε στους ιστορικούς λαούς είναι ολίγον αντιφατικό να ζητάει κανείς – και λέω ιστορικούς λαούς που επέζησαν - είναι αντιφατικό η φυλετική ομοιογένεια. Ο αείμνηστος Νίκος Σβορώνος, ένας ιστορικός που δεν υπέταξε ποτέ την ιστορική έρευνα στις ιδεολογικές του προτιμήσεις, έλεγε: «Μη μου ζητάτε φυλετική ομοιογένεια. Εγώ κάνω ιστορία δεν κάνω ζωολογία». Εκείνο το οποίο είναι η έκπληξη στην περίπτωση του Ελληνισμού είναι ότι επί τρεισίμισι χιλιάδες χρόνια διασώζεται μια γλωσσική παράδοση, η ίδια γλωσσική παράδοση, με τις εξελίξεις τις φυσιολογικές που έχει η γλώσσα και μια κοινή συνείδηση μετοχής σ’ αυτήν την παράδοση.
Αυτό είναι το βασικό στοιχείο και επίσης θα προσέθετα, δεν το λέει ο Σβορώνος αλλά είναι νομίζω αρκετά τεκμηριωμένο, την δυνατότητα που είχε αυτός ο λαός να αφομοιώνει προσλήματα, τα οποία ερχόντουσαν σαν σφήνες μέσα στην ζωή του και την ιστορία του.
Απ’ τη Ρωμαϊκή κατάκτηση μέχρι το 1821 στον κυρίως ελλαδικό χώρο, πραγματοποιήθηκαν δεκαεπτά διαδοχικές εισβολές και εγκαταστάσεις διάφορων φύλων και φυλών. Μέχρι σήμερα νομίζω ακόμα εδώ στην Πελοπόννησο σώζονται, σαν δεύτερη ονομασία, τοπωνύμια και ονομασίες οικισμών και χωριών με σλαβικά ονόματα. Ποιος μπορεί να αποδώσει διαφορετική, να πει δεν είναι αμιγώς ελληνικός ο πληθυσμός της Πελοποννήσου.
Γι’ αυτό, νομίζω, ότι η θέα των Φαναριωτών είχε αυτή την ευρύτητα και δυναμική: Να βλέπει ότι αυτό που συνιστά την ταυτότητα ενός λαού δεν μπορεί να είναι αντικειμενικό κριτήριο που το προσδίδουμε εκ των υστέρων, αλλά είναι η ταυτότητα βιούμενη και πραγματοποιούμενη ως τρόπος της ζωής του ανθρώπου.
Ένας απόηχος αυτού του οράματος της αυτοκρατορίας σώθηκε, νομίζω, μέχρι την Μικρασιατική καταστροφή περίπου, σ’ αυτό που ονομάζουμε Μεγάλη Ιδέα και που απέβλεπε πραγματικά στην διάσωση, κατά το δυνατό, του Ελληνισμού πέρα και έξω από στενά φυλετικά και εθνικά όρια.

Το αντίπαλο όραμα, το υπαινίχθηκα προηγουμένως, ήταν το όραμα μιας ομάδας διανοουμένων οι οποίοι κυρίως ζούσαν και δρούσαν στην Δυτική Ευρώπη. Το αντιπροσωπευτικό, συμβολικό θα έλεγα όνομα, που συνοψίζει τη στάση αυτών των διανοουμένων είναι ο Αδαμάντιος Κοραής. Οι διανοούμενοι αυτοί ζούσαν στην Δυτική Ευρώπη και ήταν εντελώς φυσικό να μετέχουν, να ζουν, να βιώνουν, την έκπληξη και τον θαυμασμό γι’ αυτό που συντελείτο στην Δυτική Ευρώπη, επαναλαμβάνω από τον 17ο αιώνα και μετά. Η Βιομηχανική επανάσταση, ο καινούριος πλούτος που εισέρεε στην Ευρώπη, μετά την ανακάλυψη της Αμερικής, μετά των Ινδιών κ.λ.π. αποικίες που συνεισέφεραν στον πλούτο και στην ανάπτυξη των ευρωπαϊκών κρατών και ταυτόχρονα η ανάπτυξη των επιστημών, η ανάπτυξη της σκέψης, κυρίως δε με την εμφάνιση της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού, όταν αυτές οι κοινωνίες πια ένιωσαν ότι μπορούν να είναι αυτόνομες και να αποτινάξουν έναν άλλου τύπου ζυγό που είχαν πράγματι ζήσει στους μέσους αιώνες, τους πραγματικά σκοτεινούς, δηλαδή μια απόλυτη κυριαρχία πάνω στην κοινωνική πραγματικότητα θρησκευτικών κυρίως θεσμών και παραγόντων, τελείως διαφορετικών και παραλλαγμένων απ’ ότι γνώριζε και γνώρισε στην πορεία της η Ελληνική ανατολή.
Λοιπόν, αυτό το θαύμα της ανάπτυξης της Ευρώπης, οι Έλληνες διανοούμενοι, οι οποίοι ερχόντουσαν από μια χώρα με όλα τα υστερήματα που περιέγραψα προηγουμένως, και με πρώτη εικόνα αυτά τα υστερήματα και όχι μια εποπτεία και των θετικών δυναμικών στοιχείων που επίσης ανέφερα, ήταν σχεδόν φυσικό να εκστασιάζονται. Να θαυμάζουν «τα πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας γένη». Και να πιστεύουν ότι, να, κάτι τέτοιο θέλουμε να ξαναγίνει η Ελλάδα. Αυτό το «κάτι τέτοιο» έβρισκε ανταπόκριση στους Φιλέλληνες της Ευρώπης, οι οποίοι σπουδάζουν τα κείμενα των αρχαίων ελλήνων – άλλο ερώτημα πώς και με ποια οπτική και με ποια ερμηνευτική στάση τα προσέλαβαν ήδη από τον 10ο αιώνα με τον Σχολαστικισμό – πάντως καλλιεργούσαν ένα θαυμασμό για την Αρχαία Ελλάδα και αυτός ο θαυμασμός ήταν το έρεισμα, όπως είπα και πριν, για να τροφοδοτείται ένα δεύτερο όραμα, να απαλλαγεί από τον τουρκικό ζυγό, αυτό το ένδοξο κομμάτι των νότιων Βαλκανίων, το κομμάτι στο οποίο άνθησαν η Αθήνα, η Θήβα, η Σπάρτη, όλα αυτά τα ένδοξα ονόματα του αρχαίου παρελθόντος.

Επομένως, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ήταν έτοιμος να βοηθήσει σε μια εξανάσταση ενός έθνους – κράτους, με τη νεωτερική πια έννοια του όρου, που θα ανάσταινε ακριβώς την Αρχαία Ελλάδα. Κι αυτό πήγαινε πάρα πολύ στους Έλληνες διανοουμένους. Αδιαφορούσαν για την τότε πραγματικότητα του Ελληνισμού, όπως την περιέγραψα, για τα πολιτιστικά του επιτεύγματα εκείνης της εποχής και μ’ ένα άλμα, με μια αερογέφυρα, πήγαιναν πίσω 25 αιώνες, για να θαυμάσουν την Αθήνα του Περικλή, τους μεγάλους φιλοσόφους της αρχαιότητας, και κατά το δυνατό να αναχθούν και να αναστήσουν εκείνο το παρελθόν, ωσάν η ιστορία πράγματι να μπορεί να λειτουργήσει με άλματα και με υπερπήδηση τόσων γενεών.
Μάλιστα, το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για την Αρχαία Ελλάδα, είχε δημιουργήσει και την τεχνητή ή αυθόρμητη πεποίθηση ότι η αρχαιοελληνική παράδοση δε συνεχίζεται πια στη σκλαβωμένη περιοχή αυτή που κατοικούν κάποιοι ελληνόφωνοι λαϊκοί και η παράδοση συνεχίζεται στην Δύση. Το σχήμα ότι η Αρχαία Ελλάδα τελειώνει με τον Ιουστινιανό και το κλείσιμο, συμβολικά, το 527 των τελευταίων φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας και μεταλαμπαδεύεται η αρχαιοελληνική παράδοση πού και πότε; Μα στη Δύση, από το 12ο – 13ο αιώνα και μετά, κυρίως με το ρεύμα του Σχολαστικισμού, που αντιπροσωπεύει και την πρώτη αξιοποίηση της αριστοτελικής παράδοσης. Μη ξεχνάτε, ο Αριστοτέλης μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα λατινικά στα μέσα του 12ου αιώνα. Η μετάφραση γίνεται από τα αραβικά στα λατινικά και τότε οι καινούριοι κάτοικοι της Ευρώπης, αυτοί οι οποίοι είχαν κατακλύσει τα ευρωπαϊκά εδάφη από τον 4ο,5ο,6ο μέχρι και τον 7ο αιώνα μ.Χ. τα καινούρια φύλα, τα βαρβαρικά φύλα, όπως μέχρι σήμερα αυτοαποκαλούνται, στην ιστορική τους διαπραγμάτευση αυτά τα φύλα. Αυτό το σχήμα κυριάρχησε και επεβλήθη. Ο Κοραής το προσέλαβε με τέτοια συνέπεια, ώστε έφτιαξε την περίφημη θεωρία της Μετακένωσης. Δηλαδή, οι Έλληνες που ζουν σήμερα στην κυρίως Ελλάδα δεν έχουν καμία σχέση με ελληνικότητα. Είναι, όπως είπα πριν, παρεφθαρμένοι γραικοί. Εάν θέλουμε να ξαναγίνουν Έλληνες, πρέπει να εκδυτικιστούν πρώτα, ώστε να παραλάβουν και να προσλάβουν από την Δύση την ελληνικότητα που εκεί στη Δύση διασώθηκε, έτσι ώστε να ξανακερδίσουν την ελληνικότητά τους, μέσω της Δύσεως.
Αυτή είναι η θεωρία της Μετακένωσης. Ο ίδιος οΚοραής θέλησε να συμβάλλει σ’ αυτή την μετακένωση δημιουργώντας και μια γλώσσα γι’ αυτούς τους γραικούς που έπρεπε να εξελληνιστούν. Μια καθαρεύουσα γλώσσα, που να καθαρεύει δηλαδή, από προσμίξεις μεταγενέστερες και βαρβαρικές.
Από το γραφείο του στο Παρίσι μια τεχνητή γλώσσα έπρεπε να επιβληθεί και να ομιλείται από τους νεοέλληνες, μόνο για να δηλώνεται η συνέχειά τους, η απευθείας συνέχειά τους από την Αρχαία Ελλάδα.
Κοντολογής αυτό ήταν το δεύτερο όραμα. Η σύγκρουση των δύο οραμάτων, εκεί, όπως είπα, στα τέλη 18ου αρχές 19ου αιώνα, πήρε κάποιες στιγμές και οξεία διάσταση. Κυρίως ανάμεσα στον Κοραή προσωπικά και στην ομάδα των Κολλυβάδων. Μια ομάδα λόγιων μοναχών αγιορειτών, και όχι μόνο, οι οποίοι είχαν αναλάβει ένα πελώριο έργο για τη μόρφωση και την καλλιέργεια αυτού του υπόδουλου λαού, μεταφράζοντας σε δημώδη γλώσσα ζωντανή, κείμενα τόσο της αρχαιότητας, όσο κυρίως της βυζαντινής λεγόμενης παράδοσης.

Επιτρέψτε μου μια δεύτερη παρένθεση. Νομίζω ότι αγνοούμε – ενώ τόση συζήτηση κάνουμε τα τελευταία χρόνια με άλλη αφορμή για διπλές ονομασίες, για πλαστογραφήσεις της ιστορίας – νομίζω ότι αγνοούμε οι περισσότεροι Έλληνες, ότι η λέξη «Βυζάντιο», «βυζαντινός» και «Βυζαντινή αυτοκρατορία» είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές πλαστογραφίες που πέτυχε η Δυτική ιστοριογραφία.
Εάν λέγατε σ’ ένα κάτοικο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως, ότι είναι βυζαντινός ή ότι ανήκει στη βυζαντινή αυτοκρατορία, δεν θα καταλάβαινε τι του λέτε. Βέβαια η λέξη «Βυζάντιο» υπήρχε. Ήταν το όνομα της πολίχνης που ίδρυσαν οι Μεγαρείς τον 7ο αιώνα π.Χ., ο Βύζας ο Μεγαρεύς, στον Κεράτιο κόλπο. Ο Ξέρξης κατέστρεψε αυτή την αποικία και στα ερείπια αυτής της αποικίας ο Κωνσταντίνος ο Μέγας έκτισε τη Nova Roma, τη Νέα Ρώμη, την καινούρια πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κανείς δεν διανοήθηκε να ονομάσει ην αυτοκρατορία ή τους πολίτες της «Βυζάντιο» ή «Βυζαντινούς». Στο 17ο αιώνα ένας δεύτερης κατηγορίας ιστορικός στην Δύση, ο Ιερώνυμος Βολφ, μίλησε για πρώτη φορά για «Βυζάντιο» και «Βυζαντινή αυτοκρατορία». Γιατί; Διότι όλη η ιστοριογραφία στη Δύση διεκδικούσε την ονομασία για την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους. Ήδη από τον Καρλομάγνο και μετά, αυτή φιλοδοξία υπήρχε. Ότι εμείς είμαστε οι συνεχιστές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και όχι η Νέα Ρώμη – Κωνσταντινούπολη.
Λοιπόν, επεβλήθη τόσο καθολικά αυτή η πλαστογραφία που σήμερα δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, εάν δεν μιλήσουμε για «βυζαντινή τέχνη» για «βυζαντινή αυτοκρατορία» για «βυζαντινή ιστορία». Δεν θα μας καταλάβουν τι λέμε. Παρ’ όλα αυτά δεν παύει να υπάρχει η εκκρεμότητα της πλαστογράφησης αυτής.

Τα δύο οράματα ήρθαν σε σύγκρουση, συγκρούστηκαν σε επίπεδο διανόησης και συγγραφών, αλλά η κρίσιμη στιγμή ήταν όταν εξερράγη η επανάσταση. Δεν είναι τυχαίο, μέχρι την τελευταία στιγμή, τα δύο οράματα, θα έλεγε κανείς, εντοπίζονται στο γεγονός ότι η επανάσταση εκρήγνυται αρχικά στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, στη Μολδοβλαχία, και εν συνεχεία στην Πελοπόννησο.
Στην ιστορία δεν επιτρέπονται ερωτήματα «τι θα γινότανε αν». Αποκλείονται. Παρ’ όλα αυτά, θα ήθελα να σκεφθείτε καμιά φορά, έτσι για τη χαρά του προβληματισμού, τι θα είχε συμβεί εάν η επανάσταση είχε πετύχει στη Μολδοβλαχία και είχε αποτύχει στον Μοριά. Ποια θα ήταν η πραγματικότητα του Ελληνισμού σήμερα.
Πέτυχε πάντως στο Μοριά, ελευθερώθηκε ένα κομμάτι, μικρό, ελάχιστο, του Ελληνισμού, ιδρύθηκε το πρώτο ελληνικό κράτος, το οποίο άφηνε έξω από τα σύνορά του τα τρία τέταρτα των ελληνόφωνων πληθυσμών της εποχής εκείνης.
Το δεύτερο μεγάλο γεγονός που σημαδεύει την εξέλιξη έστω αυτού του μικρού ελεύθερου τμήματος, που συνιστά Ελλαδικό κράτος, είναι η δολοφονία του Καποδίστρια. Ο Καποδίστριας ήτανε στο αντίπαλο απ’ τον Κοραή στρατόπεδο, και δεν μπορούμε να ξέρουμε πού θα πήγαινε, προς τα πού θα βάδιζε αυτό το μικρό κρατίδιο, έστω να διατηρούσε τη συνείδηση ότι διαχειρίζεται ένα πολιτισμό και δεν ορίζει και εξαντλεί την ελληνική παρουσία μες στην ιστορία.
Όμως με τη Βαυαροκρατία, εκείνο το οποίο επικρατεί ως όραμα, ως ιδεολογία, ως επίσημη θέση – επίσημη κρατική ιδεολογία – είναι ο Κοραϊσμός. Δεν θα επιμείνω παραπάνω σ΄ αυτό. Νομίζω από κει και πέρα οι εμπειρίες και οι γνώσεις όλων μας είναι πολύ σαφείς. Θα θυμίσω απλώς, έτσι λίγο χτυπητά, ότι με την ίδρυση του Ελλαδικού κράτους, με την Βαυαροκρατία κ.λ.π., ο Ελληνισμός παύει να παράγει πολιτισμό. Μέχρι τότε, τέσσερις αιώνες, θα το ξαναπώ, μες στη φτώχεια, την σκλαβιά, την υποτέλεια, την αγραμματοσύνη πολλές φορές, αυτός ο λαός κατορθώνει να παράγει πολιτισμό. Και μ’ αρέσει πολύ, πάρα πολύ, η φράση του Ελύτη πάλι, που λέει ότι τότε «το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο ταπεινό βαρκάκι, το χράμι, το κιούπι, αναδίνανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων».

Αυτό σταματάει με το μαχαίρι. Από την Βαυαροκρατία και μετά ο Ελληνισμός παράγει μόνο μίμηση. Μόνο μεταπρατισμό. Θέλει να μιμείται «τα πεφωτισμένα και λελμπρυσμένα» έθνη της Δύσης. Κάθε πτυχή του βίου, από την οργάνωση του δικαίου, της παιδείας, της Εκκλησίας, της πολιτικής, των θεσμών, όλα είναι αντιγραφή του Ευρωπαϊκού προτύπου. Τα πρώτα χρόνια της Βαυαροκρατίας το εθνικό τυπογραφείο στο Ναύπλιο, λειτουργούσε περίπου ως μεταφραστικό τμήμα. Μετέφραζε από τα γερμανικά κυρίως αστικό κώδικα, ποινικό κώδικα, νομολογίες, όλα, τα πάντα.
Η ζωγραφική, δύο σχολές: η σχολή του Μονάχου, η σχολή του Παρισιού. Η μουσική, κάθε πτυχή του βίου δεν έχει πια κανένα ίχνος παραγωγής ελληνικής ταυτότητας.
Σ’ αυτή την απομίμηση, βέβαια, οι Έλληνες πετυχαίνουν κάποια πολύ σημαντικά επιτεύγματα. Η Μαρία Κάλλας, ο Δημήτρης Μητρόπουλος, ο Ιάνης Ξενάκης, ο γιατρός Παπανικολάου, ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Πολύ μεγάλες φυσιογνωμίες του 20ου αιώνα. Αλλά ποιού; Του δυτικού πολιτισμού. Συμπτωματικά, έτυχε να γεννηθούν στην Ελλάδα. Η σημασία τους και η συμβολή τους δεν έχει τίποτα να κάνει με την ελληνική συνέχεια και την ελληνική ιδιοπροσωπία.
Πρόβλημα τίθεται, με σαφήνεια, αυτής της αλλοτρίωσης, νομίζω για πρώτη φορά, με τη λεγόμενη γενιά του ’30. Τότε, μέσα από το έργο και τη δημιουργία αυτής της ομάδας (Πικιώνης, Τσαρούχης, Αγγελική Χατζημιχάλη, Παπαλουκάς, Κόντογλου), για πρώτη φορά κάποιοι έλληνες αντιλαμβάνονται ότι, πράγματι αυτό που υπήρχε πριν, στην Τουρκοκρατία, ήταν ένα επίτευγμα πολιτισμού για το οποίο όχι απλώς μπορούν να μην ντρέπονται, αλλά μπορούν πραγματικά να το θαυμάζουν.
Βέβαια από πολλές πλευρές ήταν ήδη αργά. Ίσως πια ο διαποτισμός των Ελλήνων από τη δυτικότροπη, τη μεταπρατική αντίληψη είχε προχωρήσει πολύ βαθιά, ίσως είχε συμβεί εν πολλοίς κι αυτό το οποίο απεύχοντο και φοβάντουσαν οι Φαναριώτες, δηλ. όλοι οι ελληνικοί πληθυσμοί, της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Ρωμυλίας κ.λ.π. είχαν ήδη εξαφανιστεί από το ιστορικό προσκήνιο. Ο Ελληνισμός είχε συρρικνωθεί σ΄ αυτό το κρατίδιο, το οποίο συρρικνώνεται και σήμερα. Αλλά η γενιά του ’30 έμεινε χωρίς συνέχεια ουσιαστικά. Μπορεί να επηρέαζε και να επηρεάζει ακόμα κάποιες πτυχές καλλιτεχνικής δημιουργίας, δεν πέρασε ποτέ στα επίπεδα ύψους αποφάσεων, που λέμε. Δεν πέρασε ποτέ στην πολιτική και ποτέ στην επίσημη εκπαίδευση.

Έτσι παραμένουμε ακόμα σήμερα να γιορτάζουμε την Εθνεγερσία μη έχοντας διευκρινίσει το τι αντιπροσώπευε η σύγκρουση των δύο οραμάτων και πού μπορούσε να οδηγήσει. Πού μπορεί σήμερα να οδηγήσει.

Τελειώνω απλώς υπογραμμίζοντας ότι σήμερα η πρόκληση είναι κάτι περισσότερο από επείγουσα. Είναι επιτακτική. Γιατί η Ελλάδα πλέον ως κράτος, ως έθνος – κράτος, μετέχει σ’ ένα εταιρισμό εθνών, εταιρισμό ευρωπαϊκών κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κι όταν μετέχει κανείς σ’ έναν εταιρισμό πρέπει να κομίζει μια ιδιαιτερότητα, η οποία να ενδιαφέρει και τους άλλους εταίρους. Όταν μετέχεις σ΄ έναν εταιρισμό και απλώς πιθηκίζεις τους άλλους, δεν σου δίνει κανείς σημασία. Είσαι της καρπαζιάς, όπως λέμε. Μόνο όταν κομίζεις πρόταση δική σου, η οποία να ενδιαφέρει και τους άλλους, τότε μπορείς να μετέχεις ενεργά στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού μέλλοντος. Ο Ελληνισμός δεν ήταν ποτέ ένα γκέτο. Ήταν πάντα ένα σταυροδρόμι, που δεχόταν όλα τα στοιχεία που μπορούσε να δεχθεί ιστορικά και τα αφομοίωνε σε μια δική του πρόταση πολιτισμού. Εάν αυτό χαθεί, νομίζω ότι θα έχει χαθεί και ο Ελληνισμός. Επομένως η σύγκρουση των δύο οραμάτων παραμένει ένα εξαιρετικά επίκαιρο για όλους μας πρόβλημα σήμερα.


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2010/03/blog-post_24.html#ixzz2ewfvLWcD