Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Αναφορές και επισημάνσεις για τη Σύνοδο στην Κρήτη



Αναφορές και επισημάνσεις για τη Σύνοδο στην Κρήτη 
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου 
Η Σύνοδος στην Κρήτη των Προκαθημένων και των Μητροπολιτών – εκπροσώπων δέκα εκ των δεκατεσσάρων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών απέτυχε να επιτελέσει το σκοπό της. Χρειάστηκαν 55 χρόνια για να παρουσιαστεί η εικόνα μιας διαιρεμένης Ορθόδοξης ποιμαίνουσας Εκκλησίας. 
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος δικαίως ήταν δύσθυμος κατά τη λήξη της Συνόδου. «Από την κούραση», μας είπε Μητροπολίτης, που είναι αλήθεια. «Από τη συναίσθηση της ιστορικής του ευθύνης» μας είπε κάποιος άλλος. Πράγματι η ιστορική του ευθύνη είναι μεγάλη. Ως πρόεδρος Της απέτυχε να δείξει στην οικουμένη ενωμένη την Ορθόδοξη Εκκλησία. Είναι όντως επαχθές για την υστεροφημία του το ότι δεν εκπροσωπήθηκαν στη Σύνοδο τα περίπου δύο τρίτα των Ορθοδόξων Χριστιανών. Η μεγάλη προπαγανδιστική προσπάθεια, που έγινε να προβληθεί πως στη Σύνοδο της Κρήτης ενισχύθηκε η ενότητα των Ορθοδόξων, έπεσε στο κενό. Η πραγματικότητα πίσω από τα στημένα σκηνικά είναι αδυσώπητη. 

Ευγενικοί Ιεράρχες οι Μάρκοι της Συνόδου



Η Σύνοδος Αγία και Μεγάλη με απουσίες σημαντικές, τελείωσε. Τα κείμενα υπογράφηκαν και θα πάρουν την θέση τους στην ιστορία ως κειμήλια οικουμενικότητας ή οικουμενισμού. Τώρα θα αρχίσουν οι δεύτερες αναγνώσεις από ανθρώπους και υπεράνθρωπους, από υποστηρικτές ή αντιθέτους.
Σίγουρα θα είναι μια από τις μικρότερες Συνόδους, αφού δεν κατάφερε να συγκεντρώσει σε αριθμούς, τόσα πρόσωπα όσα κατέγραψαν με την υπογραφή τους, ότι παρέστησαν στις Οικουμενικές Συνόδους.
Αν το 325 η Σύνοδος ξεκίνησε στις 19 Ιουνίου και συγκέντρωσε 318 Θεοφόρους Πατέρες, η Αγία και Μεγάλη μπορεί να ξεκίνησε την ίδια ημερομηνία, αλλά έπεσε αριθμητικά σε παρουσίες ανθρωπίνων προσώπων.
Όμως αυτό που αναζητάται είναι το ποιός θα αναλάβει τον τόπο του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Μητροπολίτου Εφέσου, αφού σήμερα Εφέσου δεν υπάρχει και το κείμενο για τον Χριστιανικό Κόσμο διαρρέεται ότι δεν το υπέγραψαν τρείς.
Ναυπάκτου δεν υπέγραψε ουδέν εποιήσαμεν, θα λένε περίλυποι οι κρυμμένοι πίσω από τα παραπετάσματα αιρετικοί. Μα δεν υπέγραψαν ούτε οι Λεμεσού και Μόρφου και ας μην μίλησαν στην Σύνοδο. Αναδείχθηκαν δυναμικά αντίθετοι του Προκαθημένου τους.


Το αν δεν υπέγραψαν και άλλοι θα το μάθει η ιστορία, όταν θα αναδεικνύει τους νέους Τρείς Ιεράρχες Ιερόθεο Αθανάσιο και Νεόφυτο, τους τρίτους στην σειρά μετά τους Βασίλειο, Γρηγόριο, Ιωάννη και Φώτιο, Γρηγόριο και Μάρκο.

Δοκίμιο για την αριστοτελική προβληματική



ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Η ΔΥΣΕΥΡΕΤΗ  ΕΠΙΣΤΗΜΗ       
  Κεφάλαιο  Ι

 ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ Ή Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
«Παντοδύναμοι ξένοι,
αναπόφευκτα άστρα»
(P. VALERY, La jeune Parque)
1. Ενότητα και «χωρισμός»
Ο «χωρισμός»
   
  Η αριστοτελική μεταφυσική, ή τουλάχιστον αυτή που αποκαλούμε με αυτό το όνομα, είναι κληρονόμος δύο ακολουθιών προβλημάτων. Εξετάσαμε έως εδώ, μέχρι τον τελικό σκοπό της, που είναι η σύσταση μιας επιστήμης του καθαυτό όντος, την μία από αυτές τις ακολουθίες: ποία είναι η προϋπόθεση που καθιστά σημαίνοντα, δηλαδή κάτοχο ενός μοναδικού νοήματος, τον ανθρώπινο λόγο; Από ερώτημα σε απάντηση και από  απάντηση σε νέο ερώτημα φτάσαμε σε αυτή την τελευταία ερωτηματική διατύπωση: πώς ο ανθρώπινος λόγος περί του όντος μπορεί να είναι ένας; Έτσι καταλήξαμε να μεταθέσουμε στο καθαυτό όν, ως συνάρτηση του λόγου εν γένει, την προβληματική της κτηθείσας ενότητας μέσω της «ζητούμενης» συνάφειας του ίδιου του λόγου. Οι σοφιστικές μελέτες του λόγου, όπως η αξίωση των σοφιστών και των ρητόρων να «αποφαίνονται επί παντός», αποτέλεσαν για μας μιαn ιστορική ευκαιρία και ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα εμπλουτισμού αυτής της προβληματικής.
     Δεν μπορούμε εν τούτοις να αποκρύψουμε – κάτι που ανταποκρίνεται τόσο απόλυτα στην παραδοσιακή ερμηνεία, ώστε να είναι περιττό να επιμείνουμε – ότι η αριστοτελική «μεταφυσική» έχει και άλλες πηγές, που προέρχονται από τον Πλάτωνα, και ακόμη προγενέστερες, αυτές του Παρμενίδη. Η αποφασιστική ρήξη ανάμεσα στην σφαίρα της σταθερής πραγματικότητας, και για τούτο προσιτής στην έκφραση, και την σφαίρα της κινούμενης πραγματικότητας, και για τούτο μη επιδεχόμενης μια διατύπωση με σταθερούς όρους, αυτή η ρήξη, σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη στιγμή και αν την τοποθετήσουμε, παραμένει μια από τις σπάνιες κατακτήσεις της προηγηθείσας φιλοσοφίας, την οποία ο Αριστοτέλης απέφυγε να αμφισβητήσει. Ασφαλώς μπορούμε να εξετάσουμε την εμβέλεια και κυρίως την στιγμή αυτής της ρήξης: διαχωρίζει μήπως το όν από το μη-όν, ή συντελείται εντός τού όντος; Και σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση, διαχωρίζει τον αισθητό κόσμο από τον κόσμο των υπερβατικών Ιδεών, ή κατ’ οικονομία ενός άλλου κόσμου θα πρέπει να την τοποθετήσουμε εντός τού μοναδικού γνωστού ως υπαρκτού κόσμου; Γνωρίζουμε ότι σε ένα από τα νεανικά του έργα, στο οποίο αναφέρεται ο Κικέρων, ο Αριστοτέλης φαίνεται να αποδίδει στις διαστάσεις μιας απλής εσωκοσμικής αντιπαράθεσης τον πλατωνικό διαχωρισμό των δύο κόσμων: ο ορατός Ουρανός δεν είναι πλέον η αντανάκλαση ενός νοητού σύμπαντος, αλλά είναι ο ίδιος η νόηση, το αιώνιο, το άφθαρτο, το θείο, ή τουλάχιστον, όπως θα διευκρινίσει αργότερα ο Αριστοτέλης, «αυτό που φανερώνεται εντός των θείων πραγμάτων» (τα φανερά των θείων Ε, 1, 1026a 17)  – ενώ η πλευρά του κόσμου στην οποία ζούμε υπόκειται στην γέννηση και τον θάνατο. Πρόκειται για έναν φαινομενικό μετριασμό της πλατωνικής αντιπαράθεσης, και ακόμη περισσότερο αυτής του Παρμενίδη, ο οποίος όμως, όπως θα δούμε, εγκαθιστώντας τον δυισμό στους κόλπους του ίδιου του κόσμου, καθιστά ακόμη πιο επείγουσα την ανάγκη να τον υπερβούμε.
     Είναι φανερό ότι η πιστοποίηση δια της απλής παρατήρησης των άστρων, της ύπαρξης οντοτήτων τών οποίων η συνεχής και ενδεχομένως αιώνια κίνηση τα καθιστά, σύμφωνα με μια σεβαστή παράδοση, θεία όντα, επέτρεψε την αναγωγή μιας κάθε άλλο παρά ουτοπικής αναζήτησης σε έναν πνευματικό χώρο που δεν ασχολείται καθόλου με ό,τι γεννιέται και πεθαίνει. Για τον λόγο αυτό  Αριστοτέλης στα Μεταφυσικά συνδέει συνεχώς το ερώτημα, εάν υπάρχουν άλλα όντα από τα αισθητά, με το ερώτημα, εάν υφίσταται μια φιλοσοφία, ή τουλάχιστον μια διαφορετική φιλοσοφία από την φυσική, που να προηγείται αυτής στην τάξη της γνώσης. «Εάν δεν υπήρχε άλλη ουσία από αυτές που συνιστά η φύση, η φυσική θα ήταν η πρώτη επιστήμη· εάν όμως υπάρχει μια ουσία ακίνητη, αυτή θα προηγείται, δίνοντας προβάδισμα στην φιλοσοφία». Η επιστήμη που την εκπροσωπεί θα αποκληθεί θεολογία, διότι «εάν το θείο βρίσκεται κάπου παρόν, θα είναι παρόν σε μια τέτοια φύση».

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Λογική και απόδειξη ύπαρξης του Θεού



katsaouni-euthanasia_28_UPΟ λόγος έφτασε στο απόγειό του με το σχολαστικισμό, ένα επιστημονικό θεολογικό κίνημα που κυριάρχησε στη Δύση από το 9ο μέχρι τον 16ο αιώνα. Σύμφωνα με το σχολαστικισμό οι έννοιες δεν είναι απλά ονόματα, γιατί αντιστοιχούν σε κάποια ουσία. Με βάση τα αρχέτυπα (universalia) οι σχολαστικοί πίστευαν ότι αυτό που υπάρχει ως πραγματικότητα στον κόσμο υπάρχει ταυτόχρονα ως αρχέτυπο και έξω απ’ αυτόν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, υποστήριζαν ότι ο Θεός υπάρχει, γιατί ο ανθρώπινος νους έχει συλλάβει την παράστασή του.
Η χρήση της λογικής στην απόδειξη της ύπαρξης του Θεού υπό την επιρροή συνεχίστηκε κατά το Μεσαίωνα από θεολόγους της δυτικής Ευρώπης. Κορυφαίος εκπρόσωπος του σχολαστικισμού υπήρξε ο Θωμάς Ακινάτης του οποίου η ανθρωπολογία επηρέασε τη Δυτική φιλοσοφική διανόηση και θεολογική σκέψη. Ο Ακινάτης το 13ο αιώνα έχει θεωρηθεί συνεχιστής της θεωρίας της ουσιοκρατίας201.
Η παρατήρηση και ο στοχασμός στα δεδομένα των αισθήσεων αποτελούν τα μέσα για τη διεξαγωγή συμπερασμάτων. Θεωρεί ότι η θεολογία μπορεί να εφαρμόσει συλλογιστικά μέσα για την κατανόηση του Θεού σε ζητήματα που δεν άπτονται της δογματικής202 όπως τα χαρακτηριστικά Του. Η διάκριση του Θεού από τα δημιουργήματα γίνεται για τον Ακινάτη μέσα από τη διάκριση ουσίας και ύπαρξης.
Σε κάθε πεπερασμένο ον για τον Θωμά Ακινάτη διακρίνεται η ουσία του από την ύπαρξή του. Η ουσία του αποτελεί τη δυνατότητα ύπαρξης ενώ η ύπαρξή του την πραγματοποιημένη δυνατότητα. Επομένως η ύπαρξη δίνει τη δυνατότητα στην ουσία να δράσει. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η ουσία δεν μπορεί να καθοριστεί παρά μόνο μέσα από την ύπαρξη. Μόνο ο Θεός ως αυθύπαρκτο ον δεν έχει διάκριση ουσίας και ύπαρξης. Ο Ακινάτης, χρησιμοποιεί την επιστήμη της φυσικής για να για να προσεγγίσει μεταφυσικά ζητήματα.
Ο Ακινάτης χρησιμοποίησε την αρχή της αναλογίας203 ταυτίζοντας την έννοια του Θεού με την ύπαρξή Του. Αν ο άνθρωπος έχει γνώση του Θεού, αυτό συμβαίνει γιατί ο Θεός υπάρχει. Επομένως η νοητική διαδικασία είναι αυτή που στηρίζει το ίδιο της το αντικείμενο. Γνωρίζω έμφυτα κάτι άρα αυτό υπάρχει.

Ο διάβολος είναι πρόσωπο, μια συγκεκριμένη οντότητα;•Από Dogma


διάβολος

Ο διάβολος είναι πρόσωπο; Είναι άραγε μια συγκεκριμένη οντότητα; Ποιά είναι η διδασκαλία των πατέρων;

Κατά την βιβλιοπατερική παράδοση ο διάβολος δεν είναι προσωποποίηση των παθών, αλλά πρόσωπο που δημιουργήθηκε από το Θεό ως άγγελος και όταν έχασε την κοινωνία μαζί του έγινε σκοτεινό πνεύμα, διάβολος. Ο διάβολος, ως πρόσωπο, έχει αυτεξούσιο, δηλ. ελευθερία, την οποία δεν παραβιάζει, ούτε καταργεί ο Θεός.
Το μυστήριο της ανομίας ενεργείται στην ιστορία, ο διάβολος εξακολουθεί να γεννά το κακό και να κάνει το καταστροφικό του έργο από τη στιγμή που εμφανίσθηκε η Εκκλησία. Η βιβλική και πατερική παράδοση, έξω από κάθε θεωρητική και ηθική θεώρηση του καλού και του κακού, μιλά για τον πονηρό αντίπαλο του Θεού και τον εχθρό του ανθρώπου. Είναι ο διάβολος στον οποίο υπάρχει μόνο η άρνηση και ο οποίος καταστρέφει και νεκρώνει τα πάντα, γιατί είναι πνεύμα νεκρότητας κατ’ αποβολήν της όντως ζωής.
Συνεπώς ο διάβολος είναι μια συγκεκριμένη οντότητα, μια συγκεκριμένη ύπαρξη. Εισέρχεται με την ύβρη, την οίηση και την πλάνη στην ιστορία, ως θεοκτόνος και ανθρωποκτόνος, σαν η απάτη και το ψέμα του μηδενός, σαν το παράσιτο που παρωδεί και περιπαίζει τη δημιουργία και τον άνθρωπο. Η αμαρτία, τα πάθη, ο θάνατος είναι το κακό που εκείνος γεννά με τη διαστροφή και το μίσος του και πάνω στο οποίο ασκεί την εξουσία και κυριαρχία του. Το κακό δεν είναι άθροισμα ανθρωπίνων πράξεων, αλλά μία ενεργός πρόκληση που έχει τη ρίζα της στη δαιμονική αρχή, σε μία αρχή δηλαδή έξω από τον άνθρωπο και τη φύση του και που η ανθρώπινη ελευθερία μπορεί να δέχεται ή να αρνείται.
Ο διάβολος προήλθε από τη βούληση και ενέργεια του Θεού. Οι δαίμονες δεν δημιουργήθηκαν δαίμονες από το Θεό εξ αρχής, γιατί ο Θεός δεν δημιούργησε το κακό, αφού τα πάντα εποίησε καλά λίαν. Εδημιουργήθηκαν άκακοι κατά την ουσία και τη φύση τους, ελεύθεροι, ανεξάρτητοι και αυτεξούσιοι κατά τη θέληση και επιθυμία τους, όπως ακριβώς συνέβη με τους αγγέλους. Μετά δε την οικειοθελή πτώση τους από την αλαζονεία τους τα λεπτά, αερώδη και άχραντα σώματά τους μετεβλήθησαν σε ζοφώδη και άμαυρα, ένυλα και εμπαθή.
Επειδή κατά τη δημιουργία τους οι δαίμονες συνέστησαν ολόκληρο τάγμα θεωρείται ότι είναι πολυάριθμοι και διακρίνονται σε ομάδες και τάξεις. Το πλήθος των δαιμόνων και η διάκρισή τους σε ομάδες και διαβαθμίσεις στηρίζεται στην πολυωνυμία και στο έργο τους. Όντες λοιπόν οι δαίμονες πολυάριθμοι και ποικιλώνυμοι αγωνίζονται αδιάλειπτα για την ματαίωση του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Μη δυνάμενοι να βλάψουν αμέσως το Θεό, στρέφονται προς τους ανθρώπους και τους πολεμούν με την δαιμονώδη σοφία τους, θολώνουν τις βουλές μας, μας πειράζουν δημιουργώντας πειρασμούς, κάνουν τα πάντα για να πληγώσουν τον άνθρωπο, ενεργούν δια των παθών, μας πολεμούν με τις θλίψεις, φέρουν εμπόδια στην προσευχή. Μετέρχεται τόσους τρόπους ώστε εάν ο Θεός είναι ο Ων, ο διάβολος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ο μετασχηματιζόμενος.

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας, Περί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν ἔτει 1351 μ.Χ. συγκληθείσης Συνόδου ὡς Ἐνάτης Οἰκουμενικῆς



 
 
 


Η εισήγηση αυτή του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γόρτυνος κ. Ιερεμίου, όπως και η παρομοία εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου περί της 8ης Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίες στρέφονται κατά της αιρέσεως του Παπισμού, δεν εξεφωνήθησαν στην Ιεραρχία το 2011, αν και υπήρχαν στην ημερησία διάταξη, λόγω εξαντλήσεως του χρόνου σε άλλα θέματα. Ο ευσεβής λαός ερμήνευσε το γεγονός της μη εκφωνήσεως των εισηγήσεων αυτών στην Ιεραρχία από τό ότι σ᾽ αυτές συγκρούεται η Ορθόδοξη με την Παπική αιρετική διδασκαλία.
Ὁ Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως
               Ἰερεμίας
Περί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν ἔτει 1351 μ.Χ. συγκληθείσης Συνόδου ὡς Ἐνάτης Οἰκουμενικῆς
Μακαριώτατε Δέσποτα
καί Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Πατέρες,

Κατά πρῶτον εὐχαριστῶ γιά τήν τιμή στό ταπεινό μου πρόσωπο νά ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας καί μάλιστα νά ὁμιλήσω γιά τήν ἐν Κων/πόλει Σύνοδον τοῦ ἔτους 1351, ἡ ὁποία γιά τήν σπουδαιότητα τοῦ θέματος μέ τό ὁποῖο ἀσχολήθηκε ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς Θ´ Οἰκουμενική Σύνοδος. Στό θέμα τῆς Συνόδου αὐτῆς συγκρούεται καί μάλιστα σφοδρῶς ἡ πίστη μας μέ τήν αἵρεση τοῦ παπισμοῦ. Ἡ διδασκαλία δέ τῆς ἐν λόγῳ Συνόδου πρέπει νά διαποτίζει τήν ποιμαντική μας καί τά κηρύγματά μας, ἀλλ᾽ ἐπειδή αὐτό ἐν πολλοῖς δέν γίνεται, γι᾽ αὐτό καί οἱ χριστιανοί μας χωλαίνουν θεολογικά καί παρουσιάζουν λειψή πνευματικότητα.
1. Κατά τόν τίτλο τοῦ θέματος πού μοῦ ἐδόθη πρός ἀνάπτυξη καλοῦμαι νά ὁμιλήσω περί τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς ἐν Κων/πόλει Συνόδου τοῦ ἔτους 1351 ὡς Θ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Στήν Ἱστορία ἔχουμε ἐπίσημα ἑπτά Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀλλά εἶναι λάθος νά πιστεύουμε ὅτι σταματοῦν σέ αὐτές μόνο οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, ὅπως εἶναι λάθος πάλι νά λέγομε ὅτι σταμάτησαν οἱ Πατέρες στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό ἤ τόν Μέγα Φώτιο. Πάντοτε στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο ἀναδεικνύει Πατέρες καί πάντοτε στήν Ἐκκλησία συμβαίνουν κρίσεις καί συγκαλοῦνται οἱ Ἱεράρχες σέ Συνόδους γιά τήν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Γενικά λέγομε ὅτι ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει συγκληθεῖσα Σύνοδος τοῦ 1351 ἔχει τά χαρακτηριστικά τῆς Θ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γιατί (α) εἶχε ὡς ἀντικείμενο ἕνα σπουδαῖο θέμα, στό ὁποῖο συγκεφαλαιώνεται ὅλη ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί πνευματικότητα καί στό ὁποῖο θέμα συγκρούονται δύο παραδόσεις, ἡ ὀρθόδοξη καί ἡ φραγκολατινική. (β) Εἶναι Οἰκουμενική ἡ Σύνοδος αὐτή, γιατί ἀσχολήθηκε μέ σοβαρό δογματικό θέμα, τό ὁποῖο εἶναι συνέχεια τῶν θεμάτων πού ἀπασχόλησαν τήν ἀρχαία Ἐκκλησία. Τόν 4ο αἰ. οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀντιμετώπισαν τήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα. Καί ἡ Σύνοδος τοῦ 1351 στήν Κωνσταντινούπολη, γιά τήν ὁποία μιλᾶμε, ἀντιμετώπισε τήν αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστή.  Ἀκόμη, ἀφοῦ ἡ Σύνοδος αὐτή κατέγινε μέ τό δόγμα περί τῶν θείων ἐνεργειῶν, φέρεται ὡς συνέχεια τῆς ΣΤ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἀποφάνθηκε ὅτι ὁ Χριστός ἔχει δύο θελήσεις, θεία καί ἀνθρώπινη, πράγμα πού μνημονεύει ὁ Τόμος τῆς Συνόδου τοῦ 1351. Μάλιστα οἱ αἱρετικοί τούς ὁποίους καταδίκασε ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅπως τό λέγει ὁ Τόμος της, εἶναι χειρότεροι τῶν Μονοθελητῶν, τούς ὁποίους καταδίκασε ἡ ΣΤ´ Οἰκουμενική Σύνοδος. (γ) Θεωρεῖται ἀκόμη ὡς Οἰκουμενική ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1351, διότι ἀποδέχθηκε τίς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Συνόδων, διότι τεκμηρίωσε ὅλη τήν θεολογία τῶν κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τήν διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καί διότι ὁ Τόμος της ὑπεγράφη ἀπό ὅλους καί διότι, τέλος, στό «Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας», πού ἐκφράζει τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά τήν νίκη καί τόν θρίαμβο τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ Πατέρες πρόσθεσαν καί τά «κατά Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου κεφάλαια» τῆς Συνόδου αὐτῆς. Καί τέλος (δ) τό σοβαρότερο: Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ 1351 θεωρεῖται ὡς Οἰκουμενική, διότι ἀνέπτυξε τήν διδασκαλία της ὁ θεούμενος πατήρ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Πραγματικά τήν αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως καί τῶν ἄλλων Συνόδων προσδίδουν κυρίως οἱ θεούμενοι καί θεοφόροι ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι τήν συγκροτοῦν.1
2. Ἀλλά θά δικαιωθεῖ ὁ χαρακτηρισμός τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει συγκληθείσης Συνόδου τοῦ 1351 ὡς Οἰκουμενικῆς, ἄν γνωρίσουμε καλύτερα τό θέμα της ἤ καλύτερα τά θέματά της μέ τά ὁποῖα ἀσχολήθηκε.
Ἡ Σύνοδος κατεδίκασε τόν αἱρετικό Βαρλαάμ καί τούς ὁμόφρονές του, ἀνεκήρυξε δέ τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς ὀρθόδοξη, ὡς διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Βαρλαάμ ἀρχικά ἦταν ὀρθόδοξος, πολύ λόγιος ἀνήρ, μέ μεγάλη ἀγάπη στήν φιλοσοφία καί στά ἑλληνικά γράμματα. Ἦρθε στόν τόπο μας ἀπό τήν Κάτω Ἰταλία καί, ἀφοῦ τόν ἀναστάτωσε, ἐπέστρεψε πάλι σ᾽ αὐτήν, ἔγινε καθολικός καί τιμήθηκε ἀπό τούς παπικούς μέ τόν βαθμό τοῦ ἐπισκόπου.

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ- ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ & ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ


 Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΕΙΑ

Εἰσαγωγή - Περίληψη

Ὁ λόγος αὐτὸς γράφτηκε τὸ φθινόπωρο τοῦ 379 μ.Χ., ὅταν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπισκέφθηκε τὴν ἀδελφή του Ὁσία Μακρίνα στὸν Πόντο, γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὸ θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ τους Μεγάλου Βασιλείου. Ἡ Μακρίνα ἦταν ἄρρωστη, λίγο πρὶν τὸ τέλος της, ἀλλὰ εἶχε μαζί του ἕναν ἐνδιαφέροντα διάλογο ποὺ ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ γραφτεῖ ὁ παρὼν λόγος. Τὰ κυριώτερα σημεῖα του εἶναι τὰ ἑξῆς:
Ὁ θάνατος εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα· ὅταν τὸ σῶμα ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχή, τότε ἀποσυντίθεται στὰ στοιχεῖα ποὺ πρὶν τὸ ἀποτελοῦσαν. Καθένα στοιχεῖο τοῦ σώματος ἐπιστρέφει στὸ φυσικό του στοιχεῖο, ἔτσι ὥστε κανένα ἐπιμέρους στοιχεῖο δὲν καταστρέφεται πλήρως ἢ δὲν ἐπιστρέφει στὴν ἀνυπαρξία, καὶ τὸ σῶμα παραμένει μέσα στὰ ὅρια αὐτοῦ τοῦ κόσμου (στὸ νερό, τὸν ἀέρα, τὸ χῶμα καὶ τὸ πῦρ). Αὐτὸ εἶναι ἡ φθορά, δηλαδὴ ἀποσύνθεση καὶ ὄχι καταστροφὴ ἢ μετάπτωση σὲ κατάσταση ἀνυπαρξίας.
Ἡ ψυχὴ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀποσύνθεση, γιατὶ εἶναι ἁπλὴ καὶ ἀσύνθετη καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ διασπαστεῖ. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη καὶ ἐκτείνεται στὴν αἰωνιότητα. Τὸ μόνο ποὺ ἀλλάζει σ᾿ αὐτὴν κατὰ τὸ θάνατο εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεώς της. Ἀκόμη καὶ τότε ἡ σχέση της μὲ τὸ φθειρόμενο σῶμα δὲν διακόπτεται, καὶ ἡ ψυχὴ θὰ μπορέσει νὰ βρεῖ ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ λόγω τῆς γνωστικῆς της δυνάμεως. Οὔτε ὁ χῶρος (ἀπόσταση) οὔτε ὁ χρόνος ἐμποδίζει τὴν ψυχὴ νὰ βρεῖ τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος κατὰ τὴν ἀνάσταση.
Αὐτὸ ποὺ περιμένει τοὺς ἀνθρώπους μετὰ θάνατον εἶναι ἡ κάθαρση, ἡ ἀνανέωση καὶ ἀποκατάσταση τοῦ σώματος καὶ ἡ ἀνάσταση ὅλων. Ὁ Δημιουργὸς δὲν θέλει νὰ μείνουμε ἁπλὰ ἔμβρυα. Ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς φύσεώς μας δὲν εἶναι ἡ κατάσταση τῆς νηπιακῆς ἡλικίας οὔτε οἱ ἑπόμενες ἡλικίες οὔτε ἀκόμη ἡ καταστροφὴ τοῦ σώματος ποὺ ἔρχεται μὲ τὸ θάνατο. Ὅλα αὐτὰ εἶναι μέρος τῆς ὁδοῦ ποὺ διανύουμε. Τὸ ἔσχατο τέρμα αὐτῆς τῆς κινήσεως εἶναι ἡ ἀποκατάστασή μας στὴν ἀρχέγονη κατάστασή μας. Ἡ ψυχὴ κατὰ τὴν ἀνάσταση θὰ ἐπιστρέψει στὸ σῶμα. Οἱ δίκαιες ψυχὲς θὰ δοξασθοῦν, ἀλλὰ οἱ ἁμαρτωλὲς θὰ τιμωρηθοῦν. Ἡ καθαρὴ ψυχὴ θ᾿ ἀπολαύσει τὴ θέα τοῦ Θεοῦ.
Στὴν ἐποχή μας ἀξίζει νὰ μελετηθεῖ ἰδιαίτερα ὁ λόγος, διότι θέτει τὸ θέμα τοῦ θανάτου, τὴ φθορὰ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος, τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Ἡ ὅλη διαπραγμάτευση τοῦ θέματος ὁδηγεῖ τὸν ἀναγνώστη σὲ πρακτικὰ συμπεράσματα, ποὺ ἔχουν ἀντίκτυπο στὴν προσαρμογὴ τῆς καθημερινῆς του ζωῆς στὴν προοπτική της αἰώνιας ζωῆς, δηλαδὴ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.