Η εισήγηση αυτή του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γόρτυνος κ. Ιερεμίου, όπως και η παρομοία εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου περί της 8ης Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίες στρέφονται κατά της αιρέσεως του Παπισμού, δεν εξεφωνήθησαν στην Ιεραρχία το 2011, αν και υπήρχαν στην ημερησία διάταξη, λόγω εξαντλήσεως του χρόνου σε άλλα θέματα. Ο ευσεβής λαός ερμήνευσε το γεγονός της μη εκφωνήσεως των εισηγήσεων αυτών στην Ιεραρχία από τό ότι σ᾽ αυτές συγκρούεται η Ορθόδοξη με την Παπική αιρετική διδασκαλία.
Ὁ Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως
Ἰερεμίας
Περί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν ἔτει 1351 μ.Χ. συγκληθείσης Συνόδου ὡς Ἐνάτης Οἰκουμενικῆς
Μακαριώτατε Δέσποτα
καί Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Πατέρες,
Κατά πρῶτον εὐχαριστῶ γιά τήν τιμή στό ταπεινό μου πρόσωπο νά ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας καί μάλιστα νά ὁμιλήσω γιά τήν ἐν Κων/πόλει Σύνοδον τοῦ ἔτους 1351, ἡ ὁποία γιά τήν σπουδαιότητα τοῦ θέματος μέ τό ὁποῖο ἀσχολήθηκε ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς Θ´ Οἰκουμενική Σύνοδος. Στό θέμα τῆς Συνόδου αὐτῆς συγκρούεται καί μάλιστα σφοδρῶς ἡ πίστη μας μέ τήν αἵρεση τοῦ παπισμοῦ. Ἡ διδασκαλία δέ τῆς ἐν λόγῳ Συνόδου πρέπει νά διαποτίζει τήν ποιμαντική μας καί τά κηρύγματά μας, ἀλλ᾽ ἐπειδή αὐτό ἐν πολλοῖς δέν γίνεται, γι᾽ αὐτό καί οἱ χριστιανοί μας χωλαίνουν θεολογικά καί παρουσιάζουν λειψή πνευματικότητα.
1. Κατά τόν τίτλο τοῦ θέματος πού μοῦ ἐδόθη πρός ἀνάπτυξη καλοῦμαι νά ὁμιλήσω περί τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς ἐν Κων/πόλει Συνόδου τοῦ ἔτους 1351 ὡς Θ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Στήν Ἱστορία ἔχουμε ἐπίσημα ἑπτά Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀλλά εἶναι λάθος νά πιστεύουμε ὅτι σταματοῦν σέ αὐτές μόνο οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, ὅπως εἶναι λάθος πάλι νά λέγομε ὅτι σταμάτησαν οἱ Πατέρες στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό ἤ τόν Μέγα Φώτιο. Πάντοτε στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο ἀναδεικνύει Πατέρες καί πάντοτε στήν Ἐκκλησία συμβαίνουν κρίσεις καί συγκαλοῦνται οἱ Ἱεράρχες σέ Συνόδους γιά τήν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Γενικά λέγομε ὅτι ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει συγκληθεῖσα Σύνοδος τοῦ 1351 ἔχει τά χαρακτηριστικά τῆς Θ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γιατί (α) εἶχε ὡς ἀντικείμενο ἕνα σπουδαῖο θέμα, στό ὁποῖο συγκεφαλαιώνεται ὅλη ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί πνευματικότητα καί στό ὁποῖο θέμα συγκρούονται δύο παραδόσεις, ἡ ὀρθόδοξη καί ἡ φραγκολατινική. (β) Εἶναι Οἰκουμενική ἡ Σύνοδος αὐτή, γιατί ἀσχολήθηκε μέ σοβαρό δογματικό θέμα, τό ὁποῖο εἶναι συνέχεια τῶν θεμάτων πού ἀπασχόλησαν τήν ἀρχαία Ἐκκλησία. Τόν 4ο αἰ. οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀντιμετώπισαν τήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα. Καί ἡ Σύνοδος τοῦ 1351 στήν Κωνσταντινούπολη, γιά τήν ὁποία μιλᾶμε, ἀντιμετώπισε τήν αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστή. Ἀκόμη, ἀφοῦ ἡ Σύνοδος αὐτή κατέγινε μέ τό δόγμα περί τῶν θείων ἐνεργειῶν, φέρεται ὡς συνέχεια τῆς ΣΤ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἀποφάνθηκε ὅτι ὁ Χριστός ἔχει δύο θελήσεις, θεία καί ἀνθρώπινη, πράγμα πού μνημονεύει ὁ Τόμος τῆς Συνόδου τοῦ 1351. Μάλιστα οἱ αἱρετικοί τούς ὁποίους καταδίκασε ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅπως τό λέγει ὁ Τόμος της, εἶναι χειρότεροι τῶν Μονοθελητῶν, τούς ὁποίους καταδίκασε ἡ ΣΤ´ Οἰκουμενική Σύνοδος. (γ) Θεωρεῖται ἀκόμη ὡς Οἰκουμενική ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1351, διότι ἀποδέχθηκε τίς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Συνόδων, διότι τεκμηρίωσε ὅλη τήν θεολογία τῶν κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τήν διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καί διότι ὁ Τόμος της ὑπεγράφη ἀπό ὅλους καί διότι, τέλος, στό «Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας», πού ἐκφράζει τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά τήν νίκη καί τόν θρίαμβο τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ Πατέρες πρόσθεσαν καί τά «κατά Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου κεφάλαια» τῆς Συνόδου αὐτῆς. Καί τέλος (δ) τό σοβαρότερο: Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ 1351 θεωρεῖται ὡς Οἰκουμενική, διότι ἀνέπτυξε τήν διδασκαλία της ὁ θεούμενος πατήρ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Πραγματικά τήν αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως καί τῶν ἄλλων Συνόδων προσδίδουν κυρίως οἱ θεούμενοι καί θεοφόροι ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι τήν συγκροτοῦν.1
2. Ἀλλά θά δικαιωθεῖ ὁ χαρακτηρισμός τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει συγκληθείσης Συνόδου τοῦ 1351 ὡς Οἰκουμενικῆς, ἄν γνωρίσουμε καλύτερα τό θέμα της ἤ καλύτερα τά θέματά της μέ τά ὁποῖα ἀσχολήθηκε.
Ἡ Σύνοδος κατεδίκασε τόν αἱρετικό Βαρλαάμ καί τούς ὁμόφρονές του, ἀνεκήρυξε δέ τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς ὀρθόδοξη, ὡς διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Βαρλαάμ ἀρχικά ἦταν ὀρθόδοξος, πολύ λόγιος ἀνήρ, μέ μεγάλη ἀγάπη στήν φιλοσοφία καί στά ἑλληνικά γράμματα. Ἦρθε στόν τόπο μας ἀπό τήν Κάτω Ἰταλία καί, ἀφοῦ τόν ἀναστάτωσε, ἐπέστρεψε πάλι σ᾽ αὐτήν, ἔγινε καθολικός καί τιμήθηκε ἀπό τούς παπικούς μέ τόν βαθμό τοῦ ἐπισκόπου.