Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

02 Φεβρουαρίου, η εν τω ναώ Υπαπαντή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού - Μικρό σχόλιο στη βυζαντινή εικόνα της εορτής, Υμνολογική εκλογή.

02 Φεβρουαρίου, η εν τω ναώ Υπαπαντή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού - Μικρό σχόλιο στη βυζαντινή εικόνα της εορτής, Υμνολογική εκλογή.


«Λέγε Συμεών, τίνα φέρων εν αγκάλαις, εν τω ναώ αγάλλη;», ερωτά υμνογραφώντας ο άγιος Γερμανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στο πρώτο Στιχηρό ιδιόμελο του Εσπερινού της Υπαπαντής, ήχου α. Η βυζαντινή εικόνα της Υπαπαντής του Κυρίου, αποτολμά ν’ απαντήσει στο υμνολογικό αυτό ερώτημα μ’ ένα άλλο είδος τέχνης, περισσότερο προσιτό στο ευρύτερο σώμα των πιστών.

Η σκηνή εικονίζει την εκπλήρωση του εβραϊκού έθους. Του έθους που καθόρισε η απαίτηση του ίδιου του Θεού, «παν άρσεν το την μήτραν διανοίγον», να αφιερώνεται σ’ Αυτόν. ( Εξοδ. ιγ´ 2), όπως εμφατικά σημειώνεται και στον Ειρμό της εννάτης ωδής της Υπαπαντής. Αυτή την πραγματοποίηση του «ειθισμένου, κατά το ειρημένον του νόμου» (Λουκ. Β. 24, 27), ιστορεί η εικόνα της Υπαπαντής. Πέντε πρόσωπα απαρτίζουν την σύνθεση. Η Υπεραγία Θεοτόκος με τον Ιωσήφ φέρνουν στον ναό τον τεσσαρακονθήμερο Ιησού Χριστό. Τα δύο άλλα πρόσωπα είναι πρόσωπα του ναού, και συναντούν τους προσερχομένους εντός του ιερού χώρου. Ο Συμεών ο πρεσβύτης, άνθρωπος χαριτωμένος απ’ το Πνεύμα του Θεού, «δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ» (Λουκ. β´ 25), και η αγία Άννα η προφήτιδα, θυγατέρα Φανουήλ, σε προχωρημένη ηλικία και αυτή. Λαμπάδα λιωμένη στην υπηρεσία του ναού από τη νεότητά της, από τότε που χήρευσε. Στα χέρια της, που τόσα χρόνια διακόνησαν τις ανάγκες του ναού, κρατεί ειλητάριο με λόγους προφητικούς, που αναφέρονται στο πρόσωπο του προσφερομένου βρέφους Ιησού. «Τούτο το βρέφος, ουρανόν και γην εστερέωσεν».

Ο εικονογράφος δεν επιλέγει να ισορροπήσει τη σύνθεση σ’ ένα από τα εικονιζόμενα πρόσωπα, παρόλο που κεντρική θέση έχουν κατά βάση δύο. της Υπεραγίας Θεοτόκου, και του βρέφους Ιησού. Το κέντρο της εικόνας κατέχει το ιερό, στηριζόμενο σε τέσσερις κολώνες, στεφανωμένες από μια σινδόνη. Το ιερό με τη σινδόνη μοιάζουν να διαιρούν την εικόνα στα δύο. Άλλωστε το όλο συμβάν της Υπαπαντής του Κυρίου ενώνει δύο σαφέστατα διαφορετικούς χώρους. Το χώρο της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη. Της προσδοκίας των αιώνων, με Τον Προσδοκώμενο. Της φθοράς του γήρατος και του θανάτου, με την αφθαρσία και τη ζωή του βρέφους Ιησού.

Δεν σημαίνονται όμως μόνο συνθετικά οι δύο κόσμοι που ενοποιούνται από το γεγονός που περιγράφει η εικόνα, αλλά και υφολογικά υποδηλώνεται το διττό μήνυμα της εορτής. Η χαρά και η λύπη. Η χαρά εκπεφρασμένη από τον πρεσβύτη Συμεών. Τον γέροντα που με τρεμάμενα από το βαθύ γήρας χέρια, προσδέχεται Αυτόν που ανέμενε αιώνες η παλαιοδιαθηκική ευσέβεια, και διψούσε ο ιουδαϊκός λαός: τον λυτρωτή του κόσμου. Τον Συμεών, που αξιώνεται να γίνει θεοδόχος! Τα πόδια του λυγίζουν από ευλάβεια. Τα μάτια του κοιτούν με δέος «το σωτήριον φως» (Λουκ. Β. 30, 32) του θεανθρωπίνου Βρέφους. Τα χέρια του, σκεπασμένα από συστολή και σεβασμό με μια άκρη του ενδύματός του, γίνονται θρόνος. Θρόνος όχι για να υποδεχθούν ένα κοινό βρέφος, αλλά για να κρατήσουν Αυτόν που κρατεί ολόκληρη την οικουμένη. Τα χέρια του πρεσβύτου Συμεών, που με τόση ευλάβεια κρατούν το θείο Βρέφος πάνω από το θυσιαστήριο του ναού, θυμίζουν τόσο πολύ την εικόνα των λειτουργών ιερέων που προβάλλουν ενώπιόν μας το θυσιασμένο και αναστημένο Σώμα και Αίμα του Κυρίου Ιησού. Όλες οι γραμμές του σώματος του αγίου Συμεών, μαζί με τις πτυχώσεις των ενδυμάτων του τείνουν προς τον Κύριο. Λυγίζουν, και με μια καμπυλόγραμμη κίνηση υποτυπώνουν το δοχείο που πληρούται από το περιεχόμενό του, που δεν είναι τίποτε άλλο εν προκειμένω από τη θεία Χάρη.

Αλλά αν η χαρά και η ανέκφραστη αγαλλίαση αφορούν και αποτυπώνονται στον πρεσβύτη Συμεών, η Υπεραγία Θεοτόκος ενσαρκώνει τον πόνο και την θλίψη. Πόνο γιατί προσφέρει και αποχωρίζεται τον Υιό της. Τα χέρια της διατηρούν μια κίνηση σαν να κρατούν ακόμη τον Ιησού Χριστό, σαν να μην θέλουν να Τον αποχωρισθούν. Και ο Υιός της, φαίνεται να ανταποκρίνεται στα μητρικά της αισθήματα. Απλώνει κι αυτός το χέρι του σε μια προσπάθεια να μην αποχωρισθεί την Παναγία μητέρα Του. Μια έκφραση των αισθημάτων της τελείας ανθρωπίνης φύσεώς Του.

Ανάμεσα στην Υπεραγία Θεοτόκο και τον θεοδόχο Συμεών, υψώνεται το ιερό, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της εικόνας, σχηματίζοντας ένα φράγμα απαγορευτικό. Η Θεομήτωρ στερείται τον Υιό της, και η θλίψη της επιτείνεται από τα προφητικά λόγια του αγίου Συμεών «και σου την καρδίαν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. Β. 35). Η Παναγία πλέον αρχίζει να στρατεύεται στον δρόμο του σταυρού, που είναι το δώρο του Υιού της σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Το δώρο αυτό που χαρίζεται και στην ίδια, με μια διπλή επίπτωση. Της χαράς, της σωτηρίας και της λυτρώσεως από τη μια, και από την άλλη, της θλίψεως της μητρικής καρδιάς της μπροστά στην άρνηση αποδοχής από τον κόσμο του υιού και Θεού της. Άρνηση που θα φθάσει μέχρι τον σταυρικό θάνατο.

« Ανοιγέσθω η πύλη του ουρανού σήμερον), όπως ψάλλεται και στο Δοξαστικό των εκεκραγαρίων του Εσπερινού της Υπαπαντής, σε ήχο πλ. Του β. γι’ αυτό και ο εικονογράφος ιστορεί τα κτήρια και τις στέγες τους να συγκλίνουν σ’ Αυτόν που αγιάζει ολόκληρη την κτίση. Αυτόν που είναι «φως διασκεδάζον των απίστων εθνών την σκοτόμαιναν, και δόξαν του νεολέκτου Ισραήλ», όπως τονίζεται και στο ιδιόμελο της Λιτής της Υπαπαντής, που ψάλλεται σε ήχο α. Λυτρωτής τόσο του εθνικού ειδωλολατρικού κόσμου, όσο και του ισραηλιτικού λαού. Και το λυτρωτικό αυτό μήνυμα που αφορά όλο τον κόσμο, υποδηλώνεται από τα δύο περιστέρια, τα οποία προσφέρει ο Ιωσήφ στον ναό. Δεν ανταποκρίνονται μόνο στην καθορισμένη προσφορά, αλλά συμβολίζουν και τους δύο κόσμους, για τους οποίους προσφέρεται η θυσία του Κυρίου μας. Τον κόσμο των εθνικών και της ειδωλολατρίας, και τον κόσμο του ευεργετηθέντος Ισραήλ.

Υπαπαντή! Σημαίνει συνάντηση του Κυρίου με την προσδοκία του κόσμου.
Υπαπαντή! Καθ’ ην «Χορός αγγελικός,
εκπληττέσθω το θαύμα!
βροτοί δε ταις φωναίς,
ανακράξωμεν ύμνον,
ορώντες την άφατον
του Θεού συγκατάβασιν», όπως θαυμάσια προτρέπει το Κάθισμα της πρώτης στιχολογίας του Όρθρου της εορτής, ήχου α., και μέσα από την περιγραφική, συμβολική, αγία και ιεροπρεπή τέχνη της βυζαντινής εικονογραφίας. Ας προσκυνήσουμε λοιπόν το ιστορούμενο γεγονός. Ας προσκυνήσουμε τον νηπιάσαντα και βρεφοκρατούμενο Σωτήρα και Λυτρωτή μας

ΘΕΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Θεία Αποκάλυψη

Από OrthodoxWiki
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Θεία Αποκάλυψη ή απλώς Αποκάλυψη, ονομάζεται στη ορθόδοξη θεολογία "οι ενέργειες του Θεού, μέσω των οποίων γνωστοποιεί στα λογικά δημιουργήματα, τα μυστήρια της υπάρξεως, της φύσεως και των βουλών Αυτού κατά το μέτρο της πεπερασμένης διάνοιας αυτών"[1], ως "εστί η αγνοουμένη αληθεία θεόθεν φανέρωσις"[2]. Με άλλα λόγια θα λέγαμε πως είναι "η δημιουργία, η φανέρωση της θείας δόξας, η πορεία της κτίσης προς την τελείωση, η ενδημία του άσαρκου Λόγου και η εναθρώπησή του, πάντοτε κατά το σχέδιο της Θείας οικονομίας"[3]. Η φανέρωση αυτή μπορεί να εκδηλωθεί είτε αμέσως, είτε εμμέσως δια της φυσικής Θείας Αποκάλυψης, είτε δια λογικών οργάνων εκλεγμένων από τον Θεό. Η Θεία Αποκάλυψη στον άνθρωπο εμφανίζεται σε δύο μορφές. Την Φυσική Θεία Αποκάλυψη, που είναι παλαιοτάτη και την Υπερφυσική Θεία Αποκάλυψη, η οποία ενεργείται μέσα από έκτακτα γεγονότα, όπως τα γεγονότα της Βίβλου. Επίσης διενεργείται μέσω κομιστών, όπως οι προφήτες, οι Απόστολοι, οι Άγιοι. Στο σημείο αυτό όμως πρέπει να τονιστεί ότι τόσο η "φυσική αποκάλυψη", όσο και η "υπερφυσική αποκάλυψη" δεν μπορούν να διαχωριστούν ολοκληρωτικά. Μία τέτοια διάσπαση είναι εφεύρημα της σχολαστικής θεολογίας. Η σχέση των δύο αυτών αποκαλύψεων είναι δυναμική, "ώστε να μην εκλαμβάνονται σα δύο επάλληλα στρώματα"[4]. Έτσι "η φυσική αποκάλυψη είναι η συνολική δυναμικότητα του ανθρώπου ως προς την αντιληπτική του ικανότητα, ενώ υπερφυσική η άκτιστη και ζωοποιός ενέργεια του Θεού που απευθύνεται στον άνθρωπο"[5]. Η φυσική αποκάλυψη αποτελεί τη στοιχειώδης δεκτικότητα του ανθρώπου, η οποία εντοπίζεται στην κατ'εικόνα δημιουργία του και την ανταπόκρισή του στην παροχή της γνωστικής θείας ενέργειας[6]. Όπως μας επισημαίνει και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής "...η φυσική αποκάλυψη είναι η ίδια η δεκτικότητα των λογικών όντων και η υπερφυσική η αλήθεια που απολυτρώνει και θεώνει. Και οι δύο πάνε μαζί, οργανικά δεμένες, αναντικατάστατες"[7].
Κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία, η αποκάλυψη του Θεού δόθηκε πλήρως κατά την Πεντηκοστή, με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία, "αφού την ημέρα της Πεντηκοστής οι Απόστολοι ωδηγήθηκαν εις πάσαν την αλήθειαν υπό του Παρακλήτου Πνεύματος, ως υπεσχέθη εις αυτούς ο Κύριος"[8]. Έκτοτε, φορείς αυτής της αποκάλυψης, είναι οι άγιοι της Εκκλησίας, ιδιαίτερα οι θεούμενοι, οι οποίοι βιώνουν τη Θεία Αποκάλυψη ως εμπειρία ζωής. Εξ' αυτού του γεγονότος, προκύπτει η Ορθόδοξη θέση, ότι η αποκάλυψη του Θεού είναι η εμπειρία των αγίων, η οποία αποτελεί την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Η αποκάλυψη του Θεού, διατυπώνεται από την Εκκλησία και τους θεουμένους ανθρώπους Αυτής, με διαφόρους τρόπους, όπως με τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, με τα εγκεκριμένα από Οικουμενικές Συνόδους κείμενα των πατέρων, με την Αγία Γραφή, την Υμνολογία της Εκκλησίας, τα Λειτουργικά κείμενα. Τα ανωτέρω, θεωρούνται θεόπνευστα, επειδή περιέχουν Θεία Αποκάλυψη, αλλά αλαθήτως αποφαίνονται μόνο οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η αλλοτρίωση της ανθρώπινης ύπαρξης "με την πτώση σημαίνει αμαύρωση και διαστροφή της θείας γνώσεως στην φυσική και την υπερφυσική σχέση και όχι μόνο άρση της υπερφυσικής"[9].
Η κατανόηση υπό το πρίσμα της "Θείας Αποκαλύψεως" κρύβει ένα σημαντικό θεολογικό ζήτημα, κατά το οποίο ενυπάρχει σαφής δογματική διαφοροποίηση από την δυτική θεολογία. Όπως προαναφέρθηκε αποκάλυψη είναι η φανέρωση του Θεού στην κτίση. Έτσι λόγω της ριζικής διαφοράς μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος, η Αποκάλυψη, οι θεοφάνειες δηλαδή, είναι τελικά αυτές που οικοδομούν τη σχέση μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων και η οποία κατανοείται κατά μέθεξη του δευτέρου και θεογνωσία[10] (δηλαδή του σταδίου τελειώσεως). Η ριζική διαφορά τελίκά μεταξύ πατερικής και δυτικής θεολογίας ανακύπτει ακριβώς εδώ. Ο Θεός στην ορθόδοξη παράδοση επειδή είναι ακατάληπτος ως προς την ουσία Του γίνεται καταληπτός ως προς τις ενέργειές του και αυτό το έργο συντελείται δια μέσου των θεοφανειών, αφού τελικά αυτές (οι ενέργειες) γίνονται ο κρίκος και η γέφυρα που συνδέουν τη θεότητα με την κτίση[11]. Έτσι η Αποκάλυψη κατανοείται σωστά μόνο υπό το πρίσμα των διαρκών θεοφανειών στην κτίση και την ιστορία, αποβαίνοντας κάτι ιστορικό, δυναμικό και ζωντανό[12], ενώ οι ενέργειες αυτές νοούνται πάντα ως κάτι άκτιστο (ανόμοιο από τη κτίση) και στις οποίες ο άνθρωπος μετέχει κατά θεογνωσία και εμπειρία και όχι με τις μάτια της ορατής κτίσης.

Η Θεία Αποκάλυψη κατά τον Άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο

Το παρόν είναι τμήμα σειράς άρθρων
Εισαγωγή
στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό
Ιερά Παράδοση
Αγία Γραφή
Το σύμβολο της Πίστης
Οικουμενικές Σύνοδοι
Πατέρες της Εκκλησίας
Θεία Λειτουργία
Κανόνες
Εικόνες
Η Αγία Τριάδα
Θεός Πατήρ
Ιησούς Χριστός
Το Άγιο Πνεύμα
Η Εκκλησία
Θεία Αποκάλυψη
Εκκλησιολογία
Ιστορία
Ιερά Μυστήρια
Η Ζωή στην Εκκλησία
Σημαντικές μορφές
Θεοτόκος
Απόστολοι
Τάξη των Προφητών
Αποστολικοί Πατέρες
Απολογητές
Εκκλησιαστικοί Πατέρες
'Αγιοι
Ο Θεός αποκαλύπτει τον Εαυτό Του και γενικά όλα τα μυστήρια της Βασιλείας Του στην ψυχή τού ανθρώπου. Η λογική και αθάνατη ψυχή είναι μία. Και αυτή η ψυχή «πάσα αίσθησις έστιν, εν εαυτή δηλαδή πάσας εί τινες εισίν έχουσα»[13]. Όλες οι αισθήσεις της ψυχής είναι μία και εκεί γίνεται αυτή η φανέρωση τού Θεού. Έτσι ο ένας Θεός «τη μια και λογική ψυχή δι' αποκαλύψεως οφθήσεται, παν αγαθόν ταύτη αποκαλύπτεται και δια πασών τών ταύτης αισθήσεων ομού εν τω αυτώ οράται τούτο αυτή, βλέπεται και ακούεται, και γλυκαίνει το γευστικόν και το οσφραντικόν ευωδιάζει, ψηλαφάται, γνωρίζεται, λαλεί και λαλείται, γινώσκει, επιγινώσκεται και ό,τι γινώσκει νοείται» [14]. Ο Θεός, επομένως, αποκαλύπτει «παν αγαθόν» στην ψυχή τού ανθρώπου, φανερώνει όλα τα μυστήρια της Βασιλείας Του και ο άνθρωπος αποκτά υπαρξιακή γνώση και εμπειρία τού Θεού. Και εκείνος που ορά τον Θεό γνωρίζει καλά «ότι ορά τούτον ο Θεός» [15]. Η Αποκάλυψη, κατά την διδασκαλία τού αγίου Συμεών, ταυτίζεται και συνδέεται με την έλλαμψη. Και αυτή η έλλαμψη γίνεται δια τού Αγίου Πνεύματος. Ο Προφήτης «δια της τού Πνεύματος ελλάμψεως ήτοι αποκαλύψεως τον Κύριον ημών πάντως και Υιόν τού Θεού» επιγινώσκει, «και δια της εξ αυτού υπηχήσεως αύθις τα περί της οικονομίας αυτού» διδάσκεται, «οιονεί την περί αυτού διδασκαλίαν ην εκείθεν» μανθάνει «ιδιοποιησάμενος» [16]. Γι' αυτό πρέπει να τονιστεί, ότι η πλήρης Αποκάλυψη των αληθειών της Πίστεως δόθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής στους Αγίους Αποστόλους.
Η Αποκάλυψη στον άνθρωπο αποκαλείτε έλλαμψη και θεωρία. Και αυτή η θεωρία προσπορίζει στον άνθρωπο την αληθινή γνώση τού Θεού. Όλες οι εσωτερικές πνευματικές αισθήσεις αποκτούν αυτήν την γνώση τού Θεού. Επομένως η γνώση τού Θεού δεν είναι μια κίνηση και ενέργεια της λογικής, αλλά μια κοινωνία όλης της ψυχής και αυτού ακόμη τού σώματος με τον Θεό. Γι' αυτό οι άγιοι, κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, αποκαλούν «την θεωρίαν γνώσιν και την γνώσιν πάλιν θεωρίαν», καθώς επίσης αποκαλούν «την ακοήν όρασιν και την όρασιν ακοήν» [17]. Έτσι η όραση τού Θεού είναι και ακοή και η ακοή τού Θεού είναι και όραση τού Θεού. Στην Μεταμόρφωση τού Χριστού πάνω στο όρος Θαβώρ και η ακοή τής φωνής τού Θεού «ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός» ήταν θεωρία τού Θεού. Όραση (θεωρία) και ακοή τίθενται εναλλάξ στην Αγία Γραφή. «Ούτω τοίνυν η θεία Γραφή και την θεωρίαν τού Θεού ακοήν και την ακοήν αντί θεωρίας συνήθως τίθησιν» [18]. Και αυτή η ακοή και η θεωρία είναι γνώση. «Ώστε ακοήν την εν τη θεωρία τής δόξης τού Πνεύματος εγγινομένην ομού διδασκαλίαν και γνώσιν λέγει» [19]. Η Αποκάλυψη όμως τού Θεού δεν προσφέρεται σε όλους τους ανθρώπους, αλλά μόνον σε όσους είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι να δεχθούν αυτήν την έλλαμψη και γνώση τού Θεού. Αναλύοντας ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος την παραβολή τού Χριστού, σύμφωνα με την οποία εξεδιώχθη από τον γάμο ο μη έχων ένδυμα γάμου, γράφει ότι με αυτό έδειξε ο Κύριος «ότι ουδείς εκεί μελανηφορών εισελεύσεται» [20]. Το ότι εισήλθε και στην συνέχεια εξεβλήθη έξω δεν σημαίνει ότι έκανε λάθος ο αλάθητος, «αλλ' ότι ούπω καιρός ην αποκαλύψαι τα τοιαύτα μυστήρια» [21]. Μόνον οι άξιοι, οι καθαρθέντες, είναι δεκτικοί αυτής τής Αποκαλύψεως, γιατί, όπως υπογραμμίζει ο άγιος Συμεών, οι ελλάμψεις «τοις αξίοις εκφαντικώτερόν τε και τρανότερον» αποκαλύπτονται [22].
Ο λόγος και τα ρήματα που άκουσε ο Απόστολος Παύλος, κατά τον άγιο Συμεών, είναι «αι μυστικαί και επ' αληθώς ανέκφραστοι δια τής ελλάμψεως τού αγίου Πνεύματος, θεωρίαι τε και υπερμεγαλοπρεπείς άγνωστοι γνώσεις, ειτ' ουν αθέατοι θεωρίαι τής υπερφώτου και υπεραγνώστου τού Υιού και Λόγου τού Θεού δόξης τε και θεότητος» [23]. Έτσι λόγος και ρήματα είναι αυτή η ίδια η Αποκάλυψη, η οποία ταυτόχρονα είναι και άγνωστη γνώση και ανέκφραστοι, «αθέατοι θεωρίαι τής υπερφώτου και υπεραγνώστου» θεότητος τού Χριστού. Αυτός ο λόγος και τα ρήματα, που είναι η θεία Αποκάλυψη, είναι άφραστα. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, είναι σαφής όταν τονίζη ότι «το ρήμα τού Θεού και ο λόγος αυτού, δια τού στόματος αυτού εξερχόμενος (δηλαδή δια τού Αγίου Πνεύματος) άφραστος εστι παντελώς ανθρωπίνη γλώσση και ακοή σαρκίνη πάντη αχώρητος, ου μόνον δε, αλλά και εις την αίσθησιν αυτής μη δυνάμενος ελθείν, τής αισθήσεως δηλονότι μη ισχυούσης αισθανθήναι τα υπέρ αίσθησιν» [24]. Έτσι ο λόγος και το ρήμα, είναι άφραστα. Με άλλα λόγια, οι Αποκαλύψεις τού Αγίου Πνεύματος δεν μπορούν στην τελειότητα να διατυπωθούν με «ρήματα» και «νοήματα». Γι' αυτό τονίζει ο άγιος ότι «ουδέ εν των βλεπομένων η ακουσμένων, καθώς ταύτα ορά και ακούει, οίον εστι και οία ειπείν ποτέ δύναται. Δια τούτο και γλώσση ταύτα λαλήσαι αδύνατον είναι προσέθηκεν»[25].

Υποσημειώσεις

  1. ↑ Π.Ν.Τρεμπέλα, «Δογματική», σελίς 78
  2. ↑ Πηδάλιον, σελίς 112-113
  3. ↑ Νίκος Ματσούκας, «Ιστορία της Φιλοσοφίας», Εκδόσεις Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2006, σελίς 397-398
  4. ↑ Ιωάννου Δαμασκηνού, «Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως» (απόδοση-σχόλιο Νίκος Ματσούκας), Κεφάλαιο Α, σχόλιο 2.
  5. ↑ Ιωάννου Δαμασκηνού, «Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως» (απόδοση-σχόλιο Νίκος Ματσούκας), Κεφάλαιο Α, σχόλιο 2.
  6. ↑ Ν. Ματσούκας, "Θεολογία, Κτιστιολογία, Εκκλησιολογία κατά τον Μέγα Αθανάσιο", σελ. 28
  7. ↑ Νικόλαος Ματσούκας, Κόσμος-Κοινωνία-Άνθρωπος κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, σελίδα 56
  8. ↑ Ιωάννου Ρωμανίδου, «Δογματική και Συμβολική θεολογία», Τόμος Α΄, σελίς 125
  9. ↑ Ιωάννου Δαμασκηνού, «Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως» (απόδοση-σχόλιο Νίκος Ματσούκας), Κεφάλαιο Α, σχόλιο 2.
  10. ↑ Νικ. Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β΄, σελίδα 58
  11. ↑ Νικ. Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική θεολογία Β΄, 58
  12. ↑ ο.π.
  13. ↑ Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Γ΄ ηθικός λόγος, σελ. 404
  14. ↑ ενθ. αν. σελ. 404
  15. ↑ ενθ. αν. σελ. 404
  16. ↑ ενθ. αν. σελ. 406
  17. ↑ ενθ. αν. σελ. 404
  18. ↑ ενθ. αν. σελ. 406
  19. ↑ ενθ. αν. σελ. 406
  20. ↑ ενθ. αν. σελ. 414
  21. ↑ ενθ. αν. σελ. 416
  22. ↑ ενθ. αν. σελ. 400
  23. ↑ ενθ. αν. σελ. 398-400
  24. ↑ ενθ. αν. σελ. 396
  25. ↑ ενθ. αν. σελ. 408

Βιβλιογραφία

  • Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα, «Δογματική», Τόμος Α΄, Εκδόσεις ο Σωτήρ, Αθήνα, 1997
  • Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, «Γ΄ ηθικός λόγος», (SC 122, σελ. 390-440).
  • Ιωάννου Ρωμανίδου, «Δογματική και Συμβολική θεολογία», Τόμος Α΄, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1999
  • Ιωάννου Δαμασκηνού, «Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως» (απόδοση-σχόλιο Νίκος Ματσούκας), Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πηδάλιον», Εκδόσεις Αστέρος, Αθήνα 1993.
  • Νικόλαος Ματσούκας, «Δογματικής και Συμβολική θεολογία Β΄», Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2007.

Ἡ ἕνωσή μας μέ τόν Θεό.

Ἡ ἕνωσή μας μέ τόν Θεό.


Ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου
Ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, καὶ δίνει τὴ λαμπρότητά Του σ΄ ἐκείνους πού καθαρίζουν τὴ σβησμένη λαμπάδα τῆς ψυχῆς τους κι’ ἑνώνονται μὲ τὸ «Θεῖον πῦρ».
Θαῦμα παράδοξο! Ὁ ἄνθρωπος νὰ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό ὄχι μόνο πνευματικά, ἀλλά καὶ σωματικά. Ἄνθρωπος καὶ Θεὸς νὰ γίνονται ἕνα, ὅπως ἕνα εἶναι καὶ τὸ ζωντανὸ ἀνθρώπινο σῶμα μὲ τὴν ψυχή. Μὲ τὴν ἕνωση αὐτή ὁ ἄνθρωπος γίνεται «κατὰ χάριν Θεός», ὅπως λέει ὁ ψαλμωδὸς Δαβίδ: «Ἐγώ εἶπα, θεοὶ ἐστε καὶ υἱοί Ὑψίστου πάντες».
Ὁ Χριστὸς βεβαίωσε: «Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν. Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὸν καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι. Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν».
Πῶς ὅμως μένουμε ἐμεῖς στὸν Χριστὸ κι’ Αὐτός σέ μᾶς;
Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ Ἴδιος, ὅταν, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, προσευχήθηκε στὸν Πατέρα: «Σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοί ἐν ἡμῖν ὦσιν…κἀγώ τὴν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἓν ἐσμέν, ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν…».
Ἀλλά καί στούς μαθητές Του μέ σαφήνεια εἶπε: «Πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγώ ἐν τῷ πατρί καί ὁ πατήρ ἐν ἐμοί … ἐγώ ἐν τῷ πατρί μου καί ὑμεῖς ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμῖν».
Ἐναργέστατα εἶναι τὰ θεϊκὰ κι’ ἀλάθητα λόγια τοῦ Κυρίου.
Ὅπως ὁ Πατέρας εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Υἱό Του, ἔτσι κι’ ἐμεῖς εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ τὸν Θεό. Καὶ ὅπως ὁ Πατέρας μένει «κατὰ φύσιν ἐν τῷ Υἱῷ», ἔτσι καὶ ὅσοι πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ ἀναγεννήθηκαν «διὰ Πνεύματος Ἁγίου», μένουν «κατὰ χάριν ἐν τῷ Θεῷ» καὶ ὁ Θεὸς μένει σ’ αὐτούς ὡς «κατὰ χάριν υἱούς» Του.
Τί θαυμαστή, θεανθρώπινη ἕνωση!
Ἡ ἕνωση ὅμως Πατέρα καὶ Υἱοῦ δὲν εἶναι παρὰ ἕνωση ἄπειρης καὶ ἄφατης ἀγάπης. Καὶ ἡ ἀγαπη τοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα φανερώνεται μὲ τὴν «ἐν ἄκρᾳ ταπεινώσῃ» ἄρνηση τοῦ θελήματός Του καὶ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ πατρός.
Αὐτό ἀκριβῶς χαρακτηρίζει πρωταρχικὰ τὴν Θεία Ἕνωση.
Αὐτό ὅμως πρέπει νὰ χαρακτηρίζει καὶ τὴ δική μας ἀγαπητική ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ εἶναι γνήσια: ἡ ταπεινή ἐκπλήρωση τοῦ ἁγίου θελήματός Του, δηλαδή ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Τό εἶπε ὁ ἴδιος: «Ἐάν ἀγαπᾶτε με, τά ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε… Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνος ἐστὶν ὁ ἀγαπῶν με… Ἐάν τις ἀγαπᾶ με, τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσῃ αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσωμεν».
Ὁ Θεός ἔρχεται καί «ποιεῖ μονήν παρ’ ἡμῖν», -μέ ἄλλα λόγια: ἑνώνεται μαζί μας- μόνον ἄν Τόν ἀγαπᾶμε ἔμπρακτα, τηρώντας τό νόμο Του. Τότε ζοῦμε τήν παρουσία Του μέσα μας. Τότε πραγματοποιεῖται ὁ λόγος Του: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι». Τότε προγευόμαστε τή μυστική καί ἀπερίγραπτη γλυκύτητα τῆς βασιλείας Του, τήν ἄρρητη ἀπό τό φθαρτό σῶμα. Γιατί, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἴδιος, «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι ‘Κύριε, Κύριε’ εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς».
Μέ ὅλα ὅσα εἴπαμε ὡς τώρα, δείξαμε τόν ἕνα τρόπο ἑνώσεώς μας μέ τόν Θεό: τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Ὑπάρχει ὅμως καί ἄλλος, παράλληλος, πού συμπληρώνει καί ἐνισχύει τόν πρῶτο. Αὐτός εἶναι ἡ συχνή συμμετοχή μας στό μυστικό δεῖπνο Του, ἡ μετάληψη τῶν ἀχράντων μυστηρίων Του.
Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός πάλι εἶπε: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα, ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ… Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσει εἰς τόν αἰώνα… Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον, κἀγώ ἀναστήσω αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα».
Γιά νά εἴμαστε λοιπόν ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο καί νά ἔχουμε ζωή αἰώνια, πρέπει νά κοινωνοῦμε συχνά τό Σῶμα καί τό Αἷμα Ἐκείνου, πού εἶναι ἡ Πηγή τῆς ζωῆς. Ἀλλιῶς, ὄχι μόνον εἴμαστε χωρισμένοι ἀπ’ Αὐτόν, ἀλλά καί νεκροί: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή φάγητε τήν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε Αὐτοῦ τό αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς».
Ἄς προσέξουμε ὅμως, νά μήν κοινωνοῦμε χωρίς βαθειά μετάνοια, συντριβή καρδιᾶς, καθαρή ζωή καί πνευματική προετοιμασία, γιατί τότε ἡ Θεία Κοινωνία ὄχι μόνο δέν συντελεῖ στήν ἕνωσή μας μέ τόν Χριστό, ἀλλά, ἀντίθετα, μᾶς καταδικάζει καί μᾶς κατακαίει. «Ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως», λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «κρίμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει». Γι’ αὐτό «δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω».
Ἂς φυλάξουμε λοιπὸν μὲ προθυμία καὶ ἐπιμέλεια τὶς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, καί ἄς προσερχόμαστε μέ συναίσθηση καί ἀκατάκριτη συνείδηση στά πανάγια μυστήριά Του, γιά νά ἑνωθοῦμε μαζί Του· γιά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια βασιλεία Του· γιά νά μήν ὑποστοῦμε στήν παρούσα ζωή ὅ,τι λέει ὁ Τίμιος Πρόδρομος: «Ὁ ἀπειθών τῷ Υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ’ ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ’ αὐτόν». Γιά νά μήν ἀκούσουμε στήν ἄλλη ζωή τόν φοβερό λόγο τοῦ Κυρίου: «Ἀπέλθετε ἀπ’ ἐμοῦ… Οὐκ οἷδα ὑμᾶς!…». Γιά νά δεχθοῦμε, τέλος, τήν πανευφρόσυνη πρόσκληση: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου».

Θέα του Ακτίστου Φωτός και Μοναχισμός

Θέα του Ακτίστου Φωτός και Μοναχισμός



ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Αρχιμανδρίτου Γεωργίου Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους


Κατά τον μέγα Φωστήρα της Εκκλησίας, άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, υπάρχουν τριών ειδών θεολογίες:
α) Η ασφαλής και μυστική των θεοπτών θεολόγων, οι οποίοι ομιλούν εκ προσωπικής εμπειρίας και κοινωνίας με τον Ζώντα Θεό.
β) Η φιλόσοφος θεολογία των μη εχόντων προσωπική εμπειρία θεοπτίας, αλλά εν ταπεινώσει δεχομένων τις εμπειρίες και θεοπτίες των Άγιων και θεολογούντων συμφώνως προς αυτές. Η θεολογία αυτή χρησιμοποιεί την αποδεικτική μέθοδο, αυτήν δηλαδή που αποδεικνύει τις θεολογικές θέσεις με συλλογισμούς βάσει της Αποκαλύψεως και των καταγεγραμμένων εμπειριών των Αγίων, και
γ) Η καινή θεολογία των θρασέων θεολόγων, οι οποίοι απορρίπτουν τις εμπειρίες των Αγίων και θεολογούν διαλεκτικώς κατά τις δικές τους φιλοσοφικές αρχές. Εκπρόσωπος της διαλεκτικής θεολογίας ήταν στους χρόνους του Αγίου Παλαμά ο δυτικός μοναχός Βαρλαάμ.
Την αποδεικτική μέθοδο ηκολούθησαν και οι Αγιορείται Πατέρες οι συντάξαντες τον Αγιορειτικό Τόμο το έτος 1340, οι οποίοι καταλήγουν: «Ταύτα υπό των Γραφών εδιδάχθημεν, ταύτα παρά των ημετέρων Πατέρων παρελάβομεν. ταύτα δια της μικράς έγνωμεν πείρας»1.
Είναι χαρακτηριστικός και ο τρόπος που υπέγραφε ο επίσκοπος Ιερισσού και Αγίου Όρους, Ιάκωβος: «Ο ταπεινός Επίσκοπος Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιάκωβος, ταις αγιορειτικαίς και πατρικαίς ανατεθραμμένος παραδόσεσι, και μαρτυρών, ότι δια των ενταύθα υπογραφάντων λογάδων, άπαν το Άγιον Όρος συμφωνούντες υπέγραψαν, και αυτός συμφωνών και επισφραγίζων, υπέγραψα. Και τούτο μετά πάντων προσγράφων. ότι τον μη συμφωνούντα τοις αγίοις καθώς και ημείς και οι μικρό προ ημών Πατέρες ημών, ημείς την αυτού κοινωνίαν ου παραδεξόμεθα»2.
Στην ταπεινή μου εισήγησι θα ακολουθήσω την αποδεικτική μέθοδο.
Α΄. Το Άκτιστον Φως, Φως της Θεότητος
Στους αγίους μοναχούς οφείλεται ο πλούτος της εμπειρίας και της θεολογίας του Ακτίστου Φωτός. Γι' αυτό και θα δώσω τον λόγο σε αγίους μοναχούς, παλαιούς και νέους, οι οποίοι θα διαπραγματευτούν την περί Ακτίστου Φωτός πίστι της Εκκλησίας. Έτσι θα διαπιστωθή ότι στον χώρο του Ορθοδόξου Μοναχισμού εβιώθη η εμπειρία του Ακτίστου Φωτός και διετυπώθη η περί αυτού θεολογία.
Ο Θεός είναι Φως, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο: «Και αυτή εστίν η επαγγελία ην ακηκόαμεν απ' αυτού και αναγγέλλομεν υμίν, ότι ο Θεός φως εστί και σκοτία εν αυτώ ουκ εστίν ουδεμία» (Α΄ Ιω. α΄ 5).
Ερμηνεύων ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης το εν λόγο χωρίον γράφει: «Φως λοιπόν είναι ο Θεός και φως αληθινόν, με την λαμπρότητα του όποίου συγκρινόμενος ο ήλιος και όλα τα κτιστά φώτα, ευρίσκονται φώτα ψευδή. Φως είναι ο Θεός, κατά τον Αρεοπαγίτην Διονύσιον, διότι γεμίζει από κάθε νοητόν φως κάθε υπερουράνιον νουν, και διότι διώκει κάθε αγνωσίαν και πλάνην από τας ψυχάς εκείνας, εις τας οποίας λάμπει τας ακτίνας του και μεταδίδει εις αυτάς φως ιερόν (κεφ. δ' Περί θείων ονομάτων). Φως είναι ο Θεός νοερόν, κατά τον Θεοφύλακτον και Οικουμένιον, διατί κινεί τους οφθαλμούς της ψυχής εις το να θεωρήσουν, και διατί αποστρέφει τα ομμάτια του νοός από ταύτα όλα τα υλικά και τραβίζει την όρεξιν και επιθυμίαν του άνθρώπου, εις το να αγαπά μόνον τον Θεόν με ένα ερωτικόν πάθος»3.
Στο σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «Φως εκ Φωτός». Σε πολλά άλλα σημεία της θείας Λατρείας χαρακτηρίζουμε τον Τριαδικό Θεό ως Φως.
Άραγε στις περιπτώσεις αυτές το φως νοείται εν ηθική έννοια η εν οντολογική; Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής απαντά ότι «κατ' ουσίαν αληθώς φως υπάρχων ο Θεός» και «φύσει φως ο Θεός» και «ουκ άλλο και άλλο φως υπάρχων αλλά κατ' ουσίαν εν και το αυτό, κατά τον της υπάρξεως τρόπον τρισσοφαές»4 .
Ο «υπερφαής και αρχίφωτος Θεός»5, κατά τον άγιο Γρηγόριo τον Παλαμά, έπλασε τις λoγικές φύσεις, αγγέλους και ανθρώπους, δεκτικές του θείου φωτός και ικανές να βλέπουν το θείον φως, αφού «φως είναι την του Θεού τελειωτάτην θέαν»6.
Οι θείοι άγγελοι, όσο δεν εξέπεσαν, έχουν πλέον συνεχή την κοινωνία με το Tρισήλιο Φως, που είναι και «η των πνευμάτων τροφή, των τε αγγέλων και των δικαίων»7.
Ο Αδάμ προ της παρακοής μετείχε της θείας ελλάμψεως και λαμπρότητος. Αυτήν φορούσε «ως στολήν δόξης». Έτσι δεν ήταν γυμνός «ουδ' ασχήμων υπήρχεν ότι γυμνός», αλλ' αντιθέτως ήταν πολύ λαμπρότερος αυτών που φορούν τα στολισμένα με πολύ χρυσό και πολύτιμους λίθους διαδήματα8.
Ακολουθεί όμως η παράβασις και ο χωρισμός από τον Θεό, που είναι ο χωρισμός από την Ζωή και το Φως του Θεού. Τώρα η ανθρωπίνη φύσις είναι γυμνή και άσχημη. Κάλυμμα σκότους έχει επιβληθεί στην ψυχή. Οι πρωτόπλαστοι αισθάνονται την γύμνωσί τους και εντρέπονται.
Την έλλαμψι του θείου Φωτός "προϋπέγραφε" ο Θεός στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης και μάλιστα κατά την τεσσαρακονταετή πορεία του Ισραήλ στην έρημο10.
Αναφέρονται συχνά οι Πατέρες στον Μωϋσή, ο οποίος, όταν συνωμίλησε με τον Θεό τεσσαράκοντα ήμέρες και νύκτες και εδέχθη τις δεύτερες πλάκες του Δεκαλόγου, «τόσην πολλήν δόξαν έλαβε εκ της θείας συνομιλίας το πρόσωπον αυτού, ώστε δεν εδύναντο οι Υιοί Ισραήλ να ιδούσιν αυτό. όθεν ηναγκάσθη να βάλλη κάλυμμα εις το πρόσωπόν του, και να εγκλείση τρόπον τινά την πολλήν λαμπρότητα και δόξαν την έξω χυνομένην, και ούτως εδυνήθησαν και είδον αυτόν οι Ισραηλίται. "Και είδον, φησίν, οι Υιοί Ισραήλ το πρόσωπον Μωϋσέως ότι δεδόξασται. και περιέθηκε Μωϋσής κάλυμμα επί το πρόσωπο αυτού" (Έξ. λδ΄ 35)»11.
Κατά τους αγίους Πατέρας, η δόξα και λαμπρότης του Μωϋσέως εν σχέσει προς την δόξαν του μεταμορφωθέντος Χριστού δεν είναι απλώς ολιγωτέρα αλλά πέρα πάσης συγκρίσεως.
Κατά τον άγιο Εφραίμ τον Σύρο: «Έδειξεν ο Χριστός ότι εξ όλου του σώματος έβρυεν η δόξα της Θεότητος αυτού, και εξ όλων των μελών έλαμπε το φως αυτού. ου γαρ ως Μωσής έξωθεν η σαρξ αυτού έλαμψεν εν ευπρεπεία, αλλ' εξ αυτού έβρυεν η δόξα της Θεότητος αυτού»12.
Ο δε άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: «οράτε ότι και Μωϋσής μετεμορφώθη αναβάς εις το Όρος, και ούτως είδε την δόξαν Κυρίου; αλλ' έπαθε την μεταμόρφωσιν, ουκ ενήργησε, κατά τον λέγοντα (ήτοι τον Θεολόγον Γρηγόριον). εις τούτο με φέρει το μέτριον ενταύθα φέγγος της αληθείας, λαμπρότητα Θεού ιδείν και παθείν. ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός οίκοθεν είχε την λαμπρότητα εκείνην»13.
Επιλέγει δε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Λέγων δε ο άγιος ότι ο Μωϋσής έπαθε την μεταμόρφωσιν και ουκ ενήργησε, δηλοί ότι έξωθεν εκ του φωτός του προσώπου Κυρίου μετεμορφώθη: ήτοι ενηλλάγη κατά ψυχήν και σώμα. και ο μεν Μωϋσής δια του γνόφον εφωτίσθη, ο δε Χριστός και αυτόν τον γνόφον φωτίζει, επειδή και φωτεινήν έδειξεν εν τω Όρει Θαβώρ την γνοφώδη νεφέλην. και ο συνομιλών με τον Θεόν, από εκεί έλαβε το φως. ο δε Χριστός μίαν μικράν φλέβα ανοίξας της κατά φύσιν πηγαίας φωτοχυσίας του, το Θαβώριον όλον εφαίδρυνε, και τους δύο Προφήτας και τους τρεις Αποστόλους ελάμπρυνε»14.
Την γυμνή από το θείο Φως ανθρωπίνη φύσι ελέησε ο Χριστός προσλαβών αυτήν και ενώσας με την θεία του φύσι στην υπόσταση του Θεού Λόγου.
Κατά την θεία Μεταμόρφωσι στο Θαβώρ απεκαλύφθη ότι ο Κύριος ενέδυσε πάλι την ανθρωπίνη φύσι με το ένδυμα του θείου Φωτός και της θείας δόξης και την εθέωσε.
Ερμηνεύων ο άγιος Νικόδημος τροπάριον του α΄ Κανόνος (του άγιου Κοσμά Μαϊουμά) της εορτής της Μεταμορφώσεως γράφει: «Αστράφας λοιπόν ο Χριστός επάνω εις το Θαβώριον Όρος με δόξαν απρόσιτον της Θεότητος, ελάμπρυνε μεν την Κτίσιν, μόνους δε τους ανθρώπους εθέωσε. γαρ η φύσις δεκτική εστί της Θεώσεως. Όθεν οι άνθρωποι δια μέσου του θεωθέντος προσλήμματος του Κυρίου εθεώθησαν κατά χάριν, κατά το "Έγώ είπα. θεοί εστέ και υιοί υψίστου πάντες"(Ψαλμ. πα΄ 6)»15.
Εις άλλο σημείο διευκρινίζει: «Σημείωσαι δε, ότι οι Μαθηταί είδον εις το Όρος το άκτιστον φως της του Κυρίου Θεότητος όχι μόνον με τον νουν, όστις είναι οφθαλμός της ψυχής, αλλά και με τους αισθητούς οφθαλμούς του σώματος. Αλλά πως είδον αυτό; μένοντες εν τη φυσική δυνάμει αυτών; όχι, αλλά αλλοιωθέντες εις το κρείττον και θειότερον, και δυναμωθέντες υπό της δυνάμεως του φωτός εκείνου. επειδή κτιστοί και αισθητοί οφθαλμοί το άκτιστον και υπέρ αίσθησιν και νουν φως χωρήσαι ου δύναται. Υπό του φωτός εκείνου λοιπόν ενισχυθέντες και δυναμωθέντες οι των Αποστόλων αισθητοί οφθαλμοί, και υπέρ τους όρους της εαυτών φύσεως γεγονότες, είδον το υπερφυές εκείνο και άκτιστον και της θείας ουσίας αχώριστον φως, κατά την κοινήν δόξαν των Ιερών Θεολόγων»16 .
Είναι γνωστό ότι τόσο η ιερά υμνολογία της Εκκλησίας μας, όσο και οι άγιοι Πατέρες, τονίζουν ότι το λάμψαν εις το Θαβώρ Φως δεν είναι η ουσία του Θεού, ούτε κτιστόν φως, ούτε φάντασμα φωτός, αλλά το άκτιστον Φως του Θεού, άκτιστος και θεία και θεοποιός ενέργεια17.
Το άκτιστον της θείας Χάριτος, ενεργείας, θείου φωτός, είναι προϋπόθεσις της δυνατότητος της θεώσεώς μας.
Ο δυτικός Βαρλαάμ επολέμησε λυσσωδώς την περί θέας του Ακτίστου Φωτός εμπειρία των Αγιορειτών, διότι δεν εδέχετο την διάκρισι ουσίας και ενεργείας στον Θεό.
Αλλά ο Αγιορείτης της άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ανέλαβε σθεναρόν άγωνα, διότι, εάν επικρατούσε η ορθολογιστική άποψις του Βαρλαάμ, ο άνθρωπος δεν θα ημπορούσε να θεωθή δια κτιστής Χάριτος.
Το Άγιον Όρος με τον Αγιορειτικό Τόμο του 1340, τον οποίο υπέγραφαν οι λογιώτεροι Αγιορείται, υιοθέτησε την διδασκαλία του αγίου Παλαμά. Ομοίως και η Εκκλησία, δια των εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδων των ετών 1341,1347 και 1351, ανεκήρυξε τον άγιο Γρηγόριο ως απλανή διδάσκαλο της Εκκλησίας και την διδασκαλία του ως διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ανεθεματίσθησαν μάλιστα οι μη δεχόμενοι την διδασκαλία αυτή και το άκτιστον της θείας Χάριτος, όπως αναφέρεται και στο "Συνοδικόν της Οpθoδoξίας".
Στις Συνόδους αυτές συμμετείχαν και πρωταγωνίσθησαν και διακεκριμένοι μοναχοί. Ειρήσθω παρεμπιπτόντως ότι μέχρι σήμερα ο δυτικός Χριστιανισμός (Παπικοί και Προτεστάνται) δεν δέχονται το άκτιστον της θείας Χάριτος, θεωρούντες μάλλον την Χάριν κτίσμα. Αλλ' όταν η Χάρις είναι κτίσμα, δεν ημπορεί να θεώση τον άνθρωπο. Γι' αυτό οι δυτικοί δεν ομιλούν περί θεώσεως αλλά μόνον περί ηθικής καλλιτερεύσεως του ανθρώπου.
Φρονούμεν ότι η σοβαρά αυτή διαφορά θα πρέπει να προστεθή στις θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας αφ' ενός και Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών αφ' έτέρου.


Β'. Οι συνέπειες της ελλάμψεως του θείου Φωτός
Ο άνθρωπος ελλαμπόμενος από το θείο και άκτιστο Φως απολαμβάνει πολλών θείων και υπερφυών δωρεών. Οι συνέπειες της ελλάμψεως του Φωτός δεν είναι μόνον ηθικές, άλλά πρωτίστως είναι οντολογικές. Η παρουσία του θείου Φωτός γίνεται πηγή υπερφυών πνευματικών χαρισμάτων.
Το Άκτιστο Φως ονομάζεται από τους αγίους Πατέρας ενυπόστατον φως, διότι δεν γίνεται και απογίνεται, όπως τα πνευματικά νοήματα, αλλά μένει και φωτίζει μονίμως την ψυχή. Λέγει σχετικώς ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Η τοιαύτη, φησί, του Πνεύματος έλλαμψις, ουχ οίον νοημάτων μόνον αποκάλυψίς εστί και φωτισμός χάριτος, ώσπερ είρηται, αλλ' υποστατικού φωτός εν ταις ψυχαίς βεβαία και διηνεκής έλλαμψις»18 .
Κατά τον όσιο Νικήτα τον Στηθάτο, με την παρουσία του Φωτός οι δυνάμεις της ψυχής ειρηνεύουν και η ψυχή συνάγεται από τον έξωθεν διασκορπισμό προς το θείο Φως και ενούμενη με αυτό τελειούται και καθίσταται μύστις θείων θεωριών και κατοικητήριον της ΑγίαςΤριάδος19.
Κατά τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, δια της ελλάμψεως του θείου Φωτός αίρεται από την ψυχή το εκ της πτώσεως του Αδάμ πνευματικό σκότος: «Φανερώς ουν δια τούτων απέδειξε, κάλυμμα σκότους επιβεβλήσθαι την ψυχή. όπερ από της του Αδάμ παραβάσεως, χώραν έσχε εις την ανθρωπότητα παραδύναι. νυνί δε από της του Πνεύματος ελλάμψεως περιαιρείσθαι τούτο πιστεύομεν εκ των πιστών και αξίων τω όντι ψυχών»20 .
Ο άνθρωπος, κατά τον π. Σωφρόνιο, δια της μετοχής και ελλάμψεως του θείου Φωτός αξιούται «βαθείας τινός αισθήσεως του Ζώντος Θεού εν τη καpδία και τω νοΐ»21, δέχεται την «αποκάλυψιν της Θεότητος του Κυρίου Ιησού Χριστού»22 και «την πείραν της αναστάσεως ως πρόγευσιν της μελλούσης μακαριότητος»23, κοινωνεί με τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον24, ασκεί τις αρετές και αποκτά τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος: «Το άγιον τούτο Φως, όταν εμφανίζηται εν δυνάμει, φέρει την ταπεινήν αγάπην. Αποδιώκει πάσαν αμφιβολίαν και πάντα φόβον, εγκαταλείπει μακράν εις τα οπίσω πάσας τας γήινας σχέσεις»25 , κατά δε τον αββά Φιλήμονα: «κατατρυφά του Κυρίου πνευματικήν τίνα και ακατάληπτον ευφροσύνην»26.
Συμφώνως προς την προσωπική μαρτυρία του οσίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη στον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, οι καρποί του Αγίου Πνεύματος, που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος, αποκτώνται επίσης δι' αυτού του Φωτός: «Και τότε ωσάν αρπαχθή ο νους του άνθρώπου από εκείνο το θεϊκόν φως και φωτισθή φωτισμόν θεϊκής γνώσεως, γίνεται η καρδία του γαληνή και πραοτάτη και αναβρύει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, την χαράν, την ειρήνην, την μακροθυμίαν, την καλωσύνην, την συμπάθειαν, την αγάπην, την ταπείνωσιν και τα λοιπά»27 .
Όπως παρατηρεί και ο άγιος Διάδοχος Φωτικής, μόνον δια της μετοχής του θείου Φωτός είναι δυνατή η απόκτησις της τελείας αγάπης: «Εάν γαρ μη τελείως το καθ' ομοίωσιν δια του θείου φωτός απολάβη ο νους, πάσας μεν τας άλλας αρετάς σχεδόν έχειν δύναται, της δε τελείας αγάπης έτι άμοιρος μένει»28.
Αλλά και μόνο δι' αυτού του Φωτός αποκτώνται τα υπερφυή χαρίσματα των τελείων, λέγουν οι άγιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος, οι Ξανθόπουλοι: « Και αυθίς ούτως, ως εξ ηλιακού δίσκου, ανατέλλει τούτοις το ανακρίνειν, το διακρίνειν, το διοράν, το προοράν, και τα παραπλήσια. και απαξαπλώς δι' αυτού απαυγάζει τούτοις η των αδήλων μυστηρίων πάσα δηλωσίς τε και αποκάλυψις. δυνάμεώς τε υπερφυούς και θείας εν πνεύματι εμπίπλανται. και δια της τοιάσδε υπερφυούς δυνάμεως και ο χους αυτών κουφιζόμενος, ή μάλλον το βρίθον της σαρκός απολεπτυνόμενον και μετεωριζόμενον, υπερίπταται. Δια ταύτης της εν Αγίω Πνεύματι φωτιστικής δυνάμεως, έτι μετά σαρκός όντες και τίνες των Αγίων Πατέρων, ως άϋλοι και ασώματοι, ποταμούς αβάτους και θαλάττας ναυσιπόρους, ποσίν αβρόχοις διήλθον. δρόμους τε μακρούς και πολυημέρους, ακαριαίως διώδευσαν. και έτερα εξαίσια, εν ουρανώ, εν γη, εν ηλίω, εν θαλάσση, εν ερημίαις, εν πόλεσιν, εν παντί τόπω και χώρα, εν θηρίοις και ερπετοίς και απλώς εν πάση τη κτίσει και πάσι τοις στοιχείοις εξειργάσαντο και δια πάντων εδοξάσθησαν. και εν προσευχαίς δε τούτων ισταμένων και τα αυτών ευαγή και τίμια σώματα γήθεν ως υπόπτερα υπερήροντο, τω αναλωτικώ και ενθέω και αύλω πυρί, τω της χάριτος, το σωματικόν πάχος, ναι μην και το βάρος, αποτεφρούμενοι. κούφως τε αίρεσθαι ενεργούμενοι, ω του θαύματος, μεταστοιχειούμενοι και μεταχαλκευόμενοι προς το θειότερον, το θεουργώ παλάμη της ενσκηνούσης αυτοίς ισχύος και χάριτος. και μετά τέλος δε, ενίων και τα σεβάσμια σώματα το αδιάλυτον φέρουσι, προδήλως την ενοικούσαν αυτοίς και πάσι τοις βεβαιοπίστοις υπέρ φύσιν χάριν και δύναμιν πιστούμενα»29
Εν τω Φωτί, λέγει ο π. Σωφρόνιος ακολουθών τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τους άλλους Πατέρας, γινόμεθα τρόπον τινά άναρχοι: «Ως άναρχος ενέργεια του Θεού, το Φως τούτο εισδύει εν ημίν δια της δυνάμεως αυτού και ημείς γινόμεθα άναρχοι, ουχί κατά την φύσιν ημών, αλλά κατά την δωρεάν της χάριτος: «Άναρχος ζωή μεταδίδεται εις ημάς»30.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «πάντες οι Δίκαιοι εν τω αυτώ ακτίστου φωτί της Θεότητος έχουν να γνωρίσουν αλλήλους και όσους ποτέ σωματικώς δεν εγνώρισαν, κατά τον μέλλοντα αιώνα»31 .


Γ΄. Εμπειρίες θέας Ακτίστου Φωτός
Πολλοί μοναχοί δια μέσου των αιώνων έπαθαν την θέωσιν και αξιώθηκαν της θέας του Ακτίστου Φωτός. Ολίγοι όμως ωμίλησαν γι' αυτήν.
Ο άγιος Σuμεών ο Νέος Θεολόγος εδέχετο συχνά την επίσκεψι του Ακτίστου Φωτός και μάλιστα κατά την τέλεσι της θείας Λειτουργίας, την οποία καθημερινώς ετελούσε: «Διατί εις αυτόν δεν έστειλεν ο Θεός Αγγέλους και Χερουβείμ δια να τον φυλάττωσιν, οίτινες είναι "πνεύματα λειτουργικά εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν", ως λέγει ο μακάριος Παύλος, αλλ' αυτό αμέσως το ίδιον ζωαρχικόν και πανάγιον Πνεύμα ο φύσει Θεός και Δεσπότης όλων ομού των Αγγέλων και των ανθρώπων έσκεπεν αυτόν και εφύλαττε δια της φωτοφόρου Χάριτός Του και πάντοτε μεν, εξαιρέτως δε και μάλιστα όταν ο άγιος ευρισκόμενος ως Ιερεύς μέσα εις το άδυτον βήμα ελειτούργει Θεώ την μυστικήν και αναίμακτον ιερουργίαν. η γαρ φωτεινή νεφέλη εκείνη, όπου τότε τον εσκέπαζε και όλον αυτόν από κάθε μέρος περιελάμβανε, καθώς αναφέρει ο βίος του, η παντοδύναμος και φωτοπάροχος χάρις του παναγίου και ζωοποιού Πνεύματος ήτον. Όθεν και από αυτήν τοσούτον ο Άγιος ελαμπρύνετο και ψυχή και σώματι, και νοΐ και καρδία, ώστε όπου το θείον και ιερόν του πρόσωπον ηκτινοβόλει και ήστραπτεν, ωσάν άλλος δεύτερος ήλιος. Διο κανείς δεν ηδύνατο να βλέπη αυτό ακλινώς, καθώς δεν δύναται να βλέπη ούτε τον ήλιον. Ω δόξαι! Ω μεγαλεία! Ω υπερφυή και ουράνια χαρίσματα του ιερού Συμεώνος, τα οποία βυθίζουσι κάθε νουν και κάμνουσιν άλαλον κάθε γλώσσαν!»32
Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εκ της προσωπικής του πείρας ομιλεί περί του Ακτίστου Φωτός, χωρίς όμως να αποκαλύψη ότι αυτός υπήρξε θεόπτης: «Βλέπει βεβαίως ως φως εκείνο το αγαπητότατο πράγμα που αρπάζει τον νου, τον κάνει να εξίσταται από όλα και τον στρέφει ολόκληρο μόνο σ' αυτό, είναι αποκαλυπτικό άλλ' όχι αισθητών σωμάτων, το βλέπει να μη τελειώνη ούτε προς τα κάτω ούτε προς τα άνω ούτε προς τα πλάγια, και δεν διακρίνει κάποιο τέλος του φωτός που βλέπει και τον περιλάμπει, αλλά σαν να ήταν ήλιος που είναι απειροπλάσια λαμπρότερος και μεγαλύτερος του σύμπαντος. στο μέσον δε ευρίσκεται αυτός, όντας ολόκληρος οφθαλμός. κάτι τέτοιο είναι εκείνο (η έκστασις )»33.
Είναι χαρακτηριστικό πως ένας σύγχρονος όσιος Γέροντας, ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, διατυπώνει την εμπειρία του εκ της θέας του Ακτίστου Φωτός: «Η ενέργεια του Φωτός, περί του οποίου γράφω, επί του πνεύματος του ανθρώπου μαρτυρεί περί της Θεότητος Αυτού: Είναι άκτιστον, ανονόμαστον, ακράτητον. είναι μυστηριώδες, άϋλον, απαραβίαστον. Απορώ. Πώς να σκεφθώ ή να ομιλήσω περί αυτού;
»Το Φως τούτο είναι ως προς την φύσι αυτού υπερκόσμιον. Η κάθοδος αυτού εφ' ημάς δεν είναι άλλο τι, ει μη η φανέρωσις του Θεού εις τον άνθρωπον: αποκάλυψις ουρανίων μυστηρίων. Κατά την Μεταμόρφωσιν επί του Θαβώρ δια της δωρεάς του Φωτός τούτου εδραιώθη η Θεογνωσία. Από της στιγμής της ελλάμψεως των Αποστόλων υπό του Φωτός τούτου επί του Θαβώρ, το Φως εισήλθεν εις την Ιστορίαν του κόσμου και εγένετο "αναφαίρετος κληρονομία" δια τας επερχομένας γενεάς των πιστευόντων εις τον Χριστόν-Θεόν. Άνευ του Φωτός τούτου η γη θα παρέμενεν έξω της αληθούς Θεογνωσίας. Βάσει της προσωπικής μου πείρας, επέτρεψα εις εαυτόν να ονομάση το Φως τούτο Φως αναστάσεως.
Δια της ελεύσεως του Φωτός τούτου το πνεύμα του ανθρώπου εισάγεται εις την σφαίραν όπου δεν υπάρχει θάνατος. Άνευ της ελλάμψεως του Φωτός τούτου δεν κατανοείται ορθώς το μυστήριον των οδών της σωτηρίας. ο κόσμος, οι άνθρωποι, θα παρέμενον εν τω σκότει της αγνοίας. Η αφηρημένη θεολογική μόρφωσις, έτι και η πλέον εκλελεπτυσμένη, δεν σώζει, διότι παρέχει διανοητικήν μόνον γνώσιν και δεν ανάγει όντως εις τον χώρον του θείου Είναι.
»Ενίοτε δυνάμεθα να παρουσιάσωμεν το Φως τούτο προς νεφέλην καλύπτουσαν την κορυφήν όρους, επί του οποίου ιστάμεθα: Η νεφέλη καθ' εαυτήν είναι έμπλεος Φωτός, αλλ' ημείς ουδέν βλέπομεν, ει μη μόνον αυτήν. Άπας ο λοιπός κόσμος δεν οράται. Κατά τον αυτόν τρόπον το Θείον Φως, αποκαλύπτον ημίν νέαν μορφήν πνευματικού είναι, αποκρύπτει από των οφθαλμών ημών την θέαν του υλικού κόσμου. Το Φως τούτο είναι ομοιόμορφον, ακέραιον, πλήρες βαθείας ειρήνης. Εν αυτώ η ψυχή θεωρεί την Αγάπην και την Αγαθότητα του Θεού. Όταν τούτο εκχέηται αφθόνως επί τον άνθρωπον, παύει ούτος να αντιλαμβάνηται την υλικότητα του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, έτι δε και την του σώματος αυτού. Επί πλέον βλέπει εαυτόν ως φως. Το Φως τούτο έρχεται ιλαρώς, τρυφερώς, ούτως ώστε να μη παρατηρώμεν πως τούτο περιέβαλεν ημάς. Ουχί αίφνης, αλλ' ηρέμα ο κόσμος συνήθως "λησμονείται". Το φαινόμενον τούτο ομοιάζει προς ήρεμον επέλευσιν ύπνου εις φυσιολογικώς υγιά άνθρωπον. όμως, βεβαίως, δεν πρόκειται περί ύπνου, αλλά περί πληρώματος ζωής»34.
Δ΄. Διάκρισις Ακτίστου Φωτός από άλλα φώτα
Οι θεόπται Πατέρες διευκρινίζουν ότι κάθε ορώμενον φως δεν είναι Άκτιστον Φως. Υπάρχουν και άλλα φώτα, που δεν πρέπει να συγχέωνται με αυτό. Υπάρχει το φως του νοός35 και το δαιμονικόν φως.
Για τα φώτα αυτά γράφει ο π. Σωφρόνιος: «Επειράσθην ωσαύτως υπό φωτοειδών εμφανίσεων προερχομένων εκ των εναντίων πνευμάτων. Αλλ' ότε εις ώριμον ήδη ηλικίαν επέστρεψα εις τον Χριστόν ως τον τέλειον Θεόν, περιέλαμψεν εμέ το άναρχον Φως. Το θαυμαστόν τούτο Φως, έστω και εν τω μέτρω εν τω οποίο εδόθη εις εμέ να γνωρίσω δια της Άνωθεν ευδοκίας, επεσκίασε πάντα τα άλλα, ως ο ανατέλλων ήλιος δεν επιτρέπει να ίδωμεν εισέτι και τους πλέον λαμπρούς αστέρας»36.
Οι άγιοι Ιγνάτιος και Κάλλιστος Ξανθόπουλοι διασώζουν την περιγραφήν του δαιμονικού φωτός, όπως την διετύπωσε ο όσιος Παύλος ο εν τω Λάτρω: «Το μεν της αντικειμένης δυνάμεως φως, πυροειδές εστί και καπνώδες και του αισθητού πυρός όμοιον. και επειδάν αυτό μετριοπαθής και κεκαθαρμένη ψυχή θεάσηται, αηδώς έχει προς αυτό και βδελύττεται. το δε του αγαθού αγαθόν, χαριέστατόν τε εστί και ακραιφνές, και προσβαλόν αγιάζει, φωτός τε και χαράς και ιλαρότητος πληροί την ψυχήν και ηπίαν αυτήν ,και φιλάνθρωπον απεργάζεται»37.
Η διάκρισις των φώτων είναι ιδιαιτέρως αναγκαία σήμερα που διάφορες "πνευματικότητες", ανατολικής κυρίως προελεύσεως, επαγγέλλονται εμπειρίες υπέρλογες που, εάν δεν είναι δαιμονικές, είναι του νοός, αποτέλεσμα ανθρωποκεντρικών ασκήσεων. Ο βασανιζόμενος μέσα στην ορθολογιστική και αιτιοκρατική φυλακή σύγχρονος άνθρωπος, αγνοών ή και μη θέλων λόγω αυταρκείας να γνωρίση το Άκτιστο Φως του Χριστού, καταλήγει σ' αυτές για να βρη κάποια διέξοδο στο πνευματικό του αδιέξοδο.
Θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι στις ανατολικές πνευματικότητες ο άνθρωπος κάνει διάλογο με τον εαυτό του. Στην Ορθόδοξο άσκησι αντίθετα ο άνθρωπος εισέρχεται στον έσω άνθρωπο, για να συναντήση, διαλεχθή και ενωθή με τον Θεό.
Ε'. Προϋποθέσεις της θέας του Ακτίστου Φωτός.
Κατά τον Μέγα Βασίλειο, η κάθαρσις από τα πάθη επιτρέπει, «ίνα γαληνιώσης της ημών ψυχής και δι' ουδενός πάθους ταρασσομένης, οίον εν κατόπτρο τινί καθαρά γένηται και ανεπισκότητος η έλλαμψις του Θεού»38. και «ούτε γαρ κατόπτρω ρυπώντι δυνατόν των εικόνων δέξασθαι τας εμφάσεις, ούτε ψυχήν ταις βιοτικαίς προειλημμένην μερίμναις και τοις εκ του φρονήματος της σαρκός επισκοτουμένην πάθεσι δυνατόν υποδέξασθαι του Αγίου Πνεύματος τας ελλάμψεις»39.
Κατά τον άγιον Ισαάκ: «Ου δύναται άνθρωπος θεάσασθαι το κάλλος το όν ένδοθεν αυτού, πριν η ατιμάση και βδελύξηται παν κάλλος έξωθεν αυτού» και «Ο σωφρονών, και ταπεινοφρονών, και βδελυττόμενος την παρρησίαν, και τον θυμόν εκ της καρδίας απωσάμενος, εγώ πιστεύω, ότι όταν αναστή εν τη προσευχή, καθορά εν τη ψυχή αυτού το φως του αγίου πνεύματος, και σκιρτά εν ταις λαμπηδόσιν αυτού της ελλάμψεως του φωτός, και ευφραίνεται εν τη θεωρία της δόξης αυτής, και εν τη εαυτής αλλοιώσει προς την αυτού ομοιότητα»40.
Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη: «Κατά την αναλογίαν της καθαρότητος των καρδιών ημών εφώτισεν ημάς ο φωτοπάροχος Ιησούς. καθώς γαρ το αισθητόν τούτο φως φωτίζει τους έχοντας καθαρούς και υγιείς τους οφθαλμούς του σώματος. ούτω και το άϋλον και άκτιστον φως της υπερουσίου Θεότητος φωτίζει τους έχοντας νουν καθαρόν και καρδίαν λελαμπρυσμένην. οι γαρ με το θείον φως ενωθήναι βουλόμενοι, φως πρέπει να είναι και αυτοί δια των αρετών» .
Η νήψις, η μετάνοια, η αυτομεμψία είναι κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο προϋποθέσεις της ελλάμψεως του θείου Φωτός: «Έχειν δε τον νουν πάντοτε προς τον Θεόν, εν τε ύπνω και εγρηγόρσει, εστιάσει και ομιλία, εργοχείρω τε και πάση άλλη πράξει κατά το προφητικόν λόγιον. προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός. Ηγού δε εαυτόν αμαρτωλότερον παντός ανθρώπου. Χρονιζούσης γαρ ταύτης της μνήμης, πέφυκεν εγγίνεσθαι τη διανοία έλλαμψις δίκην ακτίνος. Και όσον ταύτην επιζητείς, πολλή προσοχή και απερισπάστω διανoία, κόπω τε πολλώ και δάκρυσι, τηλαυγέστερoν φαίνεται. Φαινομένη δε, αγαπάται. αγαπωμένη δε, καθαίρει. καθαίρουσα δε, θεοειδή απεργάζεται, φωτίζουσα και διδάσκουσα διακρίνειν το καλόν από του χείρονος.
Πλην, αδελφέ, πολλού δει κόπου, συν Θεώ του τελείως ταύτην εισοικισθήναι τη ση ψυχή και ταύτη καταυγάσαι, ώσπερ η σελήνη, τον της νυκτός ζόφον. Προσέχειν δε δει και τας προσβολάς των λογισμών, κενοδοξίας τε και οιήσεως, και του μη κατακρίνειν τινά ορώντα απρεπές τι πράττοντα»42 .
Βασική προϋπόθεσις θεώσεως και θεωρίας είναι η αδιάλειπτος νοερά καρδιακή προσευχή. Ο αββάς Ισαάκ λέγει: «Ο θέλων ιδείν τον Κύριον, μηχανάται καθαρίσαι αυτού την καρδίαν εν αδιαλείπτω μνήμη του Θεού. και ούτως εν τη λαμπρότητι της διανοίας αυτού εν πάση ώρα όψεται τον Κύριον»43.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην περίφημη ομιλία του στα Εισόδια της Θεοτόκου λέγει, ότι η Κυρία Θεοτόκος σχολάζουσα στα Άγια των Αγίων ήσκησε πρώτη την προσευχή αυτή: «Ταύτας λοιπόν τας γηίνας σχέσεις αποβαλούσα η Παρθένος από την πρώτην αρχήν της ζωής της, αναχώρησεν από τους ανθρώπους, και φυγoύσα τον αμαρτωλόν βίον, εδιάλεξε μίαν ζωήν αθεώρητον από όλους ενδιατρίβουσα μέσα εις τα άγια, εις τα οποία διατελούσα ελύθη από κάθε δεσμόν υλικόν. απετίναξε κάθε σχέσιν. ανέβη επάνω από κάθε αγάπην έως και αυτού του ιδίου σώματός της και ούτω ήνωσε τον νουν της εις τον εαυτόν του με μίαν στροφήν και προσευχήν και με θείαν και παντοτεινήν προσευχήν. και δια μέσου αυτής της στροφής του νοός ηνώθη όλως δι' όλου με τον εαυτόν της. υψώθη επάνω από κάθε είδος και σχήμα, και έτζι κατεσκεύασε μίαν καινούριαν στράταν εις τούς ουρανούς, δηλαδή την νοητήν (δια να την ονομάσω έτζι) σιωπήν, εις την οποίαν προσκολλήσασα τον νουν της, αναβαίνει επάνω από όλα τα κτίσματα, και βλέπει δόξαν Θεού τελειότερον από τον Μωϋσήν, και ορά θείαν Χάριν, ήτις δεν καταλαμβάνεται τελείως από την αίσθησιν, αλλά είναι ένα ιερόν και χαριέστατον θέαμα μοναχών των ψυχών των καθαρών και αγίων αγγέλων»44.
Έτσι η Θεοτόκος εισήγαγε στον κόσμο την ησυχαστική προσευχή, κατά την οποίαν ο νους απερίσπαστος από κάθε σκέψι εισέρχεται στην καρδιά και εκεί ενώνεται δια της προσευχής με τον Χριστό και αξιούται της θεωρίας του θείου Φωτός.
Επειδή στους αγωνιζομένους για την ησυχαστική προσευχή ελλοχεύει ο κίνδυνος της πλάνης, οι άγιοι Πατέρες συνιστούν την υπακοή σε πεπειραμένο γέροντα που εκ πείρας προσωπικής θα ημπορεί να οδηγή απλανώς τον ασκούμενο μοναχό45.
ΣΤ΄. Άλλες εμπειρίες της Ακτίστου Χάριτος του Θεού.
Σύμφωνα με όσα μας παραδίδουν οι θεόπται άγιοι Πατέρες, η ανωτέρα και τελειωτέρα εμπειρία της Χάριτος του Θεού είναι η θεωρία-θέα του Ακτίστου Φωτός.
Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, η θεωρία του θείου Φωτός και κάλλους είναι η γλυκυτέρα και ποθεινοτέρα των άλλων του Θεού προσόντων, που γεννά στην ψυχή τον θείο πόθο και "έρωτα".
Προς παρηγορίαν ημών των μη θεασαμένων το Άκτιστον Φως οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν ότι ο Φιλάνθρωπος Κύριος παρακαλεί τις πιστές ψυχές και με άλλες εμπειρίες της Ακτίστου Χάριτός του.

Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: «Εν τίσι μεν οράται ως φως ανατέλλον. Εν άλλοις δε, αγαλλίασις έντρομος. Εν ετέροις δε, χαρά. Εν άλλοις δε, σύμμικτος χαρά και φόβος. Ev τίσι δε, τρόμος και χαρά. Εστί δ' ότε και εις τίνας, δάκρυα και φόβος. χαίρει μεν η ψυχή την επισκοπήν και το έλεος του Θεού, φοβείται δε και τρέμει την παρουσίαν αυτού, ως υπεύθυνος εν αμαρτίαις πολλαίς. Ετέροις δε πάλιν γίνεται παρά τας αρχάς άρρητος συντριβή και πόνος άφατος ψυχής, οδυνωμένη καθάπερ η τίκτουσα και ωδίνουσα κατά την Γραφήν. διϊκνούμενος γαρ ο ζων και ενεργής λόγος, τουτέστιν ο Ιησούς, ως φήσιν ο Απόστολος, μεχρι μερισμού ψυχής και σώματος, αρμών τε και μυελών, Ίνα το εμπαθές εξ όλων των της ψυχής μερών και του σώματος βιαίως εκτήξη. Εν άλλοις δε, αγάπη και ειρήνη άμαχος προς πάντας οράται. Εν ετέροις δε, αγαλλίαμα, όπερ σκίρτημα πολλαχώς οι Πατέρες ειρήκασι, πνεύματος ούσα δύναμις και καρδίας ζώσης κίνημα. τούτο και παλμός λέγεται και στεναγμός, του πνεύματος αλαλήτως υπέρ ημών προς τον Θεόν εντυγχάνoντoς. Κύμα δε τούτο της του Θεού δικαιοσύνης και ο Ησαΐας ονόμασε. και νυγμόν ο μέγας Εφραίμ. ο δε Κύριος, πηγήν ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον. (ύδωρ δε, το πνεύμα ονόμασε,) πηδώντος εν καρδία και υπερζέον τω σφοδρώ της δυνάμεως»47.
Όμως κανείς δεν πρέπει να γίνεται μοναχός για να λάβη εμπειρίες της θείας Χάριτος. Κατά τον άγιο Διάδοχο Φωτικής: «Ου δει ουν επί ταύτη τη ελπίδι τίνα τον ασκητικόν μετιέναι βίον, Ίνα μη ο σατανάς ετοίμην εύρη την ψυχήν εντεύθεν εις συναρπαγήν. Αλλ' ίνα φθάσωμεν μόνον εν πάση αισθήσει και πληροφορία της καρδίας αγαπήσαι τον Θεόν, όπερ εστίν εν όλη ψυχή και εν όλη καρδία και εν όλη διανοία. Ο γαρ εις τούτο υπό της χάριτος ενεργούμενος του Θεού, αποδημεί του κόσμου, καν εν τω κόσμω παρή»48 .
Μήπως επειδή, πριν μετανοήσουμε και καθαρθούμε από τα πάθη, δεν πρέπει να ζητούμε εμπειρίες θεωρίας, δεν πρέπει ούτε και να ομιλούμε γι' αυτές και μάλιστα για την θέωσι ως σκοπό της ζωής μας;
Την απάντησι δίδει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Αυτός που δεν πιστεύει σ' αυτό το μεγάλο μυστήριο της νέας χάριτος, μήτε αποβλέπει στην ελπίδα της θεώσεως, δεν θα ημπορούσε να καταφρονή ούτε ηδονή σαρκός ούτε χρήματα και κτήματα και την δόξα των ανθρώπων. Αλλά και αν ημπορούσε έστω και για λίγο, τον ακολουθεί η υπερηφάνεια, ωσάν να επέτυχε το τέλειο. Έτσι με την υπερηφάνεια εκπίπτει στους ακαθάρτους. Αλλά εκείνος που αποβλέπει (στην θέωσι), ακόμη και όταν κατορθώση κάθε αγαθό, έχοντας εμπρός του την υπερτελεία και ατελείωτη τελειότητα, δεν νομίζει ότι επέτυχε κάτι, κι έτσι γίνεται ταπεινότερος. Σκεπτόμενος δε αφ' ενός μεν την υπεροχή των προπορευθέντων Αγίων, αφ' έτέρου δε το ύφος της θείας φιλανθρωπίας, πενθεί και βοά το του Ησαΐου "οίμοι ότι ακάθαρτος ων και ακάθαρτα χείλη έχων, Κύριον Σαβαώθ είδον τοις οφθαλμοίς μου". Αυτό το πένθος προσθέτει στην καθαρότητα (της ψυχής), ο δε Κύριος της χάριτος επιδαψιλεύει σ' αυτήν παράκλησι (παρηγορία) και έλλαμψι»49.
Ζ'. Επίλογος
Από τις όσες εμπειρίες των Αγίων εξετέθησαν στην εισήγησι αυτή έγινε, νομίζω, φανερός ο στενός δεσμός μοναχισμού και θέας του Άκτίστου Φωτός.
Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι κυρίως στον χώρο του Μοναχισμού άνθησαν τα εύοσμα άνθη της θεώσεως.
Παράδοξο θα ήταν το αντίθετο, να μη ανθούν αυτά στον χώρο του Μοναχισμού, χώρο διαρκούς μετανοίας, νήψεως, καθάρσεως από τα πάθη, αδιαλείπτου προσευχής, αποκτήσεως των ευαγγελικών αρετών, εκδημίας του κόσμου και ενδημίας στον Κύριο.
Ας δώσουμε τον λόγο στον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, για να κλείση αυτός την εισήγησί μας: «Μοναχόν διαμένοντα εν τη αγρυπνία μετά διακρίσεως νοός, τούτον μη ίδης ως σαρκοφόρον. Τάξεως γαρ αγγελικής ως αληθώς τούτο το έργον. Αδύνατον γαρ τους εν τη διαγωγή ταύτη δια παντός πολιτευομένους, άνευ χαρισμάτων μεγάλων παρά Θεού αφεθήναι δια την νήψιν αυτών, και εγρήγορσιν της καρδίας, και δια την εμμέριμνον διαγωγήν των λογισμών αυτών προς αυτόν. Ψυχή η εν το διαγωγή ταύτης της αγρυπνίας κοπιώσα και διαπρέπουσα, οφθαλμούς χερουβικούς έξει, του διαπαντός ατενίζειν και κατοπτεύειν την επουράνιον θεωρίαν»50.
(*) Εισήγησις εις το Παμμοναστικόν Συνέδριον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος εις τα Άγια Μετέωρα (12-14 Σεπτεμβρίου 2000), ωργανωθέν εις τα πλαίσια των εορτασμών της Εκκλησίας της Ελλάδος δια τα 2000 χρόνια από της Γεννήσεως του Κυρίου.
1. Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Αγιορειτικός Τόμος, Φιλοκαλία, εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1957-1963, τόμ. Δ', σελ. 192. Βλ. και Αρχιμ. Γεωργίου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκαλος της θεώσεως, εκδ. Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου 2000, σελ. 54.
2. Ένθ' ανωτ. σελ. 193.
3. Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Ερμηνεία εις τας επτά Καθολικάς Επιστολάς, εκδ. Ορθ. Κυψέλης, Θεσ/νίκη 1986, σ.457.
4. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «ο θεοφόρος Μάξιμος ερωτηθείς περί τούτου του ρητού, ήγουν διατί ο θεολόγος Ιωάννης ανωτέρω μεν είπεν ότι ο Θεός φως εστίν, εδώ δε λέγει ότι αυτός (ήτοι ο Θεός) εν τω φωτί εστίν; Περί τούτου λέγω ερωτηθείς αποκρίνεται "Κατ' ουσίαν φως υπάρχων ο Θεός, εν τοις εν αυτώ δια των αρετών περιπατούσιν εστίν, αληθώς φως γενομένοις. Ώσπερ ουν το κατά μέθεξιν φως ως οι άγιοι πάντες, Δια φιλοθεΐαν εν τω κατ' ουσίαν γίνονται φωτί, (ήτοι εν τω Θεώ) ούτω το κατ' ουσίαν, εν τω κατά μέθεξιν φωτί, δια φιλανθρωπίαν γίνεται φως. Εάν ουν εσμέν κατά την αρετήν και την γνώσιν ως εν φωτί τω Θεώ, και αυτός ο Θεός ως φως εν φωτί εστίν εν ημίν. Ο γαρ φύσει φως Θεός, εν τη μιμήσει γίνεται φωτί, ως εν εικόνι αρχέτυπον η μάλλον, φως εστίν ο Θεός και Πατήρ εν φωτί, δηλαδή τω υιώ και τω αγίω Πνεύματι. Ουκ άλλο και άλλο φως υπάρχων αλλά κατ' ουσίαν εν και το αυτό, κατά τον της υπάρξεως τρόπον τρισσοφαές" (εν τη ογδόη λύσει των απόρων)» (Ερμηνεία εις τας επτά Καθολικάς Επιστολάς, ένθ' ανωτ. σελ. 461, υποσημ. 10)
5. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 1, 3, εν Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε., Θεσ/νίκη 1982, τ. 2, σελ. 154, στίχο 7.
6. Ένθ' ανωτ. σελ. 204, στίχο 26.
7. Ένθ' ανωτ. σελ. 210, στίχο 23.
8. Του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου του Παλαμά Ομιλίαι 41, εκδ. Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, εν Ιεροσολύμοις 1857, σελ 95.
9. Υπέρ των Ιερώς ησυχαζόντων, 1, 3, ένθ' ανωτ. σελ 174, στίχ. 12.
10. Ένθ' ανωτ. σελ 202, στίχ. 25.
11. Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Εορτοδρόμιον, εκδ. Ορθόδ. Κυψέλης, Θεσ/νίκη 1987, τόμο Γ΄, σ. 267.
12. Ένθ' ανωτ. σελ. 269.
13. Ένθ' ανωτ.
14. Ένθ' ανωτ.
15. Ένθ' ανωτ. σελ. 265.
16. Ένθ' ανωτ. σελ. 252.
17. «Το φως όπου είδον οι Απόστολοι εις το Θαβώριον Όρος, αν και ήτον άκτιστον και άναρχον κατά χρόνον, δεν ήτον όμως και ουσία και φύσις Θεού κοιτά τους Ιερούς Θεολόγους. Δια τούτο είπεν ο Θεοφόρος Μάξιμος εν ταις εις την Μεταμόρφωσιν θεωρίαις του "Το φως του προσώπου Κυρίου, το νικήσαν της ανθρωπίνης αισθήσεως την ενέργειαν, τον τρόπον διετύπου τοις μακαρίοις Αποστόλοις της κατά απόφασιν μυστικής Θεολογίας, καθ' ην η μακαρίοι Θεότης κατ' ουσίαν εστίν υπεράρρητος και υπεράγνωστος, και πάσης απειρίας απειράκις εξηρημένη, ουδ' ίχνος όλως καταλήψεως καν ψιλόν τοις μετ' αυτήν καταλείψασα". και ο θεολόγος δε Γρηγόριος λέγει. "Θεότης καθ' εαυτήν αόρατος" (Επιστολή α΄ προς Κληδόνιον). Θεότης δε ενταύθα η θεία ουσία νοείται, εξ ης ενέργεια ουσιώδης και άκτιστος υπήρχε το ορατόν φως της του Κυρίου Μεταμορφώσεως. Πλην, αν και το φως εκείνο δεν ήτον ουσία του Θεού, όμως ήτον πάντοτε αχώριστον της ουσίας του Θεού, κατά τους Ιερούς Θεολόγους ου γαρ ην καιρός ότε ουκ ην μετ' αυτής, συνάναρχον ον αυτή κατά χρόνον και συναΐδιον» (Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Εορτοδρόμιον, Ένθ' ανωτ., τόμο Γ' σελ. 250-251).
18. Συμεών του Μεταφραστού, Παράφρασις εις τους ν' λόγους του αγίου Mακαρίου του Αιγυπτίου, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμ. Γ', σελ. 229. Βλ. και Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Ερμηνεία εις τας Δ' Έπιστολάς, τόμο Β', έκδ. Ορθ. Κυψέλης, Θεσ/νίκη 1990, σελ. 201 (υποσημ.).
19. Νικήτα Στηθάτου, Τρίτη Γνωστικών Κεφαλαίων εκατοντάς, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Γ', σελ. 331 και σελ. 298.
20. Συμεών του Μεταφραστού, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Γ', σελ. 229.
21. Σωφρoνίoυ Σαχάρωφ, Οψόμεθα τοv Θεόν καθώς εστί, εκδ. Ί. Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1992, σελ. 267.
22. Ένθ' ανωτ. σελ. 251.
23. Έvθ' ανωτ. σελ. 287.
24. Ένθ' ανωτ. σελ 267.
25. Ένθ' ανωτ. σελ 257-258.
26. Λόγος πάνυ ωφέλιμος περί του αββά Φιλήμονος, Φιλοκαλία, ένθ' άνωτ., τόμο Β', σελ. 251.
27. Από τον βίον του οσίου Πατρός ημών Μαξίμου του Καψοκαλύβη, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Ε', σελ 107.
28. Αγ. Διαδόχου Φωτικής, Λόγος Ασκητικός, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Α', σελ. 266.
29. Περί των αιρουμένων ησύχως βιώναι, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Δ', σελ. 290.
30. Σωφρονίου Σαχάρωφ, ένθ' ανωτ. σελ. 266.
31. Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Ερμηνεία εις τας επτά Καθολικάς Επιστολάς, εκδ. Ορθ. Κυψέλης, Θεσ/νίκη 1986, σελ. 370.
32. Αγ.. Νικοδήμου Αγιορείτου, Λόγος εγκωμιαστικός εις τον εν αγίοις όσιον και θεοφόρον πατέρα ημών Συμεών τον Νέον Θεολόγον, εν Ακολουθία και εγκώμιον του οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Συμεών του Νέου Θεολόγου, εν Αθήναις 1975, σελ. 107. Βλ. και Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κεφάλαια Πρακτικά και Θεολογικά, ξη΄, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Γ', σελ. 249.
33. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 1, 3, ένθ' ανωτ. σελ. 196.
34. Σωφρονίου Σαχάρωφ, ένθ' ανωτ. σελ. 281.
35. Ένθ' ανωτ. σελ. 243.
36. Ένθ' ανωτ. σελ 244. Βλ. και σελ. 243, 268, 284.
37. Περί των αιρουμένων ησύχως βιώναι, ξγ', Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Δ', σελ 257.
38. Εις τον ΜΕ' Ψαλμόν, Μ. Βασιλείου Έργα, ΕΠΕ., τόμο 5, Θεσ/νίκη 1974, σελ 318.
39. Μεγ. Βασιλείου, Τοις κατά Νεοκαισάρειαν λογιωτάτοις, ένθ' ανωτ. τόμο 3, σελ 188.
40. Αββά Ισαάκ του Σύρου, Τα ευρεθέντα ασκητικά, λόγος μγ', Αθήναι 1895, σελ. 178.
41. Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, Εορτοδρόμιον, ένθ' ανωτ. τόμο Γ', σελ. 255.
42. Αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κεφάλαια Πρακτικά και Θεολογικά, ρμ΄, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Γ', σελ. 264.
43. Παρά Καλλίστου και Ιγνατίου των Ξανθοπούλων, Περί των αιρουμένων ησύχως βιώναι, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Δ', σελ. 251-252.
44. Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία εις τα Εισόδια, μετάφρασις Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, εν περιοδ. Άγιος Νεκτάριος, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 170.
45. Γράφει σχετικώς ο π. Σωφρόνιος: «Η εν δυνάμει εμφάνισις του Φωτός τοσούτον υπερβαίνει την πεπτωκυίαν φύσιν ημών, ώστε ουδείς εκ των εις Χριστόν πιστευόντων πρέπει να εμπιστεύηται εις εαυτόν άνευ της απαραιτήτου μαρτυρίας είτε εκ των Γραφών, είτε εκ των έργων των Αγίων Πατέρων. Πλέον τούτου, και αι Γραφαί εισέτι δεν επαρκούν δια την τελικήν κρίσιν, διότι και ο λόγος του Θεού κατανοείται σχετικώς υφ' ενός έκάστου κατά διάφορον τρόπον. Είναι απαραίτητος η επιβεβαίωσις άλλου προσώπου της αυτής πίστεως, το οποίον όμως ηξιώθη προ ημών της Θείας επισκέψεως. Επομένως είναι αναγκαία τα τρία ταύτα: Αι Άγιαι Γραφαί της Καινής Διαθήκης, τα έργα των αγίων ασκητών της Εκκλησίας ημών και ο "ζων" μάρτυς. Εάν ο τελευταίος ούτος δεν υπάρχει, τότε είναι ίδιον της δικαίας ψυχής η κραυγή προς τον Θεόν: "Φείσαί μου και μη εάσης με τον παραλελυμένον ψυχή τε και σώματι να εκπέσω της αληθείας Σου και να τραπώ εις άλλην, αλλοτρίαν οδόν". "Μη με δελεάσης απάτη". Τους λόγους τούτους θέτει η εκκλησιαστική υμνολογία εις το στόμα της Υπεραγίας Παρθένου, ότε Αυτή έλαβεν εκ του Αρχαγγέλου Γαβριήλ την αποκάλυψιν της εξ Αυτής παρθενικής γεννήσεως του Υιού του Θεού» (Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, ένθ' ανωτ. σελ. 269-270).
46. Βλ. Συμβουλευτικόν Εγχερίδιον, έκδ. «Άγιος Νικόδημος» Αθήναι, σελ. 200, όπου γράφει και τα έξης: «Ούτω και η θεωρία, τόσον η κατά παραδοχήν καλούμενη, όσον και η κατ' επιβολήν του θείου εκείνου φωτός, και του θεϊκού εκείνου κάλλους, είναι η γλυκυτέρα και η ποθεινοτέρα όλων των άλλων του Θεού προσόντων τε και τελειοτήτων, και τιτρώσκει και πληγόνει, και διατρυπά την καρδίαν των εραστών με τόξα, και βέλη, και κέντρα δριμύτατα του προς Θεόν πόθου, και του παντοκρατορικού έρωτος, και της θείας αγάπης και η αφορμή είναι, διότι, καθώς το αισθητόν τούτο φως του ηλίου, διαφάνειαν και λαμπρότητα παρέχον εις τους σωματικούς οφθαλμούς, δίδει δύναμιν εις αυτούς να διακρίνωσι δι' αυτού όλα τα εν τω αισθητώ κόσμω ορατά κτίσματα. ούτω και το νοητόν φως του υπερουσίου ηλίου, νοεράν έλλαμψιν και διαφάνειαν εις τους ψυχικούς οφθαλμούς χαριζόμενον, δίδει δύναμιν εις αυτούς να διακρίνωσι δι' αυτού και να θεωρήσωσιν όλας τας άλλας του Θεού τελειότητας, και πάντα τα εν τω νoερώ κόσμω μακάρια θεάματα, και μυστήρια, του μέλλοντος αιώνος».
47. Αγ. Γρηγορίου του Σιναΐτου, Περί ησυχίας και προσευχής ... κεφάλαια ι΄, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Δ', σελ 68.
48. Αγ. Διαδόχου Φωτικής, Λόγος ασκητικός, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ., τόμο Α', σελ 246.
49. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 1, 3, ένθ' ανωτ. σελ 256.
50. Αγ. Ισαάκ του Σύρου, ένθ' ανωτ. σελ. 123.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

ΜΑΡΚΟΥ ΕΦΕΣΟΥ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

ΜΑΡΚΟΥ ΕΦΕΣΟΥ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΙΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΗΣΩΝ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΟΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙΣ 1440-1441 Μ.Χ






ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Tό1440 ό αυτοκράτωρ Ιωάννης Η' ό Παλαιολόγος και ή Ελληνική αντιπροσωπεία επιστρέφουν στην Βασιλεύουσα φέροντας μαζί τους τον ενωτικό όρο της συνόδου της Φλωρεντίας, πού εξασφαλίζει την υποταγή των Ορθοδόξων στον πάπα με αντάλλαγμα"δώδεκα χιλιάδας χρυσίνων και τριήρεις δύο» Ή σύνοδος αυτή ήταν ή τραγικότερη από τις ενωτικές απόπειρες, "καϊαφαϊκόν συνέδριον", σύνοδος παρασκηνίων και εκβιασμού, όπου οι Ορθόδοξοι «στένοντες και δακρύοντες»υπέγραψαν τον όρο κάτω από τις πιέσεις τού αυτοκράτορα και την τρομοκρατία των Λατίνων.
Ό Ιωάννης δεν είχε παραδειγματιστεί από την αποτυχημένη ενωτική απόπειρα της Λυών, ούτε είχε εκτιμήσει την συμβουλή τού πατέρα του Μανουήλ Β', «να μελετάς και να συζητάς το θέμα της ενωτικής Συνόδου, και μάλιστα όταν έχεις ανάγκη να εκφοβίσεις τους ασεβείς (Τούρκους), το να την πραγματοποιήσεις όμως μη το επιχειρήσεις πια».Δεν είχε, ακόμη, υπολογίσει το ελληνικό άντιλατινικό αίσθημα, πού είχε προκληθεί κατά την φρικιαστική ιεροσυλία της πρωτεύουσας από τούς σταυροφόρους(1204) και τον διωγμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας στους χρόνους της Φραγκοκρατίας.Περιμένει επευφημίες, αλλά δέχεται την αποδοκιμασία τού λαού.

Εν τούτοις, φοβούμενος τον τουρκικό κίνδυνο προσπαθεί να επιβάλλει με βίαια μέσα τον ενωτικό όρο. Ό Μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος Ευγενικός, μέλος της αντιπροσωπείας, τον οποίο, καθώς οι ίδιοι οι αντίπαλοι του ομολογούν, ό λαός τον υποδέχθηκε ως άγιο, διότι «ούτε δώρα έλαβεν ούτε χρυσώ τάς χείρας έμίανεν»,εγκαταλείπει την Κωνσταντινούπολη αρνούμενος τον πατριαρχικό θρόνο πού τού προτείνει ό αυτοκράτωρ, και καταφεύγει στην Έφεσο. Επειδή κι εκεί ενοχλείται από τούς λατινόφρονες, ξεκινά για το Αγιον Όρος. Στην Λήμνο όργανα της εξουσίας τον κρατούν και τον περιορίζουν ατό νησί. Εδώ γράφει την περίφημη Εγκύκλιο "προς τούς απανταχού Ορθοδόξους", όπου με θαυμαστή ενάργεια αλλά και αιχμηρή γλώσσα, πού προσπαθεί να περισώσει ότι προδόθηκε στην Φλωρεντία, στηλιτεύει τούς Τραικολατίνους "ενωτικούς συμπατριώτες του, οι όποιοι ξεκινώντας απ' τα"Ιεροσόλυμα" για την "Βαβυλώνα", ούτε έφθασαν στον προορισμό τους, ούτε επέστρεψαν πίσω, αλλά έμειναν στην μέση τού δρόμου περιφέροντας την "μεσότητά" τους και εξαπατώντας τούς άπλοίκωτέρους.Αυτοί θεμελίωσαν την Ουνία -την λατινική μέθοδο προσηλυτισμού των Ορθοδόξων-, ή όποια τον επόμενο αιώνα θα εγκαινιάσει επισήμως και με επιτυχία το διαβρωτικό της έργο σ' όλη την Ορθόδοξη Ανατολή.

ΚΕΙΜΕΝΟ
(απόδοση στην νέα ελληνική)


Προς τούς απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους ορθοδόξους χριστιανούς, ό Μάρκος επίσκοπος Εφέσου απευθύνει χαιρετισμό εν Κυρίω.



Αυτοί πού μας οδήγησαν σε κακή αιχμαλωσία και θέλησαν να μας σύρουν προς την Βαβυλώνα των λατινικών εθών και δογμάτων, δεν μπόρεσαν να φέρουν εις πέρας το σχέδιο τους. Βλέποντας τελικά πώς είναι άτοπο και εντελώς αδύνατο, έπαθαν το έξης ούτε παρέμειναν όπως ήταν, ούτε έγιναν αυτό πού σκόπευαν να γίνουν, διότι και οι ίδιοι και όσοι τούς ακολούθησαν έμειναν κάπου στην μέση του δρόμου. Εγκαταλείποντας τα Ιεροσόλυμα, την αληθινή όραση της ειρήνης, και το Σιών όρος, την βέβαιη και ακλόνητη πίστη, και μη θέλοντας ούτε δυνάμενοι να γίνουν και να κληθούν Βαβυλώνιοι, δικαίως κλήθηκαν Γραικό-Λατίνοι ή όπως οι περισσότεροι τούς ονομάζουν, λατινόφρονες. Αυτοί λοιπόν οι θηριόμορφοι σαν τούς ίπποκενταύρους των μύθων άνθρωποι ομολογούν μαζί με τούς Λατίνους πώς το Πνεύμα το άγιο εκπορεύεται εκ τού Υιού και έχει τον Υιό αίτιο της υπάρξεως του (αυτό περιέχει και ό όρος τους), ενώ μαζί μας λέγουν ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός.

Και μαζί μ'αυτούς ισχυρίζονται ότι ή προσθήκη στο Σύμβολο έγινε θεμιτώς και ευλόγως, και μας δεν την αποδέχονται, (αν και κανείς απ' αυτούς δεν απορρίπτει ως αθέμιτη και άλογη την εισαγωγή της). Και μαζί μ' εκείνους το άζυμο παραδέχονται ως σώμα Χριστού, μαζί μας όμως δεν θα τολμούσαν να μεταλάβουν από αυτό. "Άραγε δεν είναι αυτά ικανά να φανερώσουν την πίστη τους, και ότι συναντήθηκαν με τούς Λατίνους όχι χάριν της έρευνας της αλήθειας, την οποία έχοντας στα χέρια τους πρόδωσαν, αλλά χάριν του πλούτου και μιας πλαστής και όχι αληθινής ενώσεως;

2.Πρέπει να εξετάσει κανείς και με ποιόν τρόπο ενώθηκαν. Διότι κάθε τι το όποιο ενώνεται με κάτι άλλο, οπωσδήποτε ενώνεται με κάποιο μέσο. Πίστεψαν λοιπόν ότι ενώθηκαν στο δόγμα περί της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος, διακηρύσσοντας μαζί μ' αυτούς ότι το Πνεύμα έχει την ύπαρξη και από τον Υιό.
Τα άλλα όλα διαφορετικά, πουθενά κοινό σημείο ή μέσον προς γεφύρωση τού χάσματος. Και πάλι λέγονται δύο παραλλαγμένα Σύμβολα, όπως και πριν, δύο διαφορετικές λειτουργίες τελούνται, ή μία με ένζυμα, ή άλλη με άζυμα, δύο βαπτίσματα, το ένα διά τρίτης καταδύσεως, το άλλο δι' έπιχύσεως ύδατος, και το μεν χρίοντας επί πλέον με μύρο, το δε θεωρώντας το περιττόν, εντελώς διαφορετικές όλες οι καθιερωμένες συνήθειες, οι νηστείες, ή εκκλησιαστική τάξι και τα παρόμοια. Ποιά λοιπόν είναι ή ένωση, εάν δεν υπάρχει καταφανής και σαφής συμφωνία; Και πώς ενώθηκαν αυτοί πού ήθελαν να μείνουν πιστοί στα δικά τους -αυτό άλλωστε είχαν κάπου συμφωνήσει- αλλά δεν ακολούθησαν τις παραδόσεις των Πατέρων;

3. Αλλά ας δούμε την σοφή τους λογική• «Ουδέποτε, ισχυρίζονται, ή Εκκλησία των Γραικών έλεγε ότι μόνο εκ του Πατρός εκπορεύεται, αλλά απλώς ότι εκ τού Πατρός εκπορεύεται. Αυτό όμως δεν αποκλείει από τον Υιό το ιδίωμα της εκπορεύσεως ώστε όσον άφορα στο σημείο αυτό, και στο παρελθόν και τώρα είμαστε ενωμένοι». Ω της ανοησίας! ώ της τυφλώσεως! Εάν ανέκαθεν ή Εκκλησία των Γραικών έλεγε το "εκ τού Πατρός έκπορευόμενον", εφ' όσον το είχε παραλάβει από τον ίδιο τον Χριστό και τούς ιερούς αποστόλους και τις συνόδους των Πατέρων, το δε "εκ του Υιού" ουδέποτε έλεγε, αφού δεν το παρέλαβε από κανένα, τότε τί
παρεκκλίνουν της ορθής πίστεως, κακώς τούς αποκόψαμε. Εάν όμως παρεκκλίνουν όλως διόλου, και μάλιστα στην θεολογία του άγιου Πνεύματος -ή βλασφημία προς το όποιο συνιστά τον μέγιστο κίνδυνο- τότε είναι αιρετικοί, και ως αιρετικούς τούς αποκόψαμε. Γιατί άλλωστε χρίουμε με μύρο όσους από αυτούς προσέρχονται σ' εμάς, αν όχι επειδή είναι αιρετικοί; Ό έβδομος Κανών της Β' Οικουμενικής Συνόδου λέει: "Όσους από τούς αιρετικούς προσέρχονται στην Ορθοδοξία και στην μερίδα των σωζόμενων, τούς δεχόμαστε συμφώνως προς την διατεταγμένη ακολουθία και τάξι. Τούς Αρειανούς μεν και Μακεδονιανούς και Σαββατιανούς και Ναυατιανούς, πού αύτοκαλούνται Καθαροί, τούς Αριστερούς και Τεσσαρεσκαιδεκατίτες, δηλαδή Τετραδίτες, και τούς Απολλιναριστές δεχόμαστε εφ' όσον συντάξουν λίβελλο και αναθεματίσουν κάθε αίρεση, πού δεν φρονεί όπως φρονεί ή αγία του θεού καθολική και αποστολική Εκκλησία, και κατόπιν σφραγίζονται, ήτοι χρίονται πρώτα με το άγιο μύρο στο μέτωπο, τα μάτια,την μύτη, το στόμα και τα αυτιά' και σφραγίζοντας τους λέμε "σφραγίς δωρεάς Πνεύματος αγίου".
5Βλέπεις με ποιους κατατάσσουμε τούς Λατίνους, οι όποιοι προσέρχονται σ' εμάς; Εάν όλοι οι προηγούμενοι είναι αιρετικοί, ασφαλώς είναι και αυτοί. Ενδεικτικά παραθέτουμε τί γράφει γι' αυτούς ό σοφώτατος πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος ό Βάλσαμων στις αποκρίσεις του προς τον αγιότατο πατριάρχη Αλεξανδρείας Μάρκο. Ερώτηση Μάρκου:

"Αιχμάλωτοι Λατίνοι και άλλοι, έρχονται στις καθολικές εκκλησίες μας και ζητούν να μεταλάβουν των θείων αγιασμάτων. Ζητούμε να μάθουμε αν μπορεί να γίνει τέτοια οικονομία». Απάντηση Θεοδώρου «Ό μη ων μετ' εμού, κατ' εμού έστι, και ό μη συνάγων μετ' εμού, σκορπίζει».

6Επειδή λοιπόν πριν από πολλά χρόνια το περιώνυμο πλήρωμα της Δυτικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας αποσχίσθηκε από την κοινωνία με τούς άλλους τέσσερεις άγιώτατους πατριάρχες, και απομονώθηκε με έθη και δόγματα αλλότρια της Καθολικής Εκκλησίας και των Ορθοδόξων, (γι' αυτό ούτε στις ιερές ακολουθίες και λειτουργίες μνημονεύεται ό πάπας μαζί με τούς πατριάρχες), δεν επιτρέπεται Λατίνος να αγιάζεται από χέρι ιερέως διά των θείων και άχραντων μυστηρίων, εάν προηγουμένως δεν αποκηρύξει επισήμως τα λατινικά δόγματα και συνήθειες, αν δεν κατηχηθεί στους κανόνες και δεν εξισωθεί με τούς Ορθοδόξους».

7.Βλέπεις ότι αποκόπηκαν όχι μόνο υιοθετώντας καινούργιες συνήθειες αλλά και δόγματα αλλότρια, των Ορθοδόξων (τα δε αλλότρια των Ορθοδόξων σαφώς είναι αιρετικά), και επομένως οφείλουν να κατηχηθούν στους κανόνες και να εξισωθούν με τούς Ορθοδόξους; Αν λοιπόν πρέπει να κατηχηθούν, τότε πρέπει και να μυρωθούν.Πώς όμως μάς παρουσιάσθηκαν ξαφνικά ως ορθόδοξοι αυτοί πού επί τόσα χρόνια και από τόσους Πατέρες και διδασκάλους κρίνονταν ως αιρετικοί; Ποιος τούς μετέβαλε τόσο εύκολα σε Ορθοδόξους; Ό χρυσός —αν θέλεις να πούμε την αλήθεια, και τα κέρδη σου μάλλον, ούτε εκείνους έκανε ορθοδόξους, ενώ εσένα, κάνοντας σε όμοιο τους, σε απώθησε στην μερίδα των αιρετικών.


8.«Ωστόσο, λένε, αν επινοούσαμε κάποια μεσότητα των δογμάτων, μ' αυτήν και θα επιτυγχάναμε την ένωση, και θα ήμασταν ήσυχοι με την συνείδηση μας, διότι δεν θα αναγκαζόμαστε να ξεφεύγουμε από τα καθιερωμένα και τις παραδόσεις". Αυτό είναι πού εξαρχής εξαπάτησε τούς περισσότερους και τούς έπεισε να ακολουθήσουν εκείνους πού βάδιζαν προς τον γκρεμό της ασέβειας. Διότι πίστεψαν πώς μπορεί να υπάρξει κάποια μεσότητα ανάμεσα σε δύο πιστεύω, όπως ακριβώς συμβαίνει σε μερικές περιπτώσεις αντιθέτων, με αποτέλεσμα να αυτομολήσουν προς το κακό. Αλλά ενδέχεται μεν να βρεθεί λέξι, ή οποία θα τεθεί μεταξύ δύο δογμάτων και θα σημαίνει εξίσου και τα δύο (έχοντας διττή έννοια), δόγμα όμως πού να αποτελεί την μεσότητα μεταξύ δύο δογμάτων αντιθέτων περί του ιδίου πράγματος, είναι αδύνατο να βρεθεί. Ειδεμή, θα υπάρχει κάτι ανάμεσα στην αλήθεια και το ψεύδος, στην κατάφαση και την άρνηση, πράγμα πού αποκλείεται, διότι σε όλες τις περιπτώσεις ή καταφάσκουμε ή αρνούμαστε.


Επομένως,εάν το λατινικό δόγμα της εκ του Υιού εκπορεύσεως είναι αληθές, τότε το δικό μας, το εκ του Πατρός μόνο, είναι ψευδές (διότι αυτό στάθηκε ή αιτία τού σχίσματος). Εάν πάλι το δικό μας είναι αληθές, φυσικά θα είναι ψευδές το δικό τους. Ποιά μεσότητα μπορεί να υπάρξει; Καμιά, έκτος από κάποια λέξι πού να καλύπτει και τα δύο πιστεύω, σαν κόθορνος. Αυτή θα επιφέρει την ένωση; Και τί θα κάνουμε όταν εξετάσουμε ό ένας τον άλλον όσον άφορα στις έννοιες και τα δόγματα; Είναι δυνατόν να λεγόμαστε και οι δύο ορθόδοξοι, ενώ θα φρονούμε τα αντίθετα; Γνωρίζω πώς όχι' και μακάρι και σύ να γνώριζες, εσύ πού όλα τα αναμιγνύεις και όλα τα ονοματίζεις με ευκολία. Θέλεις να μάθεις τί γράφει ό Θεολόγος Γρηγόριος γι' αυτήν την μεσότητα; «Ή εικόνα πού κατοπτρίζει όλους τούς διερχόμενους, ό κόθορνος πού ταιριάζει και στα δύο πόδια, το λίχνισμα προς την κατεύθυνση τού άνεμου, πού έλαβε εξουσία για το πρόσφατο κακούργημα και την επινόηση κατά της αλήθειας. Διότι αυτό πού σύμφωνα με τις Γραφές φαινόταν ευσεβές, ήταν πρόσχημα πού περιέβαλε το όπλο της ασέβειας». Αυτά περί της μεσότητας πού επινοήθηκε τότε. Όσο για την σύνοδο πού την εφεύρε λέει τα έξης: «Ή πύργος της Βαβέλ, ό όποιος καλώς μέρισε τις γλώσσες - έπρεπε να διαιρεθούν διότι ή συμφωνία ήταν για κακό - ή συνέδριο τού Καϊάφα, όπου ό Χριστός καταδικάζεται, ή τέλος πάντων κάτι παρόμοιο πρέπει να ονομασθεί αυτή ή σύνοδος, ή όποια όλα τα σύγχυσε και τα ανέτρεψε, αφού κατέλυσε το ευσεβές και αρχαίο και της Τριάδος το ομότιμο δόγμα, με το να επιφέρει πλήγμα και παντοιοτρόπως να κλονίσει εκ βάθρων το ομοούσιο, κι άνοιξε θύρα στην ασέβεια με την μεσότητα όσων γράφθηκαν και λέχθηκαν «σοφοί γάρ έγένοντο τού κακοποιήσαι, το δε καλόν ποιήσαι ούκ έγνωσαν». Αυτά περί της μεσότητας αρκούν να αποδείξουν επαρκώς ότι δεν υπάρχει καν μεσότης και ότι το να ζητά κανείς τέτοια πράγματα είναι άσεβες και της Εκκλησίας αλλότριο.


8.Αλλά, ρωτούν, πώς θα αντιμετωπίσουμε τούς μέσους τούτους Γραικολατίνους, οι όποιοι τιμώντας αυτήν την μεσότητα, άλλα από τα λατινικά έθη και δόγματα επαινούν φανερά, άλλα τα επαινούν μεν αλλά δεν θα τα ενστερνίζονταν ποτέ, και άλλα καθόλου δεν τα εγκρίνουν; — Να τούς αποφεύγετε, όπως φεύγει κανείς μακριά από φίδι, όπως τούς Λατίνους, και μάλιστα ως πολύ χειρότερους απ' εκείνους, ως χριστοκάπηλους και χριστέμπορους.


«Αυτοί είναι», κατά τον Απόστολο, πού «θεωρούν την ευσέβεια μέσο υλικού κέρδους», για τούς οποίους προσθέτει: «να απομακρύνεσαι από τέτοιους ανθρώπους». Διότι δεν στρέφονται προς εκείνους (δηλαδή τούς Λατίνους) για να μάθουν, αλλά για να λάβουν. «Ποιά, λοιπόν, ή κοινωνία τού φωτός προς το σκότος; και ποιά συμφωνία μεταξύ Χριστού και Βελίαρ;» ή «ποιά σχέση ανάμεσα στον πιστό και τον άπιστο;»Διότι εμείς μεν μαζί με τον Δαμασκηνό και όλους τούς Πατέρες δεν λέμε «το Πνεύμα εκ τού Υιού», ενώ αυτοί μαζί με τούς Λατίνους δέχονται την εκ τού Υιού εκπόρευση τού Πνεύματος. Κι εμείς μαζί με τον άγιο Διονύσιο ως μόνη πηγή της ύπερουσίου θεότητος δεχόμαστε τον Πατέρα αυτοί μαζί με τούς Λατίνους θεωρούν και τον Υιό πηγή τού αγίου Πνεύματος, θέτοντας το, τοιουτοτρόπως, έκτος της θεότητος. Κι εμείς μεν μαζί με τον Θεολόγο Γρηγόριο διακρίνουμε τον Πατέρα από τον Υιό ως προς την αίτια αυτοί μαζί με τούς Λατίνους τούς συνάπτουν ως προς την αίτια.


Κι εμείς μαζί με τον σεπτό Μάξιμο και τούς τότε Ρωμαίους και δυτικούς Πατέρες δεν κάνουμε τον Υιό αίτιο τού Πνεύματος• αυτοί αποφαίνονται στον όρο τους, (και είναι πρέπον να τον τιμούμε, επειδή με φόβο τον συνέταξαν) ότι ό Υιός εκλαμβάνεται από τούς Λατίνους ως αρχή τού Πνεύματος και όχι ως αιτία,όπως παρεξηγούν οι Γραικοί. Κι εμείς μαζί με τον φιλόσοφο και μάρτυρα Ιουστίνο λέμε, «όπως ό Υιός εκ τού Πατρός, έτσι και το Πνεύμα εκ τού Πατρός» αυτοί μαζί με τούς Λατίνους αποφαίνονται ότι ό μεν Υιός γεννάται εκ τού Πατρός αμέσως, το δε Πνεύμα εμμέσως προβάλλεται.


Κι εμείς μαζί με τον Δαμασκηνό και όλους τούς Πατέρες ομολογούμε ότι αγνοούμε την διαφορά γεννήσεως και εκπορεύσεως αυτοί μαζί με τον Θωμά την μεν θέληση ταυτίζουν με την ουσία, την δε θεϊκή ενέργεια θεωρούν κτιστή, ακόμη κι αν ονομάζεται θεότης,θείον και άύλον φώς, ή Πνεύμα άγιο, ή κάτι παρόμοιο. Και έτσι τα πονηρά κτίσματα πρεσβεύουν κτιστή θεότητα και κτιστό θεϊκό φώς και κτιστό Πνεύμα άγιο.Κι εμείς πιστεύουμε ότι ούτε οι άγιοι έχουν ήδη απολάβει την ετοιμασμένη γι'αυτούς βασιλεία και τα απόρρητα αγαθά, ούτε οι αμαρτωλοί έχουν πέσει στην γέενα, αλλά περιμένει ό καθένας τον κλήρο του, ή απόδοση τού οποίου ανήκει στο μέλλον, μετά την ανάσταση και την κρίσι' αυτοί μαζί με τούς Λατίνους θέλουν δίκαιοι και άδικοι να απολαμβάνουν αμέσως μετά τον θάνατο όσα τούς αξίζουν, ενώ επινόησαν για όσους βρίσκονται σε μέση κατάσταση και για όσους τελειώνουν εν μετάνοια πυρ καθαρτήριο, διαφορετικό απ' εκείνο της γέενας, ώστε μέσα σ' αυτό καθαρίζοντας τις ψυχές μετά θάνατον να αποκατασταθούν και αυτοί στην βασιλεία μαζί με τούς δικαίους αυτό περιλαμβάνεται και στον όρο τους. Κι εμείς αποστρεφόμαστε το Ιουδαϊκό άζυμο, υπακούοντας στον σχετικό κανόνα των Αποστόλων αυτοί στον όρο τους αποφαίνονται ότι το ίερουργούμενο από τούς Λατίνους είναι σώμα Χριστού.


Κι εμείς τον πάπα θεωρούμε ως ένα των Πατριαρχών — και τούτο βεβαίως αν είναι ορθόδοξος αυτοί με μεγάλο σεβασμό τον αποκαλούν βικάριο (τοποτηρητή ή αναπληρωτή) τού Χριστού, και πατέρα και διδάσκαλο πάντων των Χριστιανών. Είθε να γίνουν πιο ευτυχισμένοι απ' τον πατέρα, και όμοιοι του ως προς τα άλλα. Διότι και εκείνος φυσικά δεν ευτυχεί, έχοντας τον αντίπαπα να τον ταράσσει υπερβολικώς, και αυτοί δεν τολμούν να μιμηθούν τον πατέρα και διδάσκαλο τους.


Μακριά λοιπόν απ' αυτούς, αδελφοί, και από την κοινωνία μαζί τους. Οι άνθρωποι τέτοιου είδους είναι ψευδαπόστολοι, εργάτες δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι σε αποστόλους Χριστού. Δεν είναι περίεργο- «αυτός ό Σατανάς μετασχηματίζεται εις αγγέλλον φωτός». Ας μη μάς εκπλήσσει το ότι και οι διάκονοι του μετασχηματίζονται σε διακόνους δικαιοσύνης, των όποιων το τέλος θα είναι κατά τα έργα τους. Και πάλι σε άλλο σημείο λέει γι' αυτούς ό ίδιος απόστολος:«Τέτοιοι άνθρωποι δεν υπηρετούν τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, αλλά τις επιθυμίες τους, και με γλυκά και ωραία λόγια εξαπατούν τις καρδιές των αθώων. Το στερεό όμως θεμέλιο της πίστεως στέκει και έχει αυτή την σφραγίδα»(Ρωμ. 16, 18. ΒΤιμ. 2,19).

Και άλλού:«Προσέχετε τα σκυλιά, προσέχετε τούς κακούς εργάτες, προσέχετε αυτούς πού κόβουν την σάρκα» (Φιλ. 3, 2). Και πάλι- «αν κάποιος σάς κηρύξει ευαγγέλιο διαφορετικό από αυτό πού παραλάβατε, ακόμη κι αν πρόκειται για άγγελο εξ ουρανού, ας είναι ανάθεμα» (Γαλ. 1, 8). Προσέξτε το προφητικό «καν άγγελος εξ ουρανού», ώστε να μη προβάλλει κανείς την υπεροχή τού πάπα. Και ό αγαπημένος μαθητής «Εάν κάποιος σάς πλησιάσει χωρίς να φέρει αυτή την διδαχή, να μη τον δέχεσθε στο σπίτι σας, μήτε να τού απευθύνετε χαιρετισμό διότι αυτός πού τον χαιρετά, γίνεται συμμέτοχος στα πονηρά του έργα».(Β' Ίωάν. 10,11).

Αυτά όρισαν σ' εμάς οι άγιοι απόστολοι. Εσείς λοιπόν μείνετε σταθεροί και φυλάξτε τις παραδόσεις πού παραλάβατε, τις γραπτές και τις άγραφες, για να μη συμπαρασυρθείτε στην πλάνη των παρανόμων και χάσετε το ίδιο το στήριγμα σας.Ό Θεός δε ό παντοδύναμος ας δώσει σ' αυτούς επίγνωση της πλάνης τους, κι εμάς, αφού μάς απαλλάξει από αυτά τα πονηρά ζιζάνια, ας μάς συνάξει σαν το καθαρό και ωφέλιμο σιτάρι στις αποθήκες του, μέσα στο φώς του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα του, τώρα και πάντοτε και εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ . ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.





ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ -ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΕΛΛΑΔΕΣ







Τα τελευταία έκανα την διαδρομή που ακολούθησε ό λαός του Ισραήλ όταν έφυγε από την Αίγυπτο και ταξίδεψε στην γη της επαγγελίας. Κατάληξη της διαδρομής ήταν οι Άγιοι Τόποι, εκεί που γεννήθηκε ή Χριστιανοσύνη και κέντρο ή Ιερουσαλήμ.
Εκεί βρίσκεται ή αρχή και ή συνέχεια της Ορθοδοξίας ή πίστη ή Ελληνορθόδοξη κάτω από συνθήκες αντίξοες, κυρίαρχη όμως και πανταχού παρούσα. Ότι δείτε θα σας κάνει κατάπληξη. Θα συναντήσετε σε κάθε σας βήμα αμέτρητες μικρές Έλλάδες. Σε κάθε πέτρα γράμματα Ελληνικά. Μα είμαστε τόσο σπουδαίοι και δεν το γνωρίζουμε; Μήπως δεν εκτιμούμε όσο πρέπει την Ελληνική μας καταγωγή;

Παντού εκκλησίες. Ακόμη και στην απεραντοσύνη της ερήμου. Μία όαση. Λίγα φοινικόδεντρα μία εκκλησία και στην πόρτα Ελληνική σημαία. Τόσες Ελληνικές σημαίες δεν είδα ούτε στην Ηπειρωτική Ελλάδα.
Επιγραφές,επιγραφές... ακόμη και στα άδυτα και τα ιερά των Εβραίων στον τάφο του βασιλιά Δαυίδ σε κάποιο σημείο διάβασα ΔΙΑΣΠΟΡΑ - Φαίνεται πώς καμιά γλώσσα στον κόσμο δεν μπορεί να δώσει στην λέξη αυτή την ορθή της σημασία και οι έγωϊσταί και σκληροί Εβραίοι το δέχονται και το γράφουν σωστά Ελληνικά.

Μέσα στην κάψα του μεσημεριού, πάνω από 40 βαθμοί, κοντά στην Ιεριχώ, δίπλα στην νεκρά θάλασσα προχωράει το πούλμαν με τους προσκυνητές όταν από μακριά φαίνεται σαν κάστρο με το προστατευτικό τείχος γύρω του, φοίνικες, τοπίο επιβλητικό, σκηνικό ταινίας σινεμά. Μας εξηγεί ό παπάς-ξεναγός. Πλησιάζομε στο μοναστήρι του Γερασίμου του Ίορδανίτη. Φαίνεται από μακριά και μια σημαία να κυματίζει στην κορυφή. Μη μου πείτε... Ναι είναι ή σημαία μας.

Και βγήκε στο ιερό ό ηγούμενος και μας χαιρέτησε. Χαραγμένος από την σκληρή ζωή, νηστεία,προσευχή και σκληρή δουλειά χειρωνακτική να σταθεί όρθιο το μοναστήρι.
Μέσα του φωτιά τα λόγια της θρησκείας μας. Ρήτορας, χειμαρρώδης, μας μιλάει για την προσευχή και την μετάνοια. Τον θαυμάσαμε εκεί με τα χέρια ψηλά, με σχισμένο ράσο, πάμπτωχος και ξυπόλητος. Ναι φίλοι μου, ξυπόλητος πάνω στις πλάκες του ιερού,παλεύει, αγωνίζεται ό λευίτης, ζυμώνεται με το ξερό, αρμυρό χώμα της Ιεριχώς και κάθε πρωί ανεβάζει μια γαλανόλευκη.

Τελείωσε τα λόγια του και μείναμε βουβοί με εντυπώσεις ανάμεικτες από θαυμασμό και υπερηφάνεια: Από που κατάγεστε γέροντα; Από την Καλαμάτα. Χαίρε Καλαμάτα...Χαίρετε πόλεις και χωριά της Ελλάδας πού στείλατε τέτοιους υπηρέτες της Ορθοδοξίας πού έκαναν πραγματικότητα τις αμέτρητες μικρές Έλλάδες.

Χάρης Παναγιωτίδης



(Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό των ραδιοερασιτεχνών του συλλόγου Άν.Μακεδονίας - Θράκης λίγο πριν τον πόλεμο της έρημου).

Η Βοήθεια του Αγίου Γερασίμου Ιορδανίτου για ανεύρεση αντικειμένων πού είχαν κλαπεί από το μοναστήρι του.



-Μεταξύ 1980 και 1985 είχα πάει για να λειτουργήσω στην Ιεριχώ. Πήγαινα τότε και λειτουργούσα τακτικά εκεί. Επιστρέφω στο μοναστήρι, γυρίζω το κλειδί στην πόρτα, μπαίνω μέσα και βλέπω κάτω στο προαύλιο μία κορνίζα. Την αναγνώρισα. Ήταν από παλαιά εικόνα από την εκκλησία του Αγίου. Ανεβαίνω γρήγορα πάνω τα σκαλιά και βλέπω την εκκλησία άνω κάτω. Σπασμένες σκούπες στην γη, καντήλια παλαιά χειροποίητα έλειπαν, εικόνες αρχαίες έλειπαν, το παλαιό Ευαγγέλιο και τα δισκοπότηρα. Μετά πήγα στα δύο - τρία δωμάτια τα όποια ήταν τότε κατοικήσιμα και είδα πεταμένα τα στρώματα και τα μαξιλάρια. Εγώ πήγα και ειδοποίησα την αραβική αστυνομία και μου λέγουν: "Άμα βγάλουν να πουλήσουν τις εικόνες θα τους πιάσουμε".

Βλέποντας αυτήν την οκνηρία εκ μέρους τους ειδοποίησα τον στρατιωτικό διοικητή, γιατί τότε ή Ιεριχώ ήταν υπό εβραϊκή κατοχή. Αυτός ειδοποίησε την ΙΝΤΕΡΠΟΛ και ήρθαν εδώ αστυνομικοί με μηχανήματα και άρχισαν να παίρνουν αποτυπώματα και να κάνουν ανακρίσεις. Είχαν συλλάβει περίπου τριάντα ως σαράντα άτομα στην Ιεριχώ και τους είχαν βάλει φυλακή. Την άλλη μέρα εγώ πήγα στον αστυνομικό διοικητή και του είπα ότι δεν είναι Άραβες αυτοί που διέπραξαν την κλοπή ούτε κανείς απ' αυτούς πού ήταν μέσα. Επειδή τους είπα αυτά, αμέσως οι υποψίες άρχισαν να στρέφονται εναντίον μου ότι εγώ είμαι συνεργός των κλεφτών και άρχισαν να μου κάνουν εντατικότερες ανακρίσεις. Ευτυχώς πού δεν είχαν συγκεκριμένα στοιχεία εις βάρος μου διαφορετικά θα με είχαν συλλάβει και θα μ'έβαζαν στην φυλακή. Εν τω μεταξύ και άλλοι άνθρωποι σοβαροί και μεγάλοι άρχισαν να με υποψιάζονται και μεταξύ αυτών και ό πατριάρχης Διόδωρος.

Με ειδοποίησε να παρουσιαστώ μπροστά του και μου είπε: Σου δίνω μία εβδομάδα διορία να ειδοποιήσεις τούς συνεργάτες σου, έτσι τον είχαν πληροφορήσει - και να φανερώσεις που είναι οι εικόνες, τα καντήλια και το Ευαγγέλιο". Κι εγώ του απάντησα: «Μακαριότατε, όχι μια βδομάδα, αν θέλετε να με δώσετε εσείς στην αστυνομία,κάντε το τώρα, μην περιμένετε άσκοπα διότι εγώ δεν έχω καμία ανάμιξη». Αυτά ήταν τα τελευταία μου λόγια.


Έφυγα πάρα πολύ στεναχωρημένος και ήρθα στο μοναστήρι. Ήρθα με την συγκοινωνία από τα Ιεροσόλυμα με το λεωφορείο κι από κει στο μοναστήρι με το μηχανάκι. Πήγα στην εκκλησία, έσβησα το καντήλι του Αγίου και του είπα: "Αφού δεν φύλαξες το σπίτι σου κι εγώ, που σ' αγάπησα τόσο και σε υπηρετώ, κινδύνευα να πάω φυλακή και με το στίγμα ότι εγώ σε έκλεψα, ούτε καντήλι θα σου ξανανάψω ούτε καμπάνες θα ξανακτυπήσω".

Την ίδια μέρα το βράδυ φανερώθηκε σ' έναν αστυνομικό Άραβα Αμπού Χάσαν τ' όνομα του, ό όποιος τώρα έχει δώσει την κόρη του στον Άσάμ έναν καλό εργάτη, πιστό Άραβα, ό όποιος υπηρετεί το μοναστήρι - είχαν ήδη περάσει 15μέρες από την κλοπή - και του είπε: "Πήγαινε στον αμπούνα - να του πεις ότι είδες έναν καλόγερο - και ότι δεν έχετε αύτόνε ύποπτο, ότι είσαστε στα ίχνη των κλεφτών και απλώς κάνετε τις ανακρίσεις για να τους κλείσετε τα μάτια".Πραγματικά έτσι έγινε. Ήρθε και αφού με όρκισε να μην το πω πουθενά, μήπως και χάσει την δουλειά του ό άνθρωπος, μου είπε να μην φοβάμαι και όλα αυτά γίνονταν για ν' αποκοιμίσουν τους κλέφτες που ήταν μεγάλη συμμορία.


Μόλις μου τα είπε αυτά χάρηκα πάρα Πόλυ διότι ήμουν πολύ στενοχωρημένος - ήδη είχα φτάσει να ζυγίζω μόνον 58 κιλά - και δεν μπορούσα να ησυχάσω γιατί όλοι υποψιάζονταν εμένα. Αφού άκουσα αυτά από τον Άραβα, πήγα αμέσως πάλι στον Άγιο,του άναψα το καντήλι και του ζήτησα συγνώμη.
Έπειτα από λίγες μέρες τους έπιασαν τους κλέφτες, με πήραν έμενα και αναγνώρισα τα πράγματα και επιστράφηκαν τα πιο σημαντικά στο Πατριαρχείο και τα υπόλοιπα ξαναμπήκαν στην θέση τους, εδώ στο μοναστήρι.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΙΟΡΔΑΝΙΤΗΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΑΥΤΟΥ ΜΟΝΗ.