Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Κοσμικότης και εκκοσμίκευση σαν επιχείρημα του Οικουμενικού στοχασμού. 8. Ο Ντήτριχ Μπονόφερ: ο κόσμος ωρίμασε, ενηλικιώθηκε.





 Δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν οι περιπέτειες τής έννοιας τής εκκοσμικεύσεως, και ιδιαιτέρως ο σημαντικός ρόλος που απέκτησε μετά τις αρχές του πενήντα, αυτού του αιώνος, χωρίς να σταθούμε, τουλάχιστον για λίγο, στις σημειώσεις γύρω από «μία ερμηνεία μη-θρησκευτική των βιβλικών εννοιών σ’ έναν κόσμο που έγινε ώριμος» που μας κληροδότησε ο Dietrich Bonhoffer[ Ο δάσκαλος τού Γιανναρά]. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνον με εκείνα τα στοιχεία τής θεολογικής επαναοριοθέτησης την οποία ανέλαβε ο Μπονόφερ, τα οποία αντιπροσωπεύουν κατά βάθος μια τοποθέτηση στις συζητήσεις για την εκκοσμίκευση και λειτούργησαν μ’ αυτήν την έννοια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του «Αντίσταση και παράδοση».
Ο όρος εκκοσμίκευση δεν παίζει σπουδαίο ρόλο στα κείμενα που αναφερθήκαμε. Ο Μπονόφερ είχε χρησιμοποιήσει τον όρο στο ξεκίνημά του, αλλά όχι τόσο συχνά, και μετά από ένα χωρίο τής Ηθικής του, εγκατέλειψε την χρήση του, διότι οι αρνητικοί συνειρμοί που παρήγαγε ο όρος, του φάνηκαν πολύ βαρείς. Στην θέση του βρίσκουμε κατ’ αρχάς, μερικές φορές, τον όρο Αυτονομία και στην συνέχεια κυρίως τον όρο Ενηλικίωση. Μερικές φορές δε, αλλά με μια υποτιμητική έννοια, τον όρο γήινο, εθνικό. Επιπλέον απαντώνται όροι σαν, του κόσμου τούτου, και χωρίς θρησκεία. Δεν πρέπει λοιπόν να περιμένουμε μια ορολογία καθαρά καθορισμένη σ’ αυτές τις σημειώσεις. Η δύναμη αυτών των όρων προέρχεται κυρίως από την αντίθεση με την άλλη κεντρική έννοια που περιέχεται στα "Γράμματα από την φυλακή", την έννοια της θρησκείας.
Εκπλήσσει η αποδοχή εκ μέρους τού Μπονόφερ εκείνης της μορφής της ανθρώπινης υπάρξεως την οποία καταδεικνύει με τους όρους ενηλικίωση και γήινο, εθνικό. Κάτω από αυτήν την άποψη οι σκέψεις του βρίσκονται σε καθαρή αντίθεση με την τάση τής «από-κοσμικεύσεως» των χρόνων του 30. Κάτω από αυτήν την άποψη εγκαταλείπει όλα όσα ο οικουμενικός στοχασμός είχε κατακτήσει αξιολογώντας θετικά την εκκοσμικευμένη κοινωνία. Αυτή η αποδοχή είναι εντελώς καινούρια, διότι δεν είναι μια δύσκολη παραχώρηση ή πολύ εύκολη, χωρίς να προηγηθεί ο υπολογισμός όλων των τάσεων. Δεν είναι ούτε συνέχεια μιας ιστορικιστικής αξιολογήσεως, όπως την συναντήσαμε στον Troeltsch, αλλά είναι βασικό μέρος εκείνης της αλλαγής πορείας της θεολογίας, ενός νέου οράματος της πραγματικότητος , το οποίο δεν αρνείται ούτε για ένα λεπτό τον Χριστοκεντρικό του χαρακτήρα:

Κατασκευασμένη η δήθεν ομοφωνία της Μεγάλης Συνόδου Μητροπολίτες πού συμμετείχαν δεν υπέγραψαν το τελικό κείμενο «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ».





Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες αρνήθηκαν να υπογράψουν το τελικό κείμενο «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ» τουλάχιστον οκτώ Μητροπολίτες. 

Από την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδοςδεν υπέγραψε ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου  Ιερόθεος, ο οποίος διετύπωσε την ρητή επιφύλαξή του και στα κείμενα «H AΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΚΟΣΜΟΝ» και «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ». 

 Το τελικό Κείμενο «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ» δεν υπέγραψαν, επίσης, οι Μητροπολίτες Λεμεσού  Αθανάσιος, Μόρφου Νεόφυτος, Κωνσταντίας και Αμμοχώστου  Βασίλειος 
(Με κάποια επιφύλαξη),
  Αμαθούντος Νικόλαος, Λήδρας Επιφάνιος καιΝεαπόλεως  Πορφύριος (από την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Κύπρου), 

καθώς και ο Μητροπολίτης Μπάτσκας  Ειρηναίος (από την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Σερβίας). 

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος....σε τηλεδιάσκεψη και κάποια σχόλια για τη Σύνοδο


agiosparios
Της Χαράς - Ανδριάνας Λιαναντωνάκη στην Romfea.gr
Σήμερα 24 Ιουνίου δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε και συνδυάσουμε νοερώς, με την εν εξελίξει Σύνοδο, τη μνήμη του αγίου Αθανασίου του Παρίου, (1721-1813).
Ήταν μια εξέχουσα μορφή της ησυχαστικής παραδόσεως και του πνευματικού Κινήματος των Κολυββάδων πατέρων, οι οποίοι τον 18ο αι. αγωνίστηκαν για μια Φιλοκαλική αναγέννηση (πρωτοστάτησαν, μαζί με τον άγιο Αθανάσιο, ο αρχιεπίσκοπος Κορίνθου άγιος Μακάριος ο Νοταράς, και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης).
Από τους διαπρεπέστερους θεολόγους και διδασκάλους του γένους, ο άγιος Αθανάσιος έζησε και δίδαξε ως Ορθόδοξος ομολογητής της εκκλησιαστικής Παραδόσεως, κυνηγημένος και κατασυκοφαντημένος από τους υπερμάχους του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και του Κοραή ως ‘συντηρητικός’ , ‘αιρετικός’ και ‘άκρος ζηλωτής των πατρώων της ευσεβείας δογμάτων’.

ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΣΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ



ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΣΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Την τελευταία μέρα των εργασιών της Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη ο Παναγιότατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος ξέσπασε σε ένα οικουμενιστικό παραλήρημα στην παρουσία των ετερόδοξων παρατηρητών της Συνόδου.

Βρήκε αφορμή από την καθυστερημένη άφιξη ένος ευαγγελικού εκπροσώπου, που δεν παρέστη στην εναρκτήρια συνεδρία της Συνόδου, και αποδύθηκε σε ένα παραλήρημα-ύμνο προς τον Οικουμενισμό και το ΠΣΕ.

Αναδιηγήθηκε την ιστορία σύστασης του ΠΣΕ το 1948, αναφέρθηκε στην επαίσχυντη οικουμενιστική εγκύκλιο του Οικουμενικού Θρόνου το 1920 και ζωγράφισε με πολύ ρόδινα χρώματα την λεγόμενη οικουμενική -γράφε οικουμενιστική- κίνηση. 

Το μακρό ξέσπασμα του Παναγιότατου ήταν βεβαίως προσχεδιασμένο. 

Είναι φανερόν ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης ήθελε να πει ότι, ασχέτως του αν δεν κατόρθωσε να περάσει ακριβώς όπως ήθελε το κείμενο που αφορά τις σχέσεις της Ορθοδοξίας με τους ετερόδοξους, ο ίδιος ουδόλως αφίσταται της οικουμενιστικής του πορείας.

Δεν τιμά τον Παναγιότατο το παραλήρημα αυτό. Όχι μόνον επειδή καθ’ εαυτό ήταν ότι πιο απαράδεκτο από ορθοδόξου σκοπιάς αλλά κι επειδή το μεθόδευσε για να υποσκάψει τις ίδιες τις αποφάσεις της Συνόδου που συγκάλεσε.

Ας μην έχει καμία αμφιβολία ο Παναγιότατος ότι, αν τον ίδιο δεν τον δεσμεύουν οι αποφάσεις της Μεγάλης Συνόδου, πολλώ μάλλον δεν δεσμεύουν τους υπόλοιπους που δεν έστερξαν ούτε με τη σύγκληση, ούτε με τη σύνθεση, ούτε με τη θεματολογία, ούτε με τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης.

Και όχι μόνον αυτό. Όχι μόνον δεν τους δεσμεύουν οι αποφάσεις της Μεγάλης Συνόδου, αλλά και θα χρησιμοποιούν ως όπλα εναντίον των οικουμενιστών όσα αποφάσισε για να αναιρούν τις θέσεις των.

Θα επανέλθουμε -συν Θεώ- πιο αναλυτικά σύντομα. panayiotistelevantos

Αναφορές και επισημάνσεις για τη Σύνοδο στην Κρήτη



Αναφορές και επισημάνσεις για τη Σύνοδο στην Κρήτη 
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου 
Η Σύνοδος στην Κρήτη των Προκαθημένων και των Μητροπολιτών – εκπροσώπων δέκα εκ των δεκατεσσάρων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών απέτυχε να επιτελέσει το σκοπό της. Χρειάστηκαν 55 χρόνια για να παρουσιαστεί η εικόνα μιας διαιρεμένης Ορθόδοξης ποιμαίνουσας Εκκλησίας. 
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος δικαίως ήταν δύσθυμος κατά τη λήξη της Συνόδου. «Από την κούραση», μας είπε Μητροπολίτης, που είναι αλήθεια. «Από τη συναίσθηση της ιστορικής του ευθύνης» μας είπε κάποιος άλλος. Πράγματι η ιστορική του ευθύνη είναι μεγάλη. Ως πρόεδρος Της απέτυχε να δείξει στην οικουμένη ενωμένη την Ορθόδοξη Εκκλησία. Είναι όντως επαχθές για την υστεροφημία του το ότι δεν εκπροσωπήθηκαν στη Σύνοδο τα περίπου δύο τρίτα των Ορθοδόξων Χριστιανών. Η μεγάλη προπαγανδιστική προσπάθεια, που έγινε να προβληθεί πως στη Σύνοδο της Κρήτης ενισχύθηκε η ενότητα των Ορθοδόξων, έπεσε στο κενό. Η πραγματικότητα πίσω από τα στημένα σκηνικά είναι αδυσώπητη. 

Ευγενικοί Ιεράρχες οι Μάρκοι της Συνόδου



Η Σύνοδος Αγία και Μεγάλη με απουσίες σημαντικές, τελείωσε. Τα κείμενα υπογράφηκαν και θα πάρουν την θέση τους στην ιστορία ως κειμήλια οικουμενικότητας ή οικουμενισμού. Τώρα θα αρχίσουν οι δεύτερες αναγνώσεις από ανθρώπους και υπεράνθρωπους, από υποστηρικτές ή αντιθέτους.
Σίγουρα θα είναι μια από τις μικρότερες Συνόδους, αφού δεν κατάφερε να συγκεντρώσει σε αριθμούς, τόσα πρόσωπα όσα κατέγραψαν με την υπογραφή τους, ότι παρέστησαν στις Οικουμενικές Συνόδους.
Αν το 325 η Σύνοδος ξεκίνησε στις 19 Ιουνίου και συγκέντρωσε 318 Θεοφόρους Πατέρες, η Αγία και Μεγάλη μπορεί να ξεκίνησε την ίδια ημερομηνία, αλλά έπεσε αριθμητικά σε παρουσίες ανθρωπίνων προσώπων.
Όμως αυτό που αναζητάται είναι το ποιός θα αναλάβει τον τόπο του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Μητροπολίτου Εφέσου, αφού σήμερα Εφέσου δεν υπάρχει και το κείμενο για τον Χριστιανικό Κόσμο διαρρέεται ότι δεν το υπέγραψαν τρείς.
Ναυπάκτου δεν υπέγραψε ουδέν εποιήσαμεν, θα λένε περίλυποι οι κρυμμένοι πίσω από τα παραπετάσματα αιρετικοί. Μα δεν υπέγραψαν ούτε οι Λεμεσού και Μόρφου και ας μην μίλησαν στην Σύνοδο. Αναδείχθηκαν δυναμικά αντίθετοι του Προκαθημένου τους.


Το αν δεν υπέγραψαν και άλλοι θα το μάθει η ιστορία, όταν θα αναδεικνύει τους νέους Τρείς Ιεράρχες Ιερόθεο Αθανάσιο και Νεόφυτο, τους τρίτους στην σειρά μετά τους Βασίλειο, Γρηγόριο, Ιωάννη και Φώτιο, Γρηγόριο και Μάρκο.

Δοκίμιο για την αριστοτελική προβληματική



ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Η ΔΥΣΕΥΡΕΤΗ  ΕΠΙΣΤΗΜΗ       
  Κεφάλαιο  Ι

 ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ Ή Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
«Παντοδύναμοι ξένοι,
αναπόφευκτα άστρα»
(P. VALERY, La jeune Parque)
1. Ενότητα και «χωρισμός»
Ο «χωρισμός»
   
  Η αριστοτελική μεταφυσική, ή τουλάχιστον αυτή που αποκαλούμε με αυτό το όνομα, είναι κληρονόμος δύο ακολουθιών προβλημάτων. Εξετάσαμε έως εδώ, μέχρι τον τελικό σκοπό της, που είναι η σύσταση μιας επιστήμης του καθαυτό όντος, την μία από αυτές τις ακολουθίες: ποία είναι η προϋπόθεση που καθιστά σημαίνοντα, δηλαδή κάτοχο ενός μοναδικού νοήματος, τον ανθρώπινο λόγο; Από ερώτημα σε απάντηση και από  απάντηση σε νέο ερώτημα φτάσαμε σε αυτή την τελευταία ερωτηματική διατύπωση: πώς ο ανθρώπινος λόγος περί του όντος μπορεί να είναι ένας; Έτσι καταλήξαμε να μεταθέσουμε στο καθαυτό όν, ως συνάρτηση του λόγου εν γένει, την προβληματική της κτηθείσας ενότητας μέσω της «ζητούμενης» συνάφειας του ίδιου του λόγου. Οι σοφιστικές μελέτες του λόγου, όπως η αξίωση των σοφιστών και των ρητόρων να «αποφαίνονται επί παντός», αποτέλεσαν για μας μιαn ιστορική ευκαιρία και ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα εμπλουτισμού αυτής της προβληματικής.
     Δεν μπορούμε εν τούτοις να αποκρύψουμε – κάτι που ανταποκρίνεται τόσο απόλυτα στην παραδοσιακή ερμηνεία, ώστε να είναι περιττό να επιμείνουμε – ότι η αριστοτελική «μεταφυσική» έχει και άλλες πηγές, που προέρχονται από τον Πλάτωνα, και ακόμη προγενέστερες, αυτές του Παρμενίδη. Η αποφασιστική ρήξη ανάμεσα στην σφαίρα της σταθερής πραγματικότητας, και για τούτο προσιτής στην έκφραση, και την σφαίρα της κινούμενης πραγματικότητας, και για τούτο μη επιδεχόμενης μια διατύπωση με σταθερούς όρους, αυτή η ρήξη, σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη στιγμή και αν την τοποθετήσουμε, παραμένει μια από τις σπάνιες κατακτήσεις της προηγηθείσας φιλοσοφίας, την οποία ο Αριστοτέλης απέφυγε να αμφισβητήσει. Ασφαλώς μπορούμε να εξετάσουμε την εμβέλεια και κυρίως την στιγμή αυτής της ρήξης: διαχωρίζει μήπως το όν από το μη-όν, ή συντελείται εντός τού όντος; Και σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση, διαχωρίζει τον αισθητό κόσμο από τον κόσμο των υπερβατικών Ιδεών, ή κατ’ οικονομία ενός άλλου κόσμου θα πρέπει να την τοποθετήσουμε εντός τού μοναδικού γνωστού ως υπαρκτού κόσμου; Γνωρίζουμε ότι σε ένα από τα νεανικά του έργα, στο οποίο αναφέρεται ο Κικέρων, ο Αριστοτέλης φαίνεται να αποδίδει στις διαστάσεις μιας απλής εσωκοσμικής αντιπαράθεσης τον πλατωνικό διαχωρισμό των δύο κόσμων: ο ορατός Ουρανός δεν είναι πλέον η αντανάκλαση ενός νοητού σύμπαντος, αλλά είναι ο ίδιος η νόηση, το αιώνιο, το άφθαρτο, το θείο, ή τουλάχιστον, όπως θα διευκρινίσει αργότερα ο Αριστοτέλης, «αυτό που φανερώνεται εντός των θείων πραγμάτων» (τα φανερά των θείων Ε, 1, 1026a 17)  – ενώ η πλευρά του κόσμου στην οποία ζούμε υπόκειται στην γέννηση και τον θάνατο. Πρόκειται για έναν φαινομενικό μετριασμό της πλατωνικής αντιπαράθεσης, και ακόμη περισσότερο αυτής του Παρμενίδη, ο οποίος όμως, όπως θα δούμε, εγκαθιστώντας τον δυισμό στους κόλπους του ίδιου του κόσμου, καθιστά ακόμη πιο επείγουσα την ανάγκη να τον υπερβούμε.
     Είναι φανερό ότι η πιστοποίηση δια της απλής παρατήρησης των άστρων, της ύπαρξης οντοτήτων τών οποίων η συνεχής και ενδεχομένως αιώνια κίνηση τα καθιστά, σύμφωνα με μια σεβαστή παράδοση, θεία όντα, επέτρεψε την αναγωγή μιας κάθε άλλο παρά ουτοπικής αναζήτησης σε έναν πνευματικό χώρο που δεν ασχολείται καθόλου με ό,τι γεννιέται και πεθαίνει. Για τον λόγο αυτό  Αριστοτέλης στα Μεταφυσικά συνδέει συνεχώς το ερώτημα, εάν υπάρχουν άλλα όντα από τα αισθητά, με το ερώτημα, εάν υφίσταται μια φιλοσοφία, ή τουλάχιστον μια διαφορετική φιλοσοφία από την φυσική, που να προηγείται αυτής στην τάξη της γνώσης. «Εάν δεν υπήρχε άλλη ουσία από αυτές που συνιστά η φύση, η φυσική θα ήταν η πρώτη επιστήμη· εάν όμως υπάρχει μια ουσία ακίνητη, αυτή θα προηγείται, δίνοντας προβάδισμα στην φιλοσοφία». Η επιστήμη που την εκπροσωπεί θα αποκληθεί θεολογία, διότι «εάν το θείο βρίσκεται κάπου παρόν, θα είναι παρόν σε μια τέτοια φύση».