Δεν
είναι δυνατόν να περιγραφούν οι περιπέτειες τής έννοιας τής
εκκοσμικεύσεως, και ιδιαιτέρως ο σημαντικός ρόλος που απέκτησε μετά τις
αρχές του πενήντα, αυτού του αιώνος, χωρίς να σταθούμε, τουλάχιστον για
λίγο, στις σημειώσεις γύρω από «μία ερμηνεία μη-θρησκευτική των βιβλικών εννοιών σ’ έναν κόσμο που έγινε ώριμος» που μας κληροδότησε ο Dietrich Bonhoffer[ Ο δάσκαλος τού Γιανναρά].
Εδώ θα ασχοληθούμε μόνον με εκείνα τα στοιχεία τής θεολογικής
επαναοριοθέτησης την οποία ανέλαβε ο Μπονόφερ, τα οποία αντιπροσωπεύουν
κατά βάθος μια τοποθέτηση στις συζητήσεις για την εκκοσμίκευση και
λειτούργησαν μ’ αυτήν την έννοια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του
«Αντίσταση και παράδοση».
Ο
όρος εκκοσμίκευση δεν παίζει σπουδαίο ρόλο στα κείμενα που
αναφερθήκαμε. Ο Μπονόφερ είχε χρησιμοποιήσει τον όρο στο ξεκίνημά του,
αλλά όχι τόσο συχνά, και μετά από ένα χωρίο τής Ηθικής του, εγκατέλειψε
την χρήση του, διότι οι αρνητικοί συνειρμοί που παρήγαγε ο όρος, του
φάνηκαν πολύ βαρείς. Στην θέση του βρίσκουμε κατ’ αρχάς, μερικές φορές,
τον όρο Αυτονομία και στην συνέχεια κυρίως τον όρο Ενηλικίωση. Μερικές φορές δε, αλλά με μια υποτιμητική έννοια, τον όρο γήινο, εθνικό. Επιπλέον
απαντώνται όροι σαν, του κόσμου τούτου, και χωρίς θρησκεία. Δεν πρέπει
λοιπόν να περιμένουμε μια ορολογία καθαρά καθορισμένη σ’ αυτές τις
σημειώσεις. Η δύναμη αυτών των όρων προέρχεται κυρίως από την αντίθεση
με την άλλη κεντρική έννοια που περιέχεται στα "Γράμματα από την φυλακή", την έννοια της θρησκείας.
Εκπλήσσει
η αποδοχή εκ μέρους τού Μπονόφερ εκείνης της μορφής της ανθρώπινης
υπάρξεως την οποία καταδεικνύει με τους όρους ενηλικίωση και γήινο,
εθνικό. Κάτω από αυτήν την άποψη οι σκέψεις του βρίσκονται σε
καθαρή αντίθεση με την τάση τής «από-κοσμικεύσεως» των χρόνων του 30.
Κάτω από αυτήν την άποψη εγκαταλείπει όλα όσα ο οικουμενικός στοχασμός
είχε κατακτήσει αξιολογώντας θετικά την εκκοσμικευμένη κοινωνία. Αυτή η
αποδοχή είναι εντελώς καινούρια, διότι δεν είναι μια δύσκολη παραχώρηση ή
πολύ εύκολη, χωρίς να προηγηθεί ο υπολογισμός όλων των τάσεων. Δεν
είναι ούτε συνέχεια μιας ιστορικιστικής αξιολογήσεως, όπως την
συναντήσαμε στον Troeltsch, αλλά είναι βασικό μέρος εκείνης της αλλαγής πορείας της θεολογίας, ενός νέου οράματος της πραγματικότητος , το οποίο δεν αρνείται ούτε για ένα λεπτό τον Χριστοκεντρικό του χαρακτήρα:









