Τρίτη 30 Μαρτίου 2021
ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
Πιστεύομε στο Θεό, και πιστεύομε τον Θεό· άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Πραγματικά πιστεύω τον Θεό σημαίνει ότι θεωρώ βέβαιες κι' αληθινές τις επαγγελίες που μας έδωσε· πιστεύω δε στον...
1. Πιστεύομε στο Θεό, και πιστεύομε τον Θεό· άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Πραγματικά πιστεύω τον Θεό σημαίνει ότι θεωρώ βέβαιες κι' αληθινές τις επαγγελίες που μας έδωσε· πιστεύω δε στον Θεό σημαίνει ότι φρονώ περί αυτού ορθώς.
Πρέπει δε να τα έχωμε και τα δύο, να είμαστε αληθινοί και στα δύο και να συμπεριφερώμαστε έτσι, ώστε και να πιστευώμαστε από εκείνους που βλέπουν σωστά και πιστοί να είμαστε ενώπιον του Θεού προς τον οποίο απευθύνεται η πίστις, και ως πιστοί ακριβώς να δικαιούμαστε από αυτόν «διότι», λέγει, «επίστευσε ο Αβραάμ και τούτο υπολογίσθηκε για την δικαίωσή του». Πώς λοιπόν πιστεύσας εδικαιώθηκε ο Αβραάμ; Έλαβε από τον Θεό υπόσχεσι για το σπέρμα του, που ήταν ο Ισαάκ, ότι θα ευλογηθούν όλες oι φυλές του Ισραήλ. Έπειτα διατάσσεται από τον Θεό να θυσιάση, παιδί ακόμη, τον Ισαάκ που ήταν ο μόνος διά του οποίου επρόκειτο να εκπληρωθη η υπόσχεσις. Και χωρίς ν' αντείπη τίποτε ο πατέρας, έσπευσε να γίνη αυτόχειρ του παιδιού του, ενώ εθεωρούσε αυτήν την δι' αυτού υπόσχεσι βέβαιη και έγκυρη.
2. Βλέπετε ποια είναι η πίστις που δικαιώνει; Αλλά επαγγέλθηκε και σε μας ο Χριστός κληρονομιά ζωής αΐδιας και τρυφής και δόξης και βασιλείας, ενώ έπειτα παρήγγειλε να πτωχεύωμε, να νηστεύωμε, να ζούμε με ευτέλεια και θλίψι, να είμαστε έτοιμοι για θάνατο, να σταυρώνωμε τους εαυτούς μας μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες. Εάν λοιπόν σπεύδωμε προς αυτά και πιστεύομε εκείνη την επαγγελία του Χριστού, πραγματικά επιστεύσαμε τον Θεό κατά το παράδειγμα του Αβραάμ, και τούτο θα υπολογισθή για την δικαίωσί μας.3. Και παρατηρήσατε την ακολουθία των προτάσεων. Το ότι δηλαδή εδέχθηκε να προσφέρη για σφαγή τον Ισαάκ δεν έγινε μόνο ισχυρά μαρτυρία και απόδειξις της πίστεως του Αβραάμ, αλλά υπήρξε και αίτιο του ότι ο Χριστός εγεννήθηκε από το σπέρμα του, διά του οποίου ευλογήθηκαν όλες οι φυλές της γης κι εκπληρώθηκε η επαγγελία. Διότι κατά κάποιον τρόπο ο Θεός έγινε οφειλέτης σ' αυτόν που έδωσε για τον Θεό τον μονογενή και γνήσιο υιό του· οφειλέτης ν' αντιδώση γι' αυτόν και την προς αυτόν επαγγελία τον δικό του μονογενή και γνήσιο υιό. Έτσι και σε μας· η χάρη των εντολών του Θεού σωφροσύνη και δικαιοσύνη και ταπείνωσις, η υπομονή των κάθε είδους κακώσεων και μετάδοσις των αγαθών, καθώς και η κακοπάθεια του σώματος με νηστείες και αγρυπνίες και γενικώς το να σταυρώνωμε τους εαυτούς μας μαζί με τα παθήματα και τις επιθυμίες, όχι μόνο είναι απόδειξις ότι πιστεύομε αληθινά στις επαγγελίες του Χριστού, αλλά και καθιστά κατά κάποιον τρόπο τον Θεόν οφειλέτη να αντιπροσφέρη σε μας την αΐδια και άφθαρτη ζωή και τρυφή, την δόξα και βασιλεία.
4. Γι' αυτό και ο ίδιος, απευθυνόμενος προς τους μαθητάς του, έλεγε· μακάριοι είναι οι πτωχοί διότι δική σας είναι η βασιλεία των ουρανών· μακάριοι οι πενθούντες, μακάριοι οι ελεήμονες, μακάριοι οι διωκόμενοι για την δικαιοσύνη»· και, αλλοίμονο στους πλουσίους, αλλοίμονο στους γελώντας, αλλοίμονο στους χορτασμένους, αλλοίμονό σας όταν όλοι οι άνθρωποι σας κολακεύουν. Αυτός λοιπόν που αποβλέπει όχι προς τα μακαριζόμενα από τον Κύριο, αλλά προς τα ταλανιζόμενα, ειπέ μου, πώς θα πιστευθή ότι εμπιστεύεται τον Θεό; «Δείξε μου», λέγει, «την πίστι σου από τα έργα σου», και «όποιος είναι σοφός, ας δείξη τα έργα του από την καλή συμπεριφορά».
5. Ότι λοιπόν πιστεύομε αληθινά τον Θεό, δηλαδή αναγνωρίζομε αληθινές και βέβαιες τις επαγγελίες ή απειλές του προς εμάς, και περιμένομε να εκδηλωθούν γρήγορα, δεικνύεται διά των αγαθών μας έργων και της τηρήσεως των θείων εντολών. Ότι δε ορθώς πιστεύομε στον Θεό, δηλαδή καλώς και ασφαλώς και ευσεβώς φρονούμε γι' αυτόν, από που προέρχεται η απόδειξις; από την συμφωνία προς τους θεοφόρους πατέρες μας. Ότι δε το να εμπιστευώμαστε αδιαψεύστως τον Θεό προκαλεί την αντίθεσι όχι μόνο από τα πάθη της σαρκός και από τις παγίδες του πονηρού, αλλά και από τους εμπαθείς ανθρώπους, που θέλγουν και παρασύρουν κάτω προς τις εμπαθείς ηδονές, έτσι και το να πιστεύωμε ορθώς στον μόνο αληθινό Θεό προκαλεί την αντίθεσι όχι μόνο από την άγνοια και από τις υποβολές του Αντικειμένου, αλλά και από τους δυσσεβείς ανθρώπους που τον αρπάζουν και τον ρίπτουν μαζί τους κάτω προς την δική τους απώλεια. Είναι όμως στη διάθεσί μας, για κάθε μια από τις περιπτώσεις, μεγάλη βοήθεια, όχι μόνο από τον ίδιο τον Θεό και την από αυτόν δοσμένη σ' εμάς γνωστική δύναμι, αλλά και από τους αγαθούς αγγέλους και από τους θεοσεβείς ανθρώπους που ζουν κατά το θέλημα του Θεού.
6. Γι' αυτό η πνευματική και κοινή μητέρα και τροφός μας, η Εκκλησία του Χριστού, σήμερα αφ' ενός μεν αντικηρύσσει ολοφανέστερα και δημοσιώτερα αυτούς που έλαμψαν κατά την ευσέβεια και αρετή και τις πανίερες συνόδους των και τα θεία δόγματα που διατυπώθηκαν σ' αυτές, αφ' ετέρου δε αποκηρύσσει επισημότερα τους οπαδούς της δυσσεβείας και τα πονηρά διδάγματα και φρονήματά τους· έτσι ώστε εμείς αυτούς μεν αποστρεφόμενοι, τους δε ορθοδόξους ακολουθώντας, να πιστεύωμε σ' ένα Θεό, Πατέρα, Υιό και άγιο Πνεύμα, από τον οποίο και δια του οποίου και στον οποίο έγιναν τα πάντα, ο οποίος υπάρχει πριν από όλα και επάνω σε όλα και μέσα σε όλα και υπεράνω του παντός, μονάς σε τριάδα και τριάς σε μονάδα, ασυγχύτως ενουμένη και αμερίστως διαιρούμενη· μονάς η ίδια και τριάς παντοδύναμη.
7. Είναι Πατήρ άχρονος και άναρχος και αΐδιος, μόνος αιτία και ρίζα τής θεότητος που ενυπάρχει στον Υιό και στο άγιο Πνεύμα· όχι μόνος δημιουργός, αλλά μόνος Πατήρ ενός Υιού και μόνος προβολεύς ενός αγίου Πνεύματος· πάντοτε ων και πάντοτε ων Πατήρ και πάντοτε ων μόνος Πατήρ και μόνος προβολεύς.
8. Του οποίου ένας είναι Υιός, συναΐδιος με αυτόν και χρονικώς συνάναρχος· όχι άναρχος δε, διότι έχει γεννήτορα και ρίζα, πηγή και αρχή τον Πατέρα, από τον οποίο μόνον προήλθε πριν από όλους τους αιώνες ασωμάτως, απαθώς, αρρεύστως, γεννητώς, αλλά δεν διαιρέθηκε· που είναι Θεός από Θεό, όχι άλλος κατά το ότι είναι Θεός και άλλος κατά το ότι είναι Υιός· πάντοτε ων και πάντοτε ων Υιός και πάντοτε ων ασυγχύτως προς τον Θεό· λόγος ζωντανός, φως αληθινό, ενυπόστατος σοφία, αιτία και αρχή όλων των δημιουργημάτων, αφού όλα αυτά έγιναν δι' αυτού· αυτός εκένωσε τον εαυτό του χάριν της συντελείας των αιώνων, όπως προείπαν οι προφήτες, παίρνοντας για μας την δική μας μορφή, και, αφού εκυοφορήθηκε από την αειπάρθενη Μαρία μ' ευδοκία του Πατρός και συνεργία του αγίου Πνεύματος, εγεννήθηκε κι' ενανθρώπησε αληθινά, έγινε όμοιος μ' εμάς καθ' όλα, πλην της αμαρτίας, ενώ έμεινε ό,τι ήταν, Θεός αληθινός σε μια υπόσταση και μετά την ενανθρώπηση, ενεργών όλα τα θεία ως Θεός και όλα τα ανθρώπινα πάθη· απαθής και αθάνατος ων και διαμένων ως Θεός, εκουσίως δε παθών για μας κατά την σάρκα ως άνθρωπος, σταυρωθείς και αποθανών, ταφείς και αναστάς κατά την τρίτη ημέρα και καταργήσας δια του θανάτου και της αναστάσεώς του αυτόν που έχει την κυριαρχία του θανάτου· και μετά την ανάστασι επιφανείς, αναληφθείς στον ουρανό και καθίσας από τα δεξιά του Πατρός αφού έκαμε ομότιμο και ομόθρονο ως ομότιμο το φύραμά μας, με το οποίο πρόκειται να έλθη πάλι ενδόξως να κρίνη ζώντας και νεκρούς, που θα επανέλθουν προς την ζωή εξ αιτίας της παρουσίας του, και ν' αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του. Αναγνωρίζοντας κι εμείς αισθητό και περιγραπτό τούτο το από εμάς πρόσλημμά του και φύραμα, εικονίζομε και προσκυνούμε ευσεβώς και αυτήν που τον εγέννησε παρθενικώς και τους ευαρεστήσαντας αυτόν τελείως. Τούτου τα σύμβολα των παθών, και μάλιστα τον σταυρό, τιμούμε και προσκυνούμε ως θεία τρόπαια κατά του κοινού πολεμίου. Την ανάμνησι τούτου τελώντας κατά την εντολή του καθημερινώς, ιερουργούμε τα θειότατα μυστήρια και μετέχομε σ' αυτά. Κατά την παραγγελία τούτου πριν από όλα βαπτιζόμαστε και βαπτίζομε σ' ένα όνομα σεπτό και προσκυνητό του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος.
9. Διότι από τον αΐδιο και άναρχο Πατέρα εκπορεύεται το άγιο Πνεύμα, που είναι συνάναρχο με τον Πατέρα και τον Υιό ως άχρονο, όχι δε άναρχο, αφού και αυτό ρίζα και αρχή και αιτία έχει τον Πατέρα, από τον οποίο προήλθε πριν από όλους τους αιώνες αρρεύστως, απαθώς, εκπορευτώς, και είναι επίσης αδιαίρετο του Πατρός και του Υιού, ως προερχόμενο από τον Πατέρα και αναπαυόμενο στον Υιό· που έχει ασύγχυτη την ένωσι και αμέριστη τη διαίρεση· που είναι και αυτό Θεός από Θεό, όχι άλλος μεν ως Θεός, άλλος δε Παράκλητος ως Πνεύμα άγιο αυθυπόστατο· που έχει την ύπαρξι από τον Πατέρα και αποστέλλεται δια του Υιού, για την έναρξι αιωνίας ζωής, γι' αρραβώνα των μελλοντικών και πάντοτε διατηρουμένων αγαθών που είναι κι' αυτό αίτιο όλων των δημιουργημάτων, διότι σ' αυτό έγιναν όλα, το ίδιο και απαράλλακτο με τον Πατέρα και τον Υιό, χωρίς την αγεννησία και τη γέννησι. Εστάλθηκε δε από τον Υιό προς τους μαθητάς του, δηλαδή εφανερώθηκε· διότι πως αλλοιώς θα εστελλόταν το παντού παρόν και μη χωριζόμενο από τον πέμποντα; Γι' αυτό όχι μόνο από τον Υιό, αλλά και από τον Πατέρα στέλλεται και από τον εαυτό του έρχεται· διότι η αποστολή, δηλαδή η φανέρωσις, είναι κοινό έργο Πατρός, Υιού και Πνεύματος.
10. Φανερώνεται δε όχι κατά την ουσία, διότι κανείς ποτέ δεν είδε ούτε απεκάλυψε την φύσι του Θεού, αλλά κατά τη χάρι και τη δύναμι και την ενέργεια, η οποία είναι κοινή Πατρός, Υιού και Πνεύματος. Διότι ίδιο στο καθ' ένα από αυτά είναι η υπόστασίς του και τα υποστατικώς γύρω από αυτήν παρατηρούμενα- κοινά δε αυτών δεν είναι μόνο η αφανέρωτη και υπερώνυμη και αμέθεκτη ουσία, αλλά και η χάρις και η δύναμις, η ενέργεια και η λαμπρότης, η αφθαρσία και η βασιλεία, και όλα εκείνα, διά των οποίων κοινωνεί κι' ενώνεται κατά χάρι με τους αγίους αγγέλους και ανθρώπους ο Θεός, χωρίς να εκπίπτη από το ενιαίο και την απλότητα ούτε εξ αιτίας του μεριστού και διαφόρου των υποστάσεων ούτε εξ αιτίας του μεριστού και ποικίλου και θείων δυνάμεων και ενεργειών. Έτσι πιστεύομε σ' ένα Θεό, σε μια τρισυπόστατη και παντοδύναμη θεότητα και ανακηρύσσομε αυτούς που με τέτοια πίστι ευαρέστησαν τον Θεό, ενώ αυτούς που δεν πιστεύουν με όμοιο τρόπο, αλλά ή εγκαινίασαν ιδιαίτερη αίρεσι ή ακολούθησαν μέχρι τέλους τους αρχηγούς της, τους απορρίπτομε. Να γνωρίζετε δε τούτο, αδελφοί, ότι τα πονηρά πάθη και τα δυσσεβή δόγματα αλληλοεισάγονται, πραγματοποιούμενα λόγω της δικαίας εγκαταλείψεως από τον Θεό.
11. Ότι λοιπόν το μεγάλο πλήθος των αμαρτιών διαπράττονται δια της δυσσεβείας, μας το εδίδαξε ο μέγας Παύλος γράφοντας περί των Ελλήνων «επειδή δεν εφρόντισαν να επιγνώσουν τον Θεό», «άλλ' ενώ εγνώρισαν τον Θεό, δεν τον εδόξασαν ούτε τον εσεβάσθηκαν ως Θεό», «τους παρέδωσε ο Θεός σε νου αδόκιμο, ώστε να πράττουν τα ανεπίτρεπτα, γεμάτους κάθε αδικία, πορνεία, πλεονεξία, και τα παρόμοια». Ότι δε πάλι δια της αμαρτίας εισάγεται η δυσσέβεια, η απόδειξις παρέχεται από πολλούς που το έπαθαν αθλίως. Ο Σολομών εκείνος, αφού παρέδωσε τον εαυτό του στις σαρκικές επιθυμίες, ωλίσθησε σε ειδωλολατρία. Ο Ιεροβοάμ, αφού ενικήθηκε από άκρα φιλαρχία, εθυσίασε στις χρυσές δαμάλεις. Ο προδότης Ιούδας αρρωστημένος από φιλαργυρία, περιέπεσε στη θεοκτονία.
12. Γι' αυτά λοιπόν, επειδή και η πίστις χωρίς έργα είναι νεκρά και ανενέργητη, και τα έργα χωρίς πίστι είναι μάταια και άχρηστα, η χάρις του Πνεύματος σήμερα στον σεπτό καιρό της νηστείας και της ενάρετης ασκήσεως συνεδύασε την ανακήρυξι των ορθοτομούντων τον λόγο της ευσεβείας και την αποκήρυξι εκείνων που δεν εδιάλεξαν την ορθοδοξία, έτσι ώστε εμείς, σπεύδοντας και στα δυό συνδυασμένα, και την πίστι να επιδείξωμε με τα έργα και των κόπων το κέρδος να αποκτήσωμε διά της πίστεως.
13. Όχι δε μόνο εισάγονται δι' αλλήλων τα πονηρά πάθη και η δυσσέβεια, αλλά και ομοιάζουν μεταξύ τους. Και θα ειπώ λίγα προς την αγάπη σας για τους ετεροδόξους που αναφάνηκαν στην εποχή μας. Όπως ο Αδάμ, αφού έλαβε εξουσία από τον Θεό να τρώγη από κάθε δένδρο του παραδείσου, δεν αρκέσθηκε σ' όλα εκείνα, αλλά πειθόμενος στη συμβουλή του αρχεκάκου όφεως, έφαγε από το μόνο δένδρο που είχε προσταχθή να μη το εγγίση, έτσι συμβαίνει και με εμάς· ενώ τα υπάρχοντα στο Θεό αγαθά και οι πραγματικά αγαθοπρεπείς δωρεές προτίθενταν από αυτόν για μέθεξι στους θέλοντας, συμφώνως προς τον ειπόντα «όλα όσα είναι ο Θεός θα είναι και ο θεωμένος διά της χάριτος, χωρίς την ταυτότητα κατά την ουσία», υπάρχουν μερικοί που διδάσκουν ότι εμείς μετέχομε και της ιδίας της υπερουσίου ουσίας και ισχυρίζονται ότι μπορούν να την ονομάζουν αυθεντικώς, και μιμούμενοι τον αρχέκακο όφι, παρερμηνεύουν και διαστρέφουν τα λόγια των αγίων, όπως εκείνος τα του Θεού. Αλλά εμείς, αφού ελάβαμε δύναμι από τον Κύριο να πατούμε επάνω σε όφεις και σκορπιούς και σε κάθε δύναμι του εχθρού, αφού συντρίψωμε εύκολα κάθε μηχανή και παγίδα του, είτε κατά της ευσεβείας είτε κατά της ευσεβούς διαγωγής και φανούμε νικηταί εναντίον του σε όλα, θα επιτύχωμε τους ουράνιους και άφθαρτους στεφάνους της δικαιοσύνης, μέσα στον Χριστό, τον αδέκαστο κριτή και δοτήρα των ανταμοιβών.
14. Σ' αυτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων.
Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
Το σύνολο του ανθρωπίνου γένους διαχωρίζεται σε δύο τάξεις, διά της παρουσιάσεως του Τελώνου και του Φαρισαίου, την των ταπεινών και την των υπεροπτών. Το παράδειγμα του πρώτου δεικνύει ότι οφείλει ο άνθρωπος όχι μόνον ν’ απαρνηθεί την κακίαν, αλλά και να φθάσει στο σημείον ταπεινώσεως ώστε ν’ αυτοκατακριθεί.
1. Εφευρετικός είναι για το κακό ο
νοερός προστάτης της κακίας· ικανός ν’ αφαιρέσει ευθύς από την αρχή τα
θεμέλια της αρετής που ήδη κατατίθενται στην ψυχή, δια της ανελπιστίας
και της απιστίας, αλλ’ επίσης ικανός πάλι να επιτεθεί δια της αδιαφορίας
και της ραθυμίας εναντίον των τοίχων της οικίας της αρετής, την ώρα που
ανεγείρονται, ακόμη δε και να κρημνίση δια της υπερηφανείας και της
παραφροσύνης τον όροφο των αγαθών έργων οικοδομημένον ήδη. Αλλά
κρατηθήτε, μη πτοηθήτε· διότι ο επιμελής είναι ευμηχανώτερος στα αγαθά
και η αρετή έχει περισσότερη ισχύ γι’ αντιπαράταξη προς την κακία,
αφού διαθέτει την άνωθεν χορηγία και συμμαχία από τον ίδιο τον δυνάμενο
τα πάντα και ενδυναμώνοντα από αγαθότητα όλους τους εραστάς της αρετής.
Έτσι η αρετή όχι μόνο παραμένει αδιάσειστος από ποικίλα πονηρά
μηχανήματα που παρασκευάζει ο Αντικείμενος, αλλά μπορεί και να σηκώσει
και επαναφέρη όσους έπεσαν στον βυθό των κακών και να τους προσαγάγη
εύκολα στον Θεό με την μετάνοια και την ταπείνωση.
2. Δείγμα
δε και διαρκής απόδειξις είναι τούτο. Πραγματικά ο Τελώνης, ενώ είναι
τελώνης και, μπορoύμε να ειπούμε, ενώ ζει στον πυθμένα της αμαρτίας,
ελαφρώνεται απλώς, αφού εκοινώνησε προς τους εναρέτως ζώντας με μόνο τον
λόγο, κι αυτόν σύντομο, ανυψώνεται και υπερβαίνει κάθε κακία και,
δικαιωμένος από τον αδέκαστο κριτή τον ίδιο, συγκαταλέγεται στο χορό των
δικαίων. Εάν δε και ο Φαρισαίος για λόγο καταδικάζεται, παθαίνει τούτο
διότι είναι φαρισαίος και νομίζει ότι είναι κάποιος αφ’ εαυτού, και όχι
διότι είναι πραγματικά δίκαιος· καταδικάζεται διότι εκφέρει αυθάδη
λόγια, ανάμεσα στα οποία εκείνα που παροργίζουν τον Θεό δεν ειναι
λιγώτερα από αυτά τα λόγια.
3. Γιατί δε η μεν ταπείνωσις
ανεβάζει στο ύψος της δικαιοσύνης, η δε υπεροψία κατεβάζει προς τον βυθό
της αμαρτίας; Διότι αυτός που νομίζει ότι είναι κάποιος σπουδαίος, και
μάλιστα ενώπιον του Θεού, δικαίως εγκαταλείπεται από τον Θεό, αφού έχει
την γνώμη ότι δεν χρειάζεται την βοήθειά του· αυτός δε που θεωρεί τον
εαυτό του μηδαμινό και γι’ αυτό αποβλέπει στην άνωθεν ευσπλαγχνία,
δικαίως επιτυγχάνει την από τον Θεό συμπάθεια και βοήθεια και χάρη·
διότι λέγει, "ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερήφανους, ενώ στους
ταπεινούς δίδει χάρη".
4. Αποδεικνύοντας τούτο ο Κύριος με
παραβολή λέγει· "δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό· ο ένας φαρισαίος και ο
άλλος τελώνης". Θέλοντας να παραστήσει εναργώς το από την ταπείνωση
κέρδος και την από την υπερηφάνεια ζημία, διήρεσε σε δύο όλους τους
προσερχομένους στο ναό, μάλλον δε τους ανερχομένους σ’ αυτόν, που είναι
οι προσερχόμενοι για προσευχή στον ναό του Θεού· διότι τέτοια είναι η
φύσις της προσευχής· ανεβάζει τον άνθρωπο από την γη στον ουρανό και
υπερβαίνοντας κάθε επουράνιο, όνομα και ύψωμα και αξίωμα, τον
παρουσιάζει στον ίδιο το Θεό του παντός. Άλλωστε και ο παλαιός εκείνος
ναός ευρισκόταν σε ύψωμα, σε λόφο της πόλεως. Επάνω σ’ αυτόν τον λόφο,
όταν κάποτε το θανατικό αφάνιζε την Ιερουσαλήμ, ο Δαβίδ είδε τον
θανατηφόρο άγγελο να κινεί την ρομφαία κατά της πόλεως, ανέβηκε εκεί και
οικοδόμησε θυσιαστήριο στον Κύριο· προσέφερε στον Θεό θυσία και
εσταμάτησε η φθορά. Αυτά αποτελούσαν τύπο της σωτηριώδους και
πνευματικής αναβάσεως κατά την ιερά προσευχή και του δι’ αυτής ιλασμού
(διότι όλα εκείνα ήσαν προτυπωτικά για την σωτηρία μας), εάν δε θέλης,
και τύπο της ιεράς αυτής Εκκλησίας μας, η οποία πραγματικά ευρίσκεται
επάνω σε ύψος, σαν άλλος αγγελικός και υπερκόσμιος χώρος, επάνω στον
οποίο, προς εξιλασμόν όλου του κόσμου, καταστροφή του θανάτου και
αφθονία αθάνατης ζωής, προσφέρεται άνω στον Θεό η αναίμακτη, η μεγάλη
και πραγματικά ευπρόσδεκτη θυσία.
5. Γι’ αυτό λοιπόν δεν είπε, ότι
δύο άνθρωποι "προσήλθαν" στον ναό, αλλά "ανέβηκαν" στον ναό. Υπάρχουν
βέβαια και τώρα μερικοί που, ερχόμενοι στην Εκκλησία, δεν ανεβαίνουν
αυτοί, αλλά μάλλον καταρρίπτουν την Εκκλησία που εικονίζει τον ουρανό·
αυτοί είναι όσοι προσέρχονται για χάρη συναναστροφής και συνομιλίας
μεταξύ των, καθώς και όσοι προσφέρουν και αγοράζουν ψώνια· πραγματικά
ομοιάζουν μεταξύ τους, αφού δίδοντας αυτοί μεν ψώνια, εκείνοι δε λόγους,
παίρνουν αντί αυτών τα κατάλληλα. Αυτούς ο Κύριος, όπως παλαιά τους
εξέβαλε εντελώς από τον ναό εκείνον, λέγοντάς τους, "ο οίκος μου
καλείται οίκος προσευχής, σεις όμως τον κατεστήσατε σπήλαιο ληστών",
έτσι τους εξέβαλε και από τα λόγια τους αυτά, διότι δεν ανεβαίνουν
καθόλου στον ναό, έστω και αν έρχονται καθημερινώς.
6. Ο Φαρισαίος πάντως και ο Τελώνης
ανέβηκαν στον ναό· διότι ένα σκοπό είχαν και οι δύο, να προσευχηθούν,
αν και ο Φαρισαίος μετά την άνοδο κατέρριψε τον εαυτό του, ανατρεπόμενος
από τον τρόπο. Διότι ήταν μεν ο σκοπός της αναβάσεώς των ο ίδιος, αφού
ανέβηκαν να προσευχηθούν, αλλ’ ο τρόπος της προσευχής ήταν αντίθετος. Ο
ένας δηλαδή ανέβαινε συντετριμμένος και ταπεινωμένος, διότι εδιδάχθηκε
από τον ψαλμωδό προφήτη ότι ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια συντετριμμένη
και ταπεινωμένη καρδιά, αφού και αυτός ο προφήτης λέγει για τον εαυτό
του, γνωρίζοντάς το φυσικά από την πείρα του, "εταπεινώθηκα, και μ’
έσωσε ο Κύριος". Και τι περιορίζομαι στον προφήτη; Διότι ο Θεός των
προφητών προς χάρη μας εταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος σαν εμάς,
καθώς λέγει ο απόστολος, "γι’ αυτό ο Θεός τον υπερύψωσε". Ο δε Φαρισαίος
ανεβαίνει υπερβολικά φουσκωμένος και αλαζονευόμενος, με την ιδέα ότι θα
αυτοδικαιωθεί· και μάλιστα ενώπιον του Θεού, εμπρός στον οποίο όλη η
δική μας δικαιοσύνη είναι σαν ράκος εμμηνορροούσης· διότι δεν άκουσε τον
λέγοντα, "κάθε υπερόπτης είναι ακάθαρτος ενώπιον του Κυρίου", και "ο
Κύριος αντιτάσσεται στους υπερήφανους", και "αλλοίμονο σ’ αυτούς που
αυτοδικαιώνονται και κατά τον εαυτό τους είναι επιστήμονες".
7. Δεν τους διεχώρισε μόνο το ήθος
αλλά και ο τρόπος, που ήταν διάφορος σ’ αυτούς, αλλά και το είδος της
προσευχής, που ήταν επίσης διπλό. Πραγματικά η προσευχή δεν είναι θέμα
δεήσεως μόνο, αλλά και ευχαριστίας. Ο ένας από τους προσευχομένους
ανεβαίνει στο ναό του Θεού για να δοξάσει κι ευχαριστήσει τον Θεό για
όσα έλαβε από αυτόν, ο δε άλλος για να ζητήσει όσα δεν έλαβε ακόμη,
μεταξύ των οποίων είναι και η άφεσις των αμαρτημάτων, και μάλιστα για
τους αμαρτάνοντας κάθε ώρα στις ημέρες μας. Από το άλλο μέρος η
υπόσχεσις των από εμάς ευσεβώς προσφερομένων στον Θεό δεν ονομάζεται
προσευχή αλλά ευχή· και τούτο το εδήλωσε εκείνος που είπε, "κάμετε ευχή,
και αποδώσετέ την στον Κύριο τον Θεό μας", και αυτός που λέγει
"καλύτερο είναι να μη κάμεις ευχή, παρά να κάμεις και να μην την
εκτελέσεις".
8. Αλλά το διπλό εκείνο είδος της
προσευχής έχει διπλή και την αχρείωση για τους απροσέκτους. Δηλαδή την
μεν μία την καθιστά αποτελεσματική υπέρ αφέσεως των αμαρτημάτων προσευχή
και δέηση η πίστις και η κατάνυξις μετά την αποχή από τα κακά, ανενεργό
δε η απόγνωσις και η πώρωσις. Την άλλη την κάμουν ευπρόσδκετη
ευχαριστία για όσα έχομε ευεργετηθεί από τον Θεό η ταπείνωσις και η
αποφυγή επάρσεως απέναντι στους στερουμένους, απαράδεκτη δε η έπαρσις
γι’ αυτά, σαν να αποκτήθηκαν με ιδική μας προσπάθεια και γνώση, και η
κατάκρισις εναντίον αυτών που δεν έχουν πράγματα. Ότι δε είναι άρρωστος
και στα δύο αυτά ο Φαρισαίος, ελέγχεται από τον εαυτό του και τα λόγια
του. Διότι, ενώ ανέβηκε στον ναό για να ευχαριστήσει, όχι να δεηθεί, με
την ευχαριστία προς τον Θεό ανέμιξε αφρόνως και αθλίως έπαρση και
κατάκριση. Διότι, λέγει, αφού εστάθηκε καθ’ εαυτόν, προσευχήθηκε τα
εξής· "Θεέ, σ’ ευχαριστώ, που δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες,
άδικοι, μοιχοί".
9. Η στάσις του Φαρισαίου δεν
δηλώνει την δουλική παράσταση, αλλά την αδιάντροπη υπεροψία που είναι
αντίθετη προς εκείνον που έχει ταπείνωση δεν έχει το θάρρος ούτε τους
οφθαλμούς να υψώσει προς τον ουρανό. Ευλόγως δε προσευχόταν καθ’ εαυτόν ο
Φαρισαίος· διότι δεν ανέβηκε προς τον Θεό, αν και δεν αγνοούσε τον
καθήμενο επάνω στα Χερουβείμ και επιβλέποντα τα τελευταία σημεία των
αβύσσων. Η προσευχή του ήταν ως εξής: Αφού είπε "σ’ ευχαριστώ", δεν
προσέθεσε, διότι από ευσπλαγχνία, σαν σε ασθενή ν’ αντιπαραταχθεί, μου
έδωσες δωρεάν την απαλλαγή από τις παγίδες του πονηρού. Διότι, αδελφοί,
είναι ανδρείο κατά την ψυχή, το να κατορθώσει κανείς, αφού επιάσθηκε
στις παγίδες του εχθρού και έπεσε στους βρόχους της αμαρτίας, να
διαφύγει με την μετάνοια. Γι’ αυτό οι υποθέσεις μας διευθύνονται από
ανωτέρα πρόνοια και πολλές φορές, ενώ καταβάλλαμε μικρή ή καθόλου
προσπάθεια, εμμείναμε με την βοήθεια του Θεού ανώτεροι πολλών και
μεγάλων παθημάτων, ανακουφισθέντες από συμπάθεια λόγω της ασθενείας μας.
Και πρέπει να αναγνωρίζουμε την δωρεά και να ταπεινωνόμαστε ενώπιον
αυτού που την έκαμε, αλλά να μην κομπάζωμε.
10. Ο Φαρισαίος όμως λέγει, "σ’
ευχαριστώ, Θεέ", όχι διότι έλαβα καμμιά βοήθεια από σένα, αλλά "διότι
δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι"· σαν να διέθετε αφ’ εαυτού και από
προσωπική του ικανότητα το προσόν ότι δεν ήταν άρπαξ, μοιχός και άδικος,
αν φυσικά τα διέθετε κιόλας. Δεν επρόσεχε πραγματικά στον εαυτό του,
αλλά έβλεπε περισσότερο όλους τους άλλους παρά τον εαυτό του, κι
εξουδενώνοντας όλους -ποια παραφροσύνη -, έναν μόνο εθεωρούσε δίκαιο και
σώφρονα, τον εαυτό του· "δεν είμαι" λέγει, "όπως οι άλλοι άνθρωποι,
άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή όπως αυτός ο τελώνης". Πόση μωρία, θα
μπορούσε κανείς να του ειπεί. Και αν όλοι εκτός από σένα είναι άδικοι
και άρπαγες , τότε ποιος είναι αυτός που υφίσταται την αρπαγή και την
κάκωση; Τι συμβαίνει δε και με αυτόν τον τελώνη και την κατ’ εξοχήν
αυτού προσθήκη στη διήγηση; Αφού είναι και αυτός ένας από όλους δεν έχει
συμπεριληφθεί μαζί με τους άλλους στην από σένα κοινή και θα ελέγαμε
οικουμενική κατάκριση; Ή έπρεπε αυτός να υποστεί διπλή καταδίκη,
κρινόμενος από τους φαρισαϊκούς οφθαλμούς σου, αν και εστεκόταν μακριά
σου; Άλλωστε ότι ήταν άδικος, το εγνώριζες, αφού ήταν φανερά τελώνης,
ότι όμως ήταν μοιχός, από που το εγνώριζες; Ή μήπως δικαιούσαι να τον
αδικείς και να τον προπηλακίζεις, επειδή αυτός αδικούσε άλλους; Δεν
είναι έτσι, δεν είναι· αλλ’ αυτός μεν βαστάζοντας με ταπεινό φρόνημα την
υπερήφανη κατηγορία σου και προσφέροντας στον Θεό με αυτομεμψία την
ικεσία, θ’ απαλλαγεί από αυτόν της καταδίκης, δικαίως δι’ όσα αδίκησε,
εσύ δε θα καταδικασθείς δικαίως, διότι κατηγορείς υπεροπτικώς εκείνον
και όλους τους ανθρώπους, και από όλους μόνο τον εαυτό σου δικαιώνεις.
"Δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί".
11. Αυτά τα λόγια αποδεικνύουν την
υπεροψία του Φαρισαίου και προς τον Θεό και προς όλους τους ανθρώπους,
αλλ’ επίσης και το ψευδολόγο της συνειδήσεώς του· διότι αφ’ ενός μεν
εξουθενώνει σαφώς όλους μαζί τους ανθρώπους, αφ’ ετέρου δε αποδίδει την
αποφυγή των κακών όχι στη δύναμη του Θεού, αλλά στην ιδική του. Ο λόγος
για τον οποίο ευχαριστεί είναι αυτός· ότι εκτός από τον εαυτό του
νομίζει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ακόλαστοι και άδικοι και άρπαγες,
ωσάν ο Θεός να μην αξίωσε κανένα άλλον πλην αυτού να του παράσχει την
αρετή. Αλλ’ αν όλοι ήσαν τέτοιοι, έπρεπε σε όλους αυτούς να ευρίσκωνται
εμπρός των προς διαρπαγή τα αγαθά του Φαρισαίου τούτου. Δεν φαίνεται
όμως κάτι τέτοιο· διότι προσθέτει αυτός, "νηστεύω δυο φορές το Σάββατο,
δίνω το δέκατο από όλα όσα αποκτώ". Δεν λέγει ότι δίνει το δέκατο από
όσα κατέχει, αλλά από όσα αποκτά, δηλώνοντας με αυτό τις προσθήκες και
επαυξήσεις της περιουσίας του. Επομένως είχε μεν όσα κατείχε,
προσελάμβανε δε ανεμποδίστως όσα μπορούσε. Πώς λοιπόν όλοι οι άνθρωποι
πλην αυτού άρπαζαν και αδικούσαν; Τόσο αυτοέλεγκτο και αυτεπίβουλο
πράγμα είναι η κακία! Τόσο πολύ ανάμικτο με την παραφροσύνη είναι
πάντοτε το ψεύδος!
12. Την μεν αποδεκάτιση των
εισοδημάτων του προέβαλλε για ν’ αποδείξει πλήρως την δικαιοσύνη του·
διότι πώς μπορεί να είναι άρπαξ των ξένων αγαθών αυτός που αποδεκατίζει
τα δικά του; Την δε νηστεία προέβαλλε για την επίδειξη της σωφροσύνης·
διότι η νηστεία είναι πρόξενος της αγνείας. Έστω λοιπόν, είναι σώφρων
και δίκαιος, αν δε θέλεις και σοφός και νουνεχής και ανδρείος και ό,τι
άλλο παρόμοιο· αν μεν το απέκτησες από τον εαυτό σου, και όχι από τον
Θεό, γιατί προσφεύγεις ψευδώς στο σχήμα της προσευχής κι ανεβαίνεις στον
ναό και λέγεις ματαίως ότι προσφέρεις ευχαριστία; Αν δε το απέκτησες
από τον Θεό, δεν το έλαβες για να κομπάζεις, αλλά για να ενεργείς προς
οικοδομή των άλλων σε δόξα αυτού που το έδωσε. Έπρεπε λοιπόν πραγματικά
να χαίρεσαι με ταπείνωσι και να προσφέρεις ευχαριστίες, και σ’ αυτόν που
το έδωσε και σ’ αυτούς χάριν των οποίων το έλαβες· διότι η λαμπάδα
παίρνει το φως όχι για τον εαυτό της, αλλά για τους βλέποντας. Σάββατο
δε ονομάζει ο Φαρισαίος όχι την εβδόμη ημέρα, αλλά την εβδομάδα ημερών,
στις δύο από τις οποίες νηστεύει, όπως μεγαλαυχεί, αγνοώντας ότι αυτές
μεν είναι ανθρώπινες αρετές, η δε υπερηφάνεια είναι δαιμονική. Γι’ αυτό,
όταν συζευχθεί με αυτές, τις αχρηστεύει και τις συγκαταρρίπτει, ακόμη
και αν είναι αληθινές· πόσο μάλλον αν είναι κίβδηλες.
13. Αυτά είπε ο Φαρισαίος. «Ο δε
Τελώνης, στεκόμενος απόμακρα, δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει
προς τον ουρανό, αλλ’ εκτυπούσε το στήθος του λέγοντας· Θεέ,
ευσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό». Βλέπετε πόση είναι η ταπείνωσις και η
πίστις και η αυτομεμψία; Βλέπετε την άκρα συστολή της διανοίας και των
αισθήσεων, συγχρόνως δε και την συντριβή της καρδίας αναμεμιγμένες με
την προσευχή του τελώνη τούτου; Διότι όταν ανέβηκε στο ναό, για να
προσευχηθεί υπέρ της αφέσεως των αμαρτημάτων του, έφερε μαζί του καλά
εφόδια μεσιτευτικά προς τον Θεό, την ακαταίσχυντη πίστι, την ακατάκριτη
αυτομεμψία, την ακαταφρόνητη συντριβή της καρδίας, την εξυψωτική
ταπείνωσι. Συνεδύασε δε με την προσευχή και την προσοχή άριστα. Διότι,
λέγει, «ο Τελώνης αυτός στεκόμενος απόμακρα». Δεν είπε ‘σταθείς’, όπως
στην περίπτωση του Φαρισαίου, αλλά «εστώς», δηλώνοντας με αυτό την επί
πολύ παράταση της στάσεως, μαζί δε και το επίμονο της δεήσεως και των
ικετευτικών λόγων· διότι, χωρίς να προβάλει ούτε να διανοηθεί τίποτε
άλλο, επρόσεχε μόνο στον εαυτό του και τον Θεό, περιστρέφοντας στον
εαυτό της και πολλαπλασιάζοντας μόνην την μονολόγιστη δέησι, που είναι
το αποτελεσματικώτερο είδος προσευχής.
14. «Στεκόμενος λοιπόν ο Τελώνης
απόμακρα, λέγει, δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει προς τον
ουρανό». Αυτή η στάσις ήταν συγχρόνως και στάσις και υπόκυψις, και
δείγμα όχι μόνο ευτελούς δούλου, αλλά και καταδίκου. Μαρτυρεί δε και την
απαλλαγμένη από την αμαρτία ψυχή, που είναι μεν ακόμη μακριά από τον
Θεό, διότι δεν έχει ακόμη την προς αυτόν παρρησία δια των έργων, αλλ’
ελπίζει να εγγίσει τον Θεό, λόγω της αποχής από τα κακά και της αγαθής
ήδη προθέσεώς της. Στεκόμενος λοιπόν έτσι απόμακρα ο Τελώνης δεν ήθελε
ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει στον ουρανό, επιδεικνύοντας με τον τρόπο
και το σχήμα την αυτοκατάκρισι και αυτομεμψία του· διότι εθεωρούσε τον
εαυτό του ανάξιον και του ουρανού και του επιγείου ναού. Γι’ αυτό του
μεν ναού εστεκόταν στα πρόθυρα, προς τον ουρανό δε δεν ετολμούσε ούτε ν’
ατενίσει, πόσο μάλλον προς τον Θεό του ουρανού- αλλά κτυπώντας το
στήθος του από την σφοδρά κατάνυξι και παριστώντας έτσι τον εαυτό του
άξιον τιμωρίας, αναπέμποντας από εκεί βαρυπενθής τους στεναγμούς και
κλίνοντας σαν κατάδικος την κεφαλή, αποκαλούσε τον εαυτό του αμαρτωλό κι
εζητούσε με πίστη τον ιλασμό, λέγοντας· «Θεέ, ευσπλαγχνίσου με τον
αμαρτωλό». Διότι επίστευσε στον λέγοντα, «επιστρέψετε προς εμένα και εγώ
θα επιστρέψω προς σας», και στον προφήτη που διεβεβαίωσε, «είπα, θα
εξομολογηθώ στον Κύριο την ανομία μου εναντίον μου, και συ άφησες την
ασέβεια της καρδίας μου».
15. Τί συνέβηκε λοιπόν έπειτα από
αυτά; «Κατέβηκε αυτός δικαιωμένος», λέγει ο Κύριος, «και όχι εκείνος·
διότι όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, ενώ όποιος ταπεινώνει
τον εαυτό του θα υψωθεί». Πραγματικά, όπως ο Διάβολος είναι η ίδια η
υπεροψία και η υπερηφάνεια είναι το ιδιαίτερο κακό του, γι’ αυτό και
συναπτομένη με οποιαδήποτε ανθρώπινη αρετή την νικά και την καταρρίπτει,
έτσι η ταπείνωσις ενώπιον του Θεού είναι αρετή των αγαθών αγγέλων και
νικά κάθε ανθρώπινη κακία που επέρχεται στον πταίστη. Διότι η ταπείνωσις
είναι όχημα της αναβάσεως προς τον Θεό, όπως εκείνα τα σύννεφα, που
πρόκειται ν’ ανυψώσουν προς τον Θεό αυτούς που θα μείνουν σε απείρους
αιώνες μαζί με τον Θεό, καθώς προεφήτευσε ο απόστολος, λέγοντας, «θ’
αρπαγούμε στα σύννεφα για συνάντηση του Κυρίου στον αέρα, κι έτσι θα
είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο». Ό,τι δηλαδή είναι η νεφέλη, είναι
και η ταπείνωσις, που συστήνεται δια μετανοίας και αφήνει από τους
οφθαλμούς ρυάκια με δάκρυα, εξάγει τους αξίους από τα ανάξια, τους
ανεβάζει και τους συνάπτει με τον Θεό, δικαιωμένους δωρεάν λόγω της
ευγνώμονος προαιρέσεως.
16. Και ο μεν Τελώνης
σφετεριζόμενος πρωτύτερα κακοτέχνως τα ξένα πράγματα, αλλ’ έπειτα,
εγκαταλείποντας την διαστροφή και μη δικαιώνοντας τον εαυτό του,
εδικαιώθηκε, ο δε Φαρισαίος, μη οικειοποιούμενος τα ανήκοντα σε άλλους,
αλλά δικαιώνοντας τον εαυτό του, καταδικάσθηκε. Τώρα, εκείνοι που και
οικειοποιούνται τα ανήκοντα στους άλλους και επιχειρούν να δικαιώσουν
τους εαυτούς των, τι θα πάθουν;
17. Αλλ’ ας αφήσωμε τώρα αυτούς,
αφού και ο Κύριος τους άφησε, ως μη πειθομένους με τα λόγια. Μερικές
φορές όμως και εμείς όταν προσευχώμαστε, ταπεινωνόμαστε, και ίσως
νομίζομε ότι θα κερδίσωμε την δικαίωσι του Τελώνη. Δεν είναι όμως έτσι·
διότι πρέπει να προσέχωμε τούτο, ότι ο Τελώνης, καταφρονούμενος από τον
Φαρισαίο κατά πρόσωπο και μετά την απομάκρυνσή του από την αμαρτία,
καταφρονούσε κι αυτός τον εαυτό του, όχι μόνο μη αντιλέγοντας αλλά και
συνηγορώντας προς εκείνον εναντίον του εαυτού του.
18. Όταν λοιπόν και συ αφήσεις την
κακία, δεν αντιλέγεις δε σ’ αυτούς που σε καταφρονούν και σε λοιδορούν,
αλλά καταδικάζοντας και συ τον εαυτό σου ως κακοήθη, καταφεύγεις με
κατάνυξι δια της προσευχής προς την ευσπλαγχνία του Θεού μόνο, γνώριζε
ότι είσαι λυτρωμένος Τελώνης. Πολλοί βέβαια λέγουν τους εαυτούς των
αμαρτωλούς, και το λέγομε και το νομίζομε επίσης κι εμείς· αλλά η
καταφρόνησις είναι που δοκιμάζει την καρδιά. Όπως δηλαδή ο μεγάλος
Παύλος είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, αν και έγραφε προς
τους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν γλωσσολαλιά στην Κόρινθο, «ευχαριστώ
τον Θεό μου που λαλώ γλώσσες περισσότερο από όλους σας» (γράφει αυτά τα
πράγματα αυτός που αλλού δηλώνει ότι είναι περικάθαρμα όλων των
ανθρώπων, για να συγκρατήσει το φρόνημα εκείνων που επαίρονται εναντίον
αυτών που δεν έχουν το χάρισμα)· όπως λοιπόν ο Παύλος, γράφοντας εκείνα,
είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, έτσι είναι και το να λέγει
κανείς τα λόγια του Τελώνη και να ταπεινολογεί σαν εκείνον, αλλά να μη
δικαιωθεί καθώς εκείνος· διότι πρέπει με τα τελωνικά λόγια να συνυπάρχει
και η μετάθεσις από τα κακά και η ψυχική διάθεσις, η κατάνυξις και η
υπομονή εκείνου. Και ο Δαβίδ έδειξε εμπράκτως ότι πρέπει, αυτός που
κρίνει τον εαυτό του ένοχο ενώπιον του Θεού και μετανοεί, να θεωρεί
δικαία και υποφερτή την σε βάρος του ύβρη και ατιμία από άλλους. Διότι
μετά την αμαρτία του, όταν ήκουε προσβλητικούς λόγους από τον Σεμεεί,
έλεγε σ’ αυτούς που ήθελαν ν’ αντιδράσουν «αφήστε τον να με κακολογεί,
διότι ο Κύριος του είπε να κακολογήσει τον Δαβίδ», λέγοντας ότι η
συγχώρησις από τον Θεό για την προς αυτόν αμαρτία είναι πρόσταγμα
εκείνου, αν και ο Δαβίδ επάλαιε τότε με δεινή και μεγάλη συμφορά, αφού
μόλις προσφάτως είχε επαναστατήσει εναντίον του ο Αβεσσαλώμ.
19. Τότε μάλιστα, εγκαταλείποντας
με αφόρητη οδύνη την Ιερουσαλήμ, όταν φεύγοντας έφθασε στις υπώρειες του
όρους των Ελαιών, συνάντησε ως προσθήκη της συμφοράς τον Σεμεεί. Ο
Σεμεεί έρριπτε εναντίον του λίθους, τον κακολογούσε ασταμάτητα και τον
ύβριζε αναιδώς· τον αποκαλούσε άνδρα αιμοβόρο και παράνομο,
επαναφέροντας στη μνήμη το σχετικό με την Βηρσαβεέ και τον Ουρία έγκλημα
προς ονειδισμό του βασιλέως. Και δεν τον άφησε αφού καταράσθηκε μια και
δυο φορές, και έρριπτε εναντίον του λίθους και με λόγια πληκτικώτερα
από τους λίθους· αλλά, λέγει, προχωρούσε ο βασιλεύς και όλοι οι άνδρες
του μαζί του, ενώ ο Σεμεεί εβάδιζε από την πλευρά του όρους πλησίον του
βασιλέως, καταρώμενός τον και ρίπτοντας λίθους από τα πλάγια, και
πασπαλίζοντάς τον με χώμα. Και δεν εστερείτο ανθρώπων που θα τον
εμπόδιζαν ο βασιλεύς. Ο Αβεσσά λοιπόν ο στρατηγός, μη αντέχοντας, είπε
προς τον Δαβίδ· «γιατί καταράται αυτός ο ψόφιος σκύλος τον κύριό μου τον
βασιλέα; Θα μεταβώ λοιπόν να του κάψω το κεφάλι». Ο βασιλεύς όμως
συνεκράτησε αυτόν και όλους τους άνδρες του, λέγοντας προς αυτούς·
«αφήστε τον, για να ιδεί ο Κύριος την ταπείνωσή μου και μου ανταποδώσει
αγαθά αντί της κατάρας αυτού».
20. Αυτό το πράγμα και τότε μεν
ετελέσθηκε και επραγματοποιήθηκε, δεικνύεται δε και με την παραβολή γι’
αυτόν τον Τελώνη και τον Φαρισαίο τελούμενο πάντοτε από την δικαιοσύνη.
Διότι αυτός που θεωρεί τον εαυτό του αληθινά υπεύθυνο της αιωνίου
κολάσεως, πως δεν θα υπομείνει γενναίως, όχι μόνο ατιμία, αλλά και ζημία
και νόσο, και κάθε δυσπραγία και κακοπάθεια γενικώς; Αυτός δε που
δεικνύει τέτοια υπομονή, ως χρεώστης και ένοχος, με ελαφρότερη,
πρόσκαιρη και διακοπτομένη καταδίκη λυτρώνεται από την πραγματικά βαρειά
εκείνη και αφόρητη και ατελείωτη τιμωρία· μερικές φορές δε λυτρώνεται
και από τα τώρα βασανίζοντα δεινά, καθώς η θεία χρηστότης λαμβάνει αρχή
από εδώ σαν να χρεωστείται λόγω της υπομονής. Γι’ αυτό και κάποιος από
τους παιδευομένους από τον Κύριο είπε· «θα υπομείνω την παίδευση από τον
Κύριο, διότι ημάρτησα σ’ αυτόν»".
21. Είθε κι’ εμείς, παιδευόμενοι μ’ ευσπλαγχνία, αλλ’ όχι με οργή και θυμό Κυρίου, να μη καταβληθούμε από την τιμωρία του Θεού, αλλά κατά τον ψαλμωδό στο τέλος ν’ ανορθωθούμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο αρμόζει δόξα, δύναμις, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
1.Την περασμένη Κυριακή η Εκκλησία εμνημόνευε την απερίγραπτη φιλανθρωπία του Θεού προς εμάς που παρουσιάζεται με την παραβολή του σεσωσμένου ασώτου. Την σημερινή Κυριακή διδάσκει περί της μελλούσης φρικωδεστάτης κρίσεως του Θεού, χρησιμοποιώντας μια καλή τάξι και ακολουθώντας τις προφητικές φωνές· διότι, λέγει, «θα σου ψάλω, Κύριε, έλεος και κρίσι», και «μια φορά ελάλησε ο Θεός και άκουσα τα δυο αυτά, ότι το κράτος είναι του Θεού και ιδικό σου, Κύριε, το έλεος, διότι εσύ θ' αποδώσης στον καθένα κατά τα έργα του».
2.Το έλεος λοιπόν και η μακροθυμία
προηγείται της θείας κρίσεως. Πραγματικά ο Θεός, έχοντας και περιέχοντας
κατ' εξοχήν όλες τις αρετές, και όντας συγχρόνως δίκαιος και ελεήμων,
επειδή το έλεος δεν συμβαδίζει με την κρίσι, σύμφωνα με το γραμμένο, «να
μη ευσπλαγχνισθής πτωχό κατά την κρίσι», ευλόγως ο Θεός κατένειμε το
καθένα στον καιρό του· τον παρόντα καιρό τον ώρισε για την μακροθυμία,
τον μέλλοντα για την ανταπόδοσι. Γι' αυτό τα τελούμενα στην Εκκλησία η
θεία χάρις διέθεσε κατά τέτοιον τρόπο, ώστε εμείς αντιλαμβανόμενοι
τούτο, ότι την συγγνώμη για τα αμαρτήματα λαμβάνομε από τα εδώ
συμβαίνοντα, να σπεύσωμε, όσο ζούμε ακόμη στον παρόντα βίο, να
επιτύχουμε το αιώνιο έλεος και να καταστήσωμε τους εαυτούς μας αξίους
της θείας φιλανθρωπίας. Διότι εκείνη η κρίσις, η τελευταία, είναι
ανηλέητος γι' αυτόν που δεν έδειξε έλεος.
3.Περί της απερίγραπτης
λοιπόν για μας ευσπλαγχνίας του Θεού ομιλήσαμε μόλις προ ολίγου. Σήμερα
δε θα ομιλήσωμε περί της δευτέρας παρουσίας του Χριστού, καθώς και περί
της φρικωδεστάτης κρίσεως και περί όσων θα συμβούν κατ' αυτήν
απορρήτως- πράγματα που οφθαλμός δεν είδε και ους δεν ήκουσε και που δεν
ανέβηκαν στη σκέψι ανθρώπου, αν είναι αμέτοχη θείου Πνεύματος, που
υπερβαίνουν όχι μόνο την ανθρώπινη αίσθησι, αλλά και τον ανθρώπινο νου
και λόγο. Διότι, αν και αυτός που μας διδάσκει για όλα τούτα είναι αυτός
που γνωρίζει τα πάντα και πρόκειται να κρίνη όλη τη γη, αλλά
συγκαταβαίνει προς την δυναμικότητα των διδασκομένων, προσφέροντας τους
λόγους συμμέτρους προς αυτήν. Γι' αυτό εισάγονται αστραπή και νεφέλες,
σάλπιγξ και θρόνος και τα όμοια με αυτά, αν και σύμφωνα με την επαγγελία
του περιμένομε καινούς ουρανούς και καινή γη, αφού τα παρόντα
αλλοιωθούν.
4.Αν δε αυτά και μόνο λεγόμενα, μάλιστα δε λεγόμενα
συγκαταβατικώς, γεμίζουν την ψυχή των συνετών ακροατών με φρίκη και
δέος, ποιός θα βαστάση τότε που θα τελούνται τα ίδια τα πράγματα; Πόσο
άξιοι πρέπει να είμαστε στα άγια σπουδάσματα και στην ευσέβεια, όταν
προσδοκούμε την παρουσία της ημέρας του Θεού, για την οποία, όπως λέγει ο
θείος Πέτρος, «οι μεν ουρανοί πυρακτωμένοι θα διαλυθούν, τα δε στοιχεία
καιόμενα θα λειώσουν, ενώ η γη και τα κτίσματα που υπάρχουν σ' αυτήν θα
κατακαούν;». Πριν δε από αυτά θα πραγματοποιηθή η σκληρή παρουσία και
επήρεια του Αντιχρίστου κατά της πίστεως, η οποία, αν δεν εκολοβωνόταν
επιτραπείσα για λίγον χρόνο, δεν θα εσωζόταν κανένας άνθρωπος, όπως
λέγει ο Κύριος στα ευαγγέλια. Γι' αυτό παραγέλλει στους μαθητάς του
«αγρυπνείτε λοιπόν παρακαλώντας όλον τον καιρό, για να καταξιωθήτε ν'
αποφύγετε όλα όσα πρόκειται να συμβούν και να σταθήτε εμπρός στον Υιό
του ανθρώπου».
5.Βέβαια όλα εκείνα είναι γεμάτα υπερβολική φρίκη,
αλλά γι' αυτούς που δαπανούν τον βίο τους σε απιστία και αδικία και
ραθυμία απειλούνται ακόμη δεινότερα από αυτά, καθώς λέγει ο ίδιος ο
Κύριος· «τότε θα κλαύσουν όλες οι φυλές της γης». Φυλές δε της γης είναι
αυτοί που δεν επειθάρχησαν στον ελθόντα από τον ουρανό, που δεν
αναγνωρίζουν και δεν επικαλούνται τον ουράνιο Πατέρα ούτε ανεβάζουν προς
αυτόν το γένος δια της ομοιότητος των έργων. Λέγει πάλι ότι «η ημέρα
εκείνη θα επέλθει σαν παγίδα σε όλους όσοι κάθονταν επάνω στο πρόσωπο
της γης, δηλαδή σ' εκείνους που με την κραιπάλη και μέθη, με τις τρυφές
και τις βιωτικές μέριμνες είναι προσηλωμένοι στη γη και στα γήινα και
έχουν προσκολληθή ολοσχερώς στα φαινόμενα κατά την αίσθησι λαμπρά, στον
πλούτο, στη δόξα και στην ηδονή. Πραγματικά με την λέξι «πρόσωπο» της
γης αινίχθηκε τον φαινομενικώς χαρωπό χαρακτήρα της, ενώ με την λέξι
«κάθονται» υπονοεί την επίμονη και ενδόμυχη προσήλωση. Με τους λόγους δε
αυτούς συνάπτει προς τους ασεβείς αυτούς που αμάρτησαν αμετανοήτως έως
το τέλος, όπως προείπε και ο Ησαΐας, ότι «θα πάρουν φωτιά οι άνομοι και
οι αμαρτωλοί συγχρόνως, και δεν θα υπάρξει κανείς να την σβήση». «Η
ιδική μας όμως πολιτεία ευρίσκεται στους ουρανούς, από τους οποίους και
αναμένομε τον Σωτήρα», λέγει ο απόστολος· και «εσείς δεν είσθε από αυτόν
τον κόσμο», έλεγε προς τους μαθητάς του ο Κύριος, προς τους οποίους
πάλι λέγει ότι, «όταν θα τελούνται όλα αυτά, ν' ανασηκωθήτε και να
υψώσετε τα κεφάλια σας, διότι προσεγγίζει η απολύτρωσίς σας».
6.Βλέπετε
ότι οι ζώντες κατά τον Χριστό γεμίζουν ανέκφραστη χαρά και παρρησία για
τα συμβαίνοντα ευθύς έπειτα από εκείνα, ενώ οι ζώντες κατά την σάρκα
είναι γεμάτοι αισχύνη και οδύνη και κατήφεια; Καθώς φωνάζει και ο Παύλος
λέγοντας, «ο Θεός θ' αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του, σ' εκείνους
δηλαδή που επιζητούν με έργο αγαθό κατά υπομονή δόξα και τιμή και
αφθαρσία θα αποδώσει ζωή αιώνια, ενώ για τους απειθούντας στην αλήθεια,
πειθομένους δε στην αδικία θα υπάρξει θυμός και οργή, θα υπάρξει θλίψις
και στενοχώρια σε κάθε άνθρωπο που κατεργάζεται το κακό». Πραγματικά
παλαιά επί του Νώε, όταν αυξήθηκε η αμαρτία και επικράτησε σε όλο σχεδόν
το ανθρώπινο γένος, ήλθε από τον Θεό κατακλυσμός, που κατέστρεψε κάθε
πνοή, ενώ μόνο ο δίκαιος αυτός με την οικογένειά του διαφυλάχθηκε για
χάρη της γενέσεως ενός δευτέρου κόσμου. Πάλι δε έπειτα από αυτόν ο Θεός
την αυξηθείσα κακία περιέκοπτε μερικώς, όπως επί παραδείγματι όταν
αποτέφρωσε με πυρ τους Σοδομίτες, κατεπόντισε στη θάλασσα τους
Φαραωνίτες, το δε πάντολμο γένος των Ιουδαίων απεδεκάτισε με πείνα και
στάση, με νόσους και πικρές ποινές.
7.Ο κοινός όμως ιατρός, που
εχρησιμοποίησε χάριν του γένους μας τα αυστηρά φάρμακα και ιατρεύματα,
δεν παρέλειψε εκείνα που είναι ευάρεστα και ωφελούν μ' ευχαρίστηση, αλλά
ανύψωσε πατέρες, ανέδειξε προφήτες, ετέλεσε σημεία, έδωσε τον μωσαϊκό
νόμο, έστειλε αγγέλους. Επειδή δε και αυτά ήσαν ανίσχυρα για την
ασυγκράτητη ορμή της κακίας μας, κατήλθε στη γη κλίνοντας προς τα κάτω
τους ουρανούς ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, το μεγάλο ιατρικό που καταπαύει
τις βαρείες αμαρτίες· και αφού έγινε για μας τα πάντα, πλην της
αμαρτίας, κατήργησε την αμαρτία στον εαυτό του· έπειτα ενίσχυσε κι'
εμάς, ώστε να αμβλύνη το κεντρί εκείνης, και επαραδειγμάτισε στον σταυρό
τους αρχηγούς και συνεργούς αυτής καταργώντας δια του θανάτου τον
έχοντα την εξουσία του θανάτου.
8.Και, αφού όπως στην εποχή του
Νώε κατέκλυσε με ύδωρ τους αμαρτωλούς, έτσι ύστερα κατέκλυσε την αμαρτία
δια της δικαιοσύνης και χάριτός του, ανέστησε τον εαυτό του αθάνατο,
σαν σπέρμα και απαρχή του αιωνίου κόσμου, σαν παράδειγμα και παράσταση
τής με βεβαιότητα ελπιζομένης από εμάς αναστάσεως. Αφού δε ανέστη και
αναλήφθηκε στους ουρανούς, εξαπέστειλε σε όλη την οικουμένη αποστόλους,
προέβαλε μέγα στίφος μαρτύρων, προέστησε πλήθος διδασκάλων, ανέδειξε
συνάξεις οσίων. Επειδή δε, ενώ έκαμε τα πάντα, χωρίς να παραλείψει
τίποτε από τα απαραίτητα, είδε πάλι την κακία λόγω του αυτεξουσίου της
προαιρέσεώς μας να κορυφώνεται τόσο πολύ, ή μάλλον τότε θα την ιδεί να
ανυψώνεται, ώστε τότε πλέον οι άνθρωποι να προσκυνήσουν και να
υπακούσουν στον Αντίχριστο, εγκαταλείποντας τον αληθινό Θεό και τον
αληθινό Χριστό του· γι' αυτό θα κατέλθη πάλι από τους ουρανούς με πολλή
δύναμι και δόξα, όχι για να μακροθυμήσει, αλλά για να τιμωρήσει εκείνους
που δια των πονηρών έργων εθησαύρισαν στους εαυτούς των την οργή κατά
τον καιρό της μακροθυμίας του· και τους μεν αθεράπευτους θ' αποκόψει από
τους υγιείς ως σάπια μέλη και θα τους παραδώση στο πυρ, τους δε ιδικούς
του θ' απαλλάξη από την επήρεια και την συναναστροφή των πονηρών
ανθρώπων και θα τους καταστήσει κληρονόμους της βασιλείας των ουρανών.
9.Ευθύς
λοιπόν μετά την βδελυρά παρρησία του Αντιχρίστου θα κλονήσει τα πάντα
αυτός που συγκρότησε τα πάντα, κατά το λεχθέν από τον προφήτη, ότι ακόμη
μια φορά «εγώ θα σείσω όχι μόνο την γη, αλλά και τον ουρανό». Ευθύς
λοιπόν κλονίζει τον κόσμο και λύει το ανώτατο όριο του σύμπαντος,
συμπτύσσει το ουράνιο κύτος και αναμιγνύει την γη με πυρ και συγχέει το
παν, από κάτω μεν αναμοχλεύοντας τα παγκόσμια θα ελέγαμε θεμέλια, από
άνω δε στέλλοντας το πλήθος των άστρων σαν απερίγραπτους κεραυνούς επάνω
στα κεφάλια των θεοποιησάντων τον πονηρό, έτσι ώστε δι' αυτών πρώτα να
τιμωρηθούν όσοι επίστευσαν στον Αντίχριστο, διότι προσηλώθηκαν με τον
νου και επείσθηκαν στον αντίθεο ως θεό. Έπειτα δε, αφού επιφανεί ο ίδιος
με άφατη δόξα, δια δυνατής σάλπιγγος, όπως παλαιά δι' εμφυσήματος τον
προπάτορα, θα ζωώσει όλους και θα παρουσιάσει ενώπιόν του ζωντανούς
όλους τους από τους αιώνας νεκρούς. Και τους μεν ασεβείς δεν θα φέρει σε
κρίση ούτε θα τους αξιώσει κανένα λόγο· διότι οι ασεβείς, κατά το
γεγραμμένο, δεν θ' αναστηθούν για κρίσι, αλλά για κατάκρισι.
10.Θα
προβάλει δε για την κρίσι όλα τα δικά μας, κατά την αναγινωσκομένη
σήμερα φωνή του ευαγγελίου· διότι, λέγει, «όταν έλθη ο Υιός του ανθρώπου
στη δόξα του και όλοι οι άγιοι άγγελοι μαζί του». Κατά την πρώτη του
παρουσία η δόξα της θεότητός του εκρυπτόταν κάτω από την σάρκα την οποία
ανέλαβε από εμάς υπέρ ημών, τώρα κρύπτεται προς τον Πατέρα στον ουρανό
μαζί με την ομόθεη σάρκα, τότε δε θα αποκαλύψει όλη τη δόξα· διότι θα
φανεί ολόλαμπρος από ανατολή έως τη δύση, περιαυγάζοντας τα πέρατα με
ακτίνες θεότητος, ενώ παγκόσμιος και ζωοποιός σάλπιγγα θα ηχεί παντού
και συγχρόνως θα συγκαλεί προς αυτόν τα πάντα. Προηγουμένως έφερε μεν
και τους αγγέλους μαζί του, αλλά αφανώς, συγκρατώντας τον ζήλο τους κατά
των θεομάχων ύστερα όμως θα φθάσει φανερά και δεν θα αποσιωπήσει, αλλά
θα ελέγξει και θα παραδώσει τους απειθείς στις ποινές.
11.«Όταν
λοιπόν έλθει ο Υιός του ανθρώπου στη δόξα του και έλθουν όλοι οι άγιοι
άγγελοι μαζί του, τότε», λέγει, «θα καθίσει επάνω στον θρόνο δόξας του».
Διότι έτσι προείδε και προείπε ο Δανιήλ· «ιδού», λέγει, «ετοποθετήθηκαν
θρόνοι και εκάθισε ο Παλαιός των Ημερών και είδα ωσάν τον Υιό του
ανθρώπου να έρχεται επάνω στις νεφέλες του ουρανού, και έφθασε έως τον
Παλαιό των Ημερών και του εδόθη όλη η τιμή και η εξουσία- χίλιες
χιλιάδες ελειτουργούσαν σ' αυτόν και μύριες μυριάδες παραστέκονταν σ'
αυτόν». Σε συμφωνία με αυτόν λέγει και το Ιερό ευαγγέλιο, τότε «θα
συναχθούν όλα τα έθνη εμπρός του· και θα τους ξεχωρίσει ανάμεσά τους,
όπως ο ποιμήν ξεχωρίζει τα πρόβατα από τα γίδια». Πρόβατα καλεί τους
δικαίους ως πράους και επιεικείς, που εβάδισαν την ομαλή οδό των αρετών,
την πατημένη από αυτόν τον ίδιο, και ως αφομοιωμένους με αυτόν επειδή
και αυτός ονομάσθηκε αμνός από τον Πρόδρομο και Βαπτιστή που είπε, «ιδού
ο αμνός του Θεού που απαλείφει την αμαρτία του κόσμου». Γίδια δε καλεί
τους αμαρτωλούς, ως θρασείς και ατάκτους, και φερομένους προς τους
κρημνούς της αμαρτίας. Και λέγει, τους πρώτους θα τοποθετήσει δεξιά του
ως εργάτες δεξιών έργων, τους άλλους που δεν είναι εργάτες τέτοιων έργων
θα τοποθετήσει στ' αριστερά. «Τότε θα είπη ο Βασιλεύς», λέγει, χωρίς να
προσθέσει ποιος ή ποιών βασιλεύς, αφού δεν υπάρχει άλλος εκτός από
αυτόν διότι με όλο που και εκεί είναι πολλοί κύριοι και βασιλείς, αλλά
ένας είναι πραγματικά Κύριος, ένας βασιλεύς, ο φυσικώς δεσπότης του
σύμπαντος. Θα ειπεί λοιπόν τότε στους από τα δεξιά του ο μόνος βασιλεύς·
«εμπρός οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ετοιμασμένη
για σας από την θεμελίωση του κόσμου βασιλεία».
12.Πραγματικά
προς αυτό απέβλεπε η από την αρχή σύστασις του κόσμου και προς αυτόν τον
σκοπό απέβλεπε η επουράνια εκείνη και αρχαιότατη βουλή του Πατρός, κατά
την οποία ο άγγελος της μεγάλης βουλής του Πατρός επεξεργάσθηκε τον
ανθρωπο ως ζώο όχι μόνο κατ' εικόνα, αλλά και καθ' ομοίωσή του, για να
δυνηθεί κάποτε να χωρέσει την μεγαλειότητα της θείας βασιλείας, την
μακαριότητα της θείας κληρονομιάς, την τελειότητα της ευλογίας του
ανωτάτου Πατρός, για την οποία έγιναν όλα τα ορατά και τα αόρατα. Διότι
δεν είπε "του αισθητού κόσμου", αλλά απροσδιορίστως «του κόσμου», τόσο
του ουρανίου, όσο και του επιγείου. Όχι δε μόνο αυτός, αλλά και η θεία
και απόρρητη κένωσις, η θεανδρική πολιτεία, τα σωτήρια πάθη, όλα τα
μυστήρια, γι' αυτόν τον σκοπό ερρυθμίσθηκαν προνοητικώς και πανσόφως,
ώστε αυτός που θα φανεί πιστός στα παρόντα ν' ακούσει από τον Σωτήρα·
«εύγε, δούλε αγαθέ, αφού εφάνηκες πιστός στα ολίγα, θα σε ορίσω οικονόμο
σε πολλά· είσελθε στη χαρά του Κυρίου σου». Έλθετε λοιπόν, λέγει, όσοι
εχρησιμοποιήσατε κατά την γνώμη μου τον επίγειο και φθαρτό και πρόσκαιρο
κόσμο καλώς, κληρονομήσατε και τον επικείμενο και μόνιμο και επουράνιο
κόσμο. Διότι «επείνασα και μου εδώσατε να φάγω, εδίψασα και μ'
εποτίσατε, ξένος ήμουν και με περιμαζεύσατε, γυμνός και με ενδύσατε,
ασθένησα και με επισκεφθήκατε, ήμουν στις φυλακές και ήλθατε προς
εμένα».
13.Εδώ πρέπει να συζητηθεί για ποιο λόγο εμνημόνευσε μόνο
την ελεημοσύνη και γι' αυτήν μόνο έδωσε εκείνη την ευλογία και την
κληρονομία· και την βασιλεία. Αλλά δεν εμνημόνευσε μόνο αυτήν για όσους
αντιλαμβάνονται τα ακουόμενα. Επειδή δηλαδή προηγουμένως εκάλεσε πρόβατα
τους εργάτες της, με αυτόν τον χαρακτηρισμό επιβεβαίωσε τόσο την προς
αυτόν ομοίωση και κάθε αρετή τους, όσο και ότι ήσαν έτοιμοι συνεχώς για
το θάνατο υπέρ του καλού, όπως βέβαια και αυτός οδηγήθηκε ως πρόβατο για
σφαγή και ως αμνός άφωνος εμπρός σ' αυτόν που τον κουρεύει, κατά το
γεγραμμένον.
14.Αφού λοιπόν τέτοιοι είναι και αυτοί, εγκωμιάζει
ιδιαιτέρως την φιλανθρωπία· διότι πρέπει και αυτήν, ως δείγμα και καρπό
της αγάπης, να την έχει σαν κεφαλή που υπέρκειται όλων των άλλων αρετών
αυτός που πρόκειται να κληρονομήσει την αΐδια εκείνη βασιλεία. Αυτό το
έδειξε ο Κύριος και με την παραβολή των δέκα παρθένων· διότι δεν
εισάγονται στον θείο νυμφώνα όσες τύχουν, αλλά οι στολισμένες με
παρθενία, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς άσκησι και εγκράτεια,
καθώς και χωρίς πολλούς και ποικίλους για την αρετή αγώνες, προσέτι δε
αυτές που κρατούν λαμπάδες στα χέρια, δηλαδή τον νου τους και την μέσα
σ' αυτόν άγρυπνη γνώση, που επιβαίνει και στηρίζεται στο πρακτικό της
ψυχής, το δηλούμενο με τα χέρια, και αφιερώνεται διά βίου στον Θεό και
συνάπτεται με τις από αυτόν λάμψεις. Χρειάζεται όμως και άφθονο έλαιο,
ώστε να διαρκεί το άναμμά τους. Έλαιο δε είναι η αγάπη, που είναι κορυφή
των αρετών. "Όπως λοιπόν, αν θέσεις θεμέλια και οικοδομήσεις επάνω σ'
αυτά τους τοίχους, δεν πρόσθεσεις δε την οροφή, τα αφήνεις όλα εκείνα
άχρηστα, κατά τον ίδιο τρόπο, αν αποκτήσεις όλες τις αρετές, δεν
προσαποκτήσεις δε την αγάπη, όλες εκείνες είναι άχρηστες και ανωφελείς·
και η οροφή της οικίας όμως χωρίς τα στοιχεία που την συγκρατούν δεν
μπορεί να οικοδομηθεί.
15.Και ο Κύριος λοιπόν προσφέρει την
κληρονομία του σε όσους έχουν σφραγίσει τις άλλες αρετές δια των έργων
της αγάπης και ανέβηκαν σ' αυτήν δια του ανεπιλήπτου βίου ή κατέφυγαν
προς αυτήν διά μετανοίας. Από αυτούς εγώ τους μεν πρώτους καλώ υιούς,
διότι είναι φύλακες μυστικής από τον Θεό αναγεννήσεως, τους δε δεύτερους
μισθωτούς, διότι ξαναποκτούν την χάρη διά των πολυειδών ιδρώτων της
μετανοίας και δια της ταπεινώσεως ως μισθόν.
16.Γι' αυτό, αφού
προηγουμένους στα θεία ευαγγέλια εξήγησε πολυειδώς τα σχετικά με την
κρίση, έπειτα εξέθεσε τα περί της αγάπης με την άποψη ότι τελειοποιεί ή
επαναφέρει τις εκεί απαριθμούμενες αρετές. Αλλά οι δίκαιοι θ' αποκριθούν
με τα λόγια· «Κύριε, πότε σε είδαμε να πείνας και σ' εθρέψαμε, ή να
διψάς και σ' εποτίσαμε; Πότε σε είδαμε ξένο και σε συμμαζεύσαμε, ή
γυμνόν και σε ενδύσαμε; Πότε σε είδαμε ασθενή ή στην φυλακή και σ'
επισκεφθήκαμε;». Βλέπετε ότι οι από τα δεξιά καλούνται και δίκαιοι;
Επομένως γι' αυτούς το έλεος προέρχεται από την δικαιοσύνη και είναι με
δικαιοσύνη. Βλέπετε δε άλλην αρετή, την ταπείνωσι, να προσμαρτυρείται
στους δικαίους από το πλήρωμα της αγάπης; Διότι ισχυρίζονται ότι είναι
ανάξιοι της ανακηρύξεως και των επαίνων, σαν να μη έπραξαν κανένα
αγαθόν, αυτοί που μαρτυρούνται ότι δεν άφησαν κανένα αγαθό άπρακτο.
17.Γι'
αυτό, νομίζω, ο Κύριος αποκρίνεται σ' αυτούς με παρρησία, για ν'
αναφανούν ότι είναι τέτοιας μορφής και ανυψωθούν με την ταπείνωσι και
δικαίως εύρουν από αυτόν χάρη, την οποία ο Κύριος παρέχει αφθόνως στους
ταπεινούς, «διότι ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερήφανους, ενώ στους
ταπεινούς δίδει χάρι», ο οποίος και τώρα λέγει προς αυτούς· «πραγματικά
σας λέγω, εφ' όσον τα επράξατε σ' ένα από τους αδελφούς μου τους
ελαχίστους, τα εκάματε σ' εμένα». Καλεί τον άλλο ελάχιστον για την
πτωχεία και την ευτέλεια, αδελφόν δε, διότι και αυτός έτσι έζησε κατά
σάρκα επί της γης.
18.Ακούσετε και ευφρανθείτε, όσοι είσθε πτωχοί
και ενδεείς· διότι κατά τούτο είσθε αδελφοί του Θεού· κι αν είσθε
πτωχοί και ευτελείς ακουσίως,καταστήσατε εκούσιο για τον εαυτό σας το
αγαθό δια της υπομονής και της ευχαριστίας. Ακούσετε οι πλούσιοι και
ποθήσετε την ευλογημένη πτωχεία, για να γίνετε κληρονόμοι και αδελφοί
του Χριστού, γνησιώτεροι μάλιστα εκείνων που επτώχευσαν ακουσίως· διότι
εκείνος επτώχευσε για μας εκουσίως. Ακούσετε και στενάξετε εσείς που
περιφρονείτε τους αδελφούς σας, όταν υποφέρουν, μάλλον δε τους αδελφούς
του Θεού, και δεν μεταδίδετε στους ενδεείς από όσα διαθέτετε άφθονα,
τροφή, σκέπη, ενδυμασία, επιμέλεια κατάλληλη, και δεν προσφέρετε το
περίσσευμά σας στο υστέρημα εκείνων. Μάλλον δε ας ακούσωμε και ας
στενάξωμε, αφού κι εγώ ο ίδιος που σας λέγω αυτά, ελέγχομαι από την
συνείδησί μου ότι δεν είμαι τελείως έξω από το πάθος· διότι, ενώ πολλοί
ριγούν και στερούνται, εγώ είμαι γεμάτος και ενδεδυμένος. Πολύ δε
περισσότερο άξιοι πένθους είναι αυτοί που έχουν και κατέχουν θησαυρούς
περισσοτέρους από την καθημερινή ανάγκη ή και φροντίζουν να τους
αυξήσουν· ενώ είναι προσταγμένοι ν' αγαπούν τον πλησίον σαν τους εαυτούς
των, δεν τους θεωρούν ούτε σαν το χώμα. Διότι τι άλλο είναι ο χρυσός
και ο άργυρος, που αγαπήσαμε περισσότερο από τους αδελφούς;
19.Αλλά
ας επιστραφούμε, ας μετανοήσωμε και ας κοινωνήσωμε εξυπηρετώντας τις
ανάγκες των ανάμεσά μας πτωχών αδελφών με όσα έχομε. Και αν δεν είμαστε
διατεθειμένοι ν' αδειάσωμε θεοφιλώς όλα τα υπάρχοντα, τουλάχιστον να μη
τα κατακρατήσωμε όλα για τους εαυτούς μας ασπλάγχνως· αλλά το μεν ένα ας
το πράξωμε, γι' αυτό δε που θα παραλείψωμε, ας ταπεινωθούμε ενώπιον του
Θεού, και θα επιτύχωμε από αυτόν συγγνώμη, διότι η φιλανθρωπία του
αναπληρώνει την έλλειψί μας, για να μη, ο μη γένοιτο, ακούσωμε την
απαίσια φωνή· διότι, λέγει, «τότε θα ειπεί και στους από τα αριστερά·
φεύγετε από έμενα οι καταραμένοι». Πόσο φοβερό είναι τούτο!
Απομακρυνθείτε από τη ζωή, εκβληθείτε από την τρυφή, στερηθείτε το φως!
20.Και
δεν λέγει μόνο τούτο, αλλά προχωρεί· «φεύγετε από εμένα οι καταραμένοι,
στο αιώνιο πυρ, το ετοιμασμένο για τον Διάβολο και τους αγγέλους του».
Όπως δηλαδή οι από τα δεξιά θα έχουν ζωή, και μάλιστα με το παραπάνω,
ζωή μεν αφού θα συνευρίσκωνται με τον Θεό, με το παραπάνω δε αφού θα
είναι υιοί και κληρονόμοι της βασιλείας του, έτσι και οι από τα
αριστερά, αποτυγχάνοντας ν' αποκτήσουν την αληθινή ζωή λόγω της
απομακρύνσεως από τον Θεό, θα εύρουν και παραπάνω κακό, αφού θα έχουν
συνταχθεί με τους δαίμονες και θα παραδοθούν στο κολαστικό πυρ.
21.Ποιού
δε είδους είναι το πυρ εκείνο, το οποίο άπτεται και των σωμάτων και των
λογικών σε σώματα όντων, και των ασωμάτων πνευμάτων, θλίβοντας και
στενοχωρώντας τα παντοτινά, και δια του οποίου θα λειώσει και το δικό
μας πυρ, κατά το γεγραμμένο, «τα καιόμενα στοιχεία θα λειώσουν»; Πόση
προσθήκη φέρει στην οδύνη το ανέλπιδο της απολυτρώσεως; Διότι, λέγει,
υπάρχει ποταμός, που παρασύρει το πυρ εκείνο, όπως φαίνεται, και το
φέρει μακρύτερα από τον Θεό. Γι' αυτό δεν είπε "πορευθείτε", αλλά
«πορεύεσθε από εμένα οι καταραμένοι»· διότι έχετε αφθόνως δεχθεί τις
κατάρες από τους πτωχούς, και με όλο που υπέφεραν εκείνοι, εσείς πάντως
είσθε άξιοι κατάρας. Λέγει δε προς αυτούς «πηγαίνετε στο πυρ το
ετοιμασμένο» όχι για σας, αλλά για τον Διάβολο και τους αγγέλους του·
διότι τούτο δεν είναι προηγούμενο δικό μου θέλημα, δεν σας έπλασα γι'
αυτό, δεν ετοίμασα για σας την φωτιά. Το άσβεστο πυρ έχει αναφθεί για
τους δαίμονες που έχουν αμετάβλητη την έξι της κακίας, με τους οποίους
σας συνέδεσε η σύμφωνη μ' εκείνους αμετανόητη γνώμη. Είναι λοιπόν
εθελοντική η συμβίωσις με τους πονηρούς αγγέλους. «Διότι επείνασα και
δεν μου εδώσατε να φάγω, εδίψασα και δεν με εποτίσατε, ξένος ήμουν και
δεν με συμμαζεύσατε, γυμνός και δεν με ενδύσατε, ασθενής και στη φυλακή
ήμουν και δεν μ' επισκεφθήκατε». Όπως αδελφοί, η αγάπη και τα έργα της
αγάπης είναι πλήρωμα των αρετών, έτσι το μίσος και τα έργα του μίσους, ο
ασυμπαθής τρόπος, η ακοινώνητη γνώμη, είναι πλήρωμα της αμαρτίας. Και
όπως τη φιλανθρωπία ακολουθούν και συνυπάρχουν με αυτήν οι αρετές, έτσι
τη μισανθρωπία ακολουθούν οι κακίες· γι' αυτό και από αυτήν μόνο
καταδικάζονται.
22.Θα ήθελα λοιπόν να ειπώ ότι δεν υπάρχει κανένα
δείγμα μίσους μεγαλύτερο από το να προτιμούμε από τον αδελφό το άφθονο
αργύριο· αλλά βλέπω την κακία να έχει εύρει και μεγαλύτερο δείγμα της
μισανθρωπίας. Υπάρχουν δηλαδή άνθρωποι που όχι μόνο δεν ελεούν από όσα
διαθέτουν πλουσίως, αλλά και σφετερίζονται τα ξένα. Ας συλλογισθούν
λοιπόν από την απόφαση προς τους μη ελεήμονες, τι θα εύρουν αυτοί και τι
θα πάθουν, και ποιας ακατανόητης και αφόρητης καταδίκης είναι άξιοι, ας
αποστούν από την αδικία και ας εξιλεώσουν το θείο δια των έργων της
μετανοίας. Εκείνοι δε θ' αποκριθούν τότε ως εξής· «Κύριε, πότε σε είδαμε
να πεινάς ή να διψάς ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή φυλακισμένον, και δεν
σε υπηρετήσαμε;».
23.Βλέπετε και αυτό το τελευταίο κακό, την
υπερηφάνεια, συνεζευγμένη με τον ασυμπαθή τρόπο, όπως την ταπείνωσι με
την συμπάθεια; Οι δίκαιοι εγκωμιαζόμενοι για την φιλανθρωπία τους
ταπεινώνονται περισσότερο, δεν δικαιώνουν τους εαυτούς των. Οι
υπερήφανοι, όταν κατηγορούνται για την ασπλαγχνία τους από τον αψευδή,
δεν προσπίπτουν ταπεινωμένοι, αλλά αντιλέγουν και δικαιώνουν τους
εαυτούς των. Γι' αυτό και θ' ακούσουν τα λόγια· «αληθινά σας λέγω, εφ'
όσον δεν το επράξατε σ' ένα από αυτούς τους ελαχίστους, δεν το εκάματε
ούτε σ' εμένα». Κι έτσι θα μεταβούν, λέγει, «αυτοί μεν σε αιώνια κόλασι,
οι δε δίκαιοι σε αιώνια ζωή».
24.Ας ελεήσωμε λοιπόν τους εαυτούς
μας, αδελφοί, δια του ελέους προς τους αδελφούς, ας αποκτήσωμε δια της
συμπαθείας την συμπάθεια, ας ευεργετήσωμε για να ευεργετηθούμε. Η μεν
ανταπόκρισις είναι ομοία, διότι πρόκειται για ευποιία και φιλανθρωπία,
για αγάπη και έλεος και συμπάθεια· αλλά δεν είναι ίση κατά την αξία και
το μέτρο της υπεροχής. Διότι εσύ μεν παρέχεις από όσα έχει ο άνθρωπος,
και όσο μπορεί να ευεργετήσει ο άνθρωπος, παίρνεις δε σε ανταπόδοση από
τους θείους και ακενώτους θησαυρούς εκατονταπλάσια και την αιώνια ζωή,
και ευεργετείσαι από όσα και όσο μπορεί ο Θεός να ευεργετήσει, «πράγματα
που οφθαλμός δεν είδε και ους δεν άκουσε και που δεν ανέβηκαν στην
καρδιά του ανθρώπου».
25.Ας σπεύσωμε λοιπόν για να επιτύχωμε τον
πλούτο της αγαθότητος, ας αγοράσωμε με ολίγα αργύρια αιώνια κληρονομία,
ας φοβηθούμε τέλος την απόφαση εναντίον των ανοικτιρμόνων, για να μη
κατακριθούμε από αυτήν εκεί· ας μη φοβηθούμε μη τυχόν γίνωμε πτωχοί,
δίδοντας ελεημοσύνη, διότι θ' ακούσωμε από τον Χριστό, «έλθετε οι
ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την γη». Ας φοβηθούμε και ας
κάμωμε το παν, για να μη φανούμε έξω από την αγάπη προς τον Θεό δια της
ασπλαγχνίας· «διότι αυτός που δεν αγαπά τον αδελφό του, που τον είδε»,
λέγει ο ευαγγελιστής, «πώς θ' αγαπήσει τον Θεό που δεν τον είδε», αυτός
δε που δεν αγαπά το Θεό πώς θα συνυπάρξει με αυτόν; Και αυτός που δεν
συνυπάρχει με αυτόν θ' απομακρυνθεί από αυτόν· ο δε απομακρυνόμενος από
αυτόν οπωσδήποτε θα πέσει στη γέεννα του πυρός.
26.Αλλά εμείς ας
επιδείξωμε έργα αγάπης προς τους αδελφούς μας εν Χριστώ, ελεώντας τους
πτωχούς, επιστρέφοντας τους πλανημένους, σε όποιαν πλάνη και πτώχεια και
αν είναι, δικαιώνοντας τους αδικούμενους, δυναμώνοντας τους κατάκοιτους
από ασθένεια, είτε πάσχουν τούτο δια των αισθητών εχθρών και νοσημάτων
είτε δια των αοράτων πονηρών πνευμάτων και των παθών της ατιμίας,
επισκεπτόμενοι τους εγκαθείρκτους στη φυλακή, αλλά και ανεχόμενοι αυτούς
που μας κτυπούν, και χαρίζοντας ο ένας στον άλλο όποια μομφή έχει
εναντίον του, όπως και ο Χριστός μας την εχάρισε. Και γενικώς ας
επιδείξωμε την μεταξύ μας αγάπη με κάθε τρόπο και με κάθε έργο και λόγο,
για να επιτύχωμε την από τον Θεό αγάπη και ευλογηθούμε από αυτόν και
κληρονομήσωμε την επηγγελμένη σ' εμάς και για μας ουράνια και αιώνια
βασιλεία από την θεμελίωση του κόσμου.
27.Αυτήν είθε ν'
αποκτήσωμε όλοι εμείς, με την χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου Ιησού
Χριστού μαζί με τον οποίο πρέπει στον Πατέρα, καθώς και στο άγιο Πνεύμα,
τιμή και δόξα στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.
Η ΑΓΙΑ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου
Μεγάλο και Θείο, απόρρητο και ακατανόητο, όχι μόνο στους ανθρώπους αλλά και στους αγγέλους και τους αρχαγγέλους είναι το γεγονός ότι η φύση μας έγινε διά του Ιησού Χριστού ομόθεος και μας χαρίστηκε η επάνοδος μας στο καλύτερο.
Αυτό είναι το μυστήριο που πιστεύεται αλλά δεν γνωρίζεται. Είναι ακατανόητο όχι μόνο στους ανθρώπους αλλά και στους αγγέλους και τους αρχαγγέλους. Αρχίζει από το γεγονός που γιορτάζεται σήμερα. Ο αρχάγγελος ευαγγελίζεται στην Παρθένο τη σύλληψη του Ιησού Χριστού. Εκείνη έκπληκτη ζήτησε τον τρόπο με τον οποίο αυτό θα γινόταν και είπε προς αυτόν: «πώς θα μου συμβεί αυτό αφού δεν γνωρίζω άνδρα;», και τότε ο αρχάγγελος κατέφυγε προς τον Θεό λέγοντας: «Πνεύμα Άγιο θα έρθει σ’ εσένα και δύναμις Υψίστου θα σε επισκιάσει». Αυτό που ομολογείται από τον αρχάγγελο προς την παρθένο ενέχει το μεγαλύτερο μυστήριο. Ο σωτήρας και λυτρωτής του ανθρωπίνου γένους, θα γίνει άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο.
Παραβαίνοντας την εντολή του Θεού κατεβήκαμε μέχρι τον Άδη και πολλά δεινά μας βρήκαν διαδοχικά. Το γένος μας γεύτηκε τη λύπη και η ζωή μας έγινε γεμάτη οδύνη. Ο Θεός όμως που μας έπλασε με ευσπλαχνία και φιλανθρωπία έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε για να μας βρει, παίρνοντας από την αγία Παρθένο τη φύση μας που την ανακαίνισε. Ο Θεός στέλνοντας τον αρχάγγελο στην Παρθένο την κάνει μητέρα του Χριστού μόνο με τη προσφώνηση που ακούει σήμερα. Αν η σύλληψη του Χριστού θα ήταν από ανθρώπινη επέμβαση ο Χριστός δεν θα ήταν ο νέος άνθρωπος. Τώρα ήρθε και από το Άγιο Πνεύμα γίνεται άνθρωπος και σαρκώθηκε στη μήτρα της παρθένου μένοντας αναλλοίωτος Θεός και τέλειος άνθρωπος.
Το όνομα της Παρθένου ήταν Μαριάμ, που ερμηνεύεται Κυρία. Εκείνη ήταν πράγματι παρθένος και στο σώμα και στη ψυχή. Είχε όλες τις αισθήσεις του σώματος εκτός από τον μολυσμό. Έχει γραφεί για κείνη ότι ήταν η κλεισμένη πύλη που κανείς δεν πρόκειται να περάσει από αυτήν παρά μόνο ο Χριστός. Η Παναγία είναι Κυρία και με ένα άλλο τρόπο. Δεσπόζει όλων καθώς είναι ελεύθερη και ρίζα της ελευθερίας του γένους των ανθρώπων, και γι’ αυτό ακριβώς ο άγγελος εμφανιζόμενος στη Παρθένο της απευθύνει το: «Χαίρε κεχαριτωμένη. Ο Κύριος είναι μαζί σου, είσαι ευλογημένη ανάμεσα στις γυναίκες». Η Παρθένος φοβήθηκε μήπως ο άγγελος είναι κάποιος απατηλός και δεν δέχτηκε χωρίς εξέταση τον χαιρετισμό. Ταράχθηκε και ρώτησε πώς είναι δυνατό να γίνει αυτό. Ο αρχάγγελος αμέσως της διέλυσε τον Θεοφιλή φόβο λέγοντας της : «Μη φοβάσαι Μαρία γιατί πέτυχες τη χάρη του Θεού».
Η Παρθένος ρώτησε όχι από απιστία αλλά επειδή ζητούσε να μάθει πώς ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί αυτό το θαύμα, γι’αυτό ακριβώς μετά την εξήγηση του αρχαγγέλου εκείνη τρέχει προς τον Θεό και απευθύνεται προς αυτόν. Λέγει λοιπόν στον αρχάγγελο: «αν όπως λες έρθει σ’εμένα το Άγιο Πνεύμα για να με καθαρίσει περισσότερο και να με δυναμώσει να δεχτώ το σωτήριο έμβρυο, αν με επισκιάσει η δύναμη του Υψίστου που θα μορφώσει μέσα μου ως άνθρωπο αυτόν που είναι Θεός και Βασιλεύς αιώνιος, πιστεύω ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο για τον Θεό. Λοιπόν, ιδού εγώ η δούλη του Κυρίου ας γίνει σύμφωνα με το λόγο σου». Τότε έφυγε από εκεί ο άγγελος αφού άφησε στην γαστέρα της τον Δημιουργό του κόσμου ενωμένο με την Παρθένο.
Μετά από αυτό το γεγονός η Παναγία είναι το μοναδικό μεθόριο μεταξύ κτιστής και άκτιστης φύσεως είναι η χώρα του αχωρήτου. Αυτήν θα υμνήσουν στο μέλλον μετά το Θεό όλοι οι πιστοί. Αυτή είναι η αιτία κάθε καλού και η προστάτης και πρόξενος των αιωνίων αγαθών, είναι η αρχή των αποστόλων και το εδραίωμα των μαρτύρων, είναι η δόξα της γης και η τερπνότητα των ουρανίων, είναι το στολίδι όλης της κτίσεως. Από αυτήν ας αποκτήσουμε ελπίδα και εμείς και με τις δικές της αδιάκοπες προσευχές για όλους μας ας έρθει η δόξα και η χαρά εκείνου που γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από τους αιώνες και σαρκώθηκε από την Παναγία μας. Στον Ιησού Χριστό ανήκει κάθε δόξα και τιμή και προσκύνηση στους αιώνες τον αιώνων.
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
Ομιλία του Άγιου Γρηγορίου του Παλαμά για την θεραπεία του Παραλυτικού της Καπερναούμ.
1. Σήμερα θα ειπώ προς την αγάπη σας ως
προοίμιο τα ίδια τα δεσποτικά λόγια, μάλλον δε την πεμπτουσία του
ευαγγελικού κηρύγματος· «μετανοείτε, διότι ήγγισε η βασιλεία των
ουρανών» (Ματθ. 3, 21).
Και δεν ήγγισε μόνο, αλλά και είναι μέσα
μας· διότι, είπε πάλι ο Κύριος, «η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα μας»
(Λουκ. 17, 21).
2. Επειδή λοιπόν η βασιλεία του Θεού και ήγγισε και μέσα μας είναι και σε λίγον καιρό φθάνει, ας καταστήσωμε τους εαυτούς μας με τα έργα της μετανοίας αξίους αυτής. Ας βιάσωμε τους εαυτούς μας ανακόπτοντας τις πονηρές προλήψεις και συνήθειες· διότι η βασιλεία των ουρανών είναι βιαστή και οι βιασταί την αρπάζουν.
Ας ζηλεύσωμε την υπομονή, την ταπείνωσι και την πίστι των θεοφόρων πατέρων μας· διότι λέγει, «εξετάζοντας τα αποτελέσματα της διαγωγής τούτων, να μιμήσθε την πίστι τους» (Εβρ. 13, 7). Ας νεκρώσωμε τα μέλη μας τα επίγεια, πορνεία, ακαθαρσία, κάθε κακό πάθος, και την πλεονεξία, και μάλιστα κατά την διάρκεια των ιερών τούτων ημερών της νηστείας.
Γι' αυτό ακριβώς η χάρις του Πνεύματος κατά σειρά, πρώτα μας εδίδαξε περί της μελλούσης φρικωδεστάτης κρίσεως του Θεού, έπειτα μας υπενθύμισε περί της εξορίας του Αδάμ και μετά από αυτό μας υπέδειξε την ασφαλέστατη πίστι, έτσι ώστε με το φόβο της πρώτης και με τον θρήνο της δευτέρας να τηρούμε με βεβαιότητα την πίστι, να συμμαζεύωμε τους εαυτούς μας, να μη παραδιδώμαστε στην ακράτεια, να μη ανοίγωμε θύρα και προσφέρωμε χώρο δια της άπιστης και άπληστης κοιλίας σε όλα τα πάθη και φθάνωμε στην ευρύχωρη και πλατειά οδό, καταστρεφόμενοι μ' ευχαρίστησι κατά κάποιον τρόπο· αλλά, αφού αγαπήσωμε την στενή και θλιμμένη οδό που οδηγεί στην αιώνια ζωή, της οποίας αρχή και πρώτο στάδιο είναι η νηστεία, να διανύσωμε αυτήν την τεσσαρακοστή των νηστησίμων ημερών με ευρωστία.
3. Πραγματικά εάν, όπως για κάθε πράγμα υπάρχει ο κατάλληλος καιρός, κατά τον Σολομώντα (Εκκλ. 3, 1) και για όλα υπάρχει ο χρόνος, έτσι και για την εκτέλεσι της αρετής πρέπει κανείς να ζητήση τον κατάλληλο καιρό, αυτός εδώ είναι καιρός, αυτή η τεσσαρακοστή των ημερών.
Εάν δε και όλος ο βίος των ανθρώπων είναι επιτήδειος για την κατάκτησι της σωτηρίας, πολύ περισσότερο είναι ο καιρός αυτός της νηστείας· καθ' όσον και ο αρχηγός και χορηγός της σωτηρίας μας Χριστός έκαμε την αρχή από νηστεία, και στο στάδιό της κατεπάλαισε και κατεντρόπιασε τον δημιουργό των παθών Διάβολο, που του επετέθηκε παντοιοτρόπως.
Όπως πραγματικά η ακρασία της κοιλιάς που αναιρεί τις αρετές είναι γεννήτρια της εμπαθείας, έτσι και η εγκράτεια, που αναιρεί τους από την ακρασία μολυσμούς, είναι γεννήτρια της απαθείας. Εάν δε η ακρασία προξενεί και προξένησε τα πάθη που δεν υπήρχαν σ' εμάς, πώς, όταν υπάρχουν, δεν θα τα αυξήση και στηρίξη, όπως η νηστεία θα τα μειώση και θα τα αφανίση;
Είναι δε συζυγικαί μεταξύ τους η νηστεία και η εγκράτεια, έστω και αν για τους συνετούς ερευνητάς πότε πλεονεκτή η μία και πότε η άλλη.
4. Ας μη τις διαζεύξωμε λοιπόν κι' εμείς τώρα, αλλά κατά την διάρκεια των πέντε ημερών της εβδομάδος ας τηρούμε περισσότερο τη νηστεία, ενώ κατά το Σάββατο και την Κυριακή ας προσέχωμε μάλλον στην εγκράτεια παρά στην νηστεία, για να ακούωμε με σύνεσι τα ευαγγελικά λόγια, τα οποία θα μας αναγγείλουν σήμερα την θαυμαστή ίασι του παραλύτου που πραγματοποιήθηκε από τον Κύριο όχι στα Ιεροσόλυμα, αλλά στην Καπερναούμ (Μαρκ. 2, 1-12, Ματθ. 9, 1-8, Λουκ. 5, 17-26).
Τον καιρό εκείνο, λέγει ο θεηγόρος Μάρκος, «εισήλθε πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ για ημέρες» (Μάρκ. 2, 1). Αυτήν δε την Καπερναούμ ονομάζει ιδιαιτέρα πόλι του Κυρίου ο Ματθαίος. Διότι ιστορώντας και αυτός τα σχετικά με τον παράλυτο τούτον, λέγει, «ήλθε ο Ιησούς στη δική του πόλι» (Ματθ. 4, 12).
Πραγματικά, αφού εβαπτίσθηκε στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη και το Πνεύμα επέταξε επάνω σ' αυτόν, εξάγεται στην έρημο από το Πνεύμα για δοκιμασία και μετά την νίκη του κατά του πειρασμού επανήλθε και περιερχόταν τα πλησιόχωρα του Ιορδάνη διδάσκοντας και μαρτυρούμενος με πολλούς τρόπους από τον Βαπτιστή, μέχρις ότου ο Ιωάννης εφυλακίσθηκε από τον Ηρώδη.
Τότε δε, όπως λέγει ο Ματθαίος, «ανεχώρησε στην Γαλιλαία και εγκαταλείποντας την Ναζαρέτ, ήλθε και κατοίκησε στην παραθαλάσσια Καπερναούμ» (Ματθ. 4, 12).
5. Εξερχόταν λοιπόν από αυτήν στις ερήμους χάριν προσευχής και στις κωμοπόλεις των γειτόνων για να κηρύττη και πάλι επανερχόταν σ' αυτήν. Γι' αυτό ο μεν ευαγγελιστής Ματθαίος την ωνόμασε ιδιαιτέρα πόλι του, ο δε Μάρκος λέγει ότι εισήλθε πάλι στην Καπερναούμ για ημέρες.
«Και άκουσαν ότι είναι σ' ένα οίκο και αμέσως συναθροίσθηκαν πολλοί, ώστε να μη χωρούν άλλους ούτε τα σημεία γύρω από τη θύρα»· διότι, αφού τον περισσότερο χρόνο έμενε εκεί, αναγνωρίσθηκε καλύτερα δια των πολλών και μεγάλων θαυμάτων και λόγων, γι' αυτό και εποθείτο υπερβολικά. Καθώς ήκουσαν λοιπόν ότι είναι πάλι κοντά, συνέρρευσαν πολυπληθείς· όπως δε λέγει ο Λουκάς είχαν συνέλθει και από κάθε πόλι, μεταξύ δε των συνελθόντων ήσαν Γραμματείς και Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι· και απηύθυνε προς αυτούς τον λόγο.
Τούτο δε ήταν το κυριώτερο έργο του, όπως και προκαταβολικώς εδήλωσε με τα λόγια· «εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού» (Λουκ. 8, 5), δηλαδή τον λόγο της διδασκαλίας, και «ήλθα να καλέσω τους αμαρτωλούς σε μετάνοια» (Ματθ. 9, 13), η δε κλήσις γίνεται με τον διδακτικό λόγο. Τούτο ήθελε να δήλωση και ο Παύλος όταν έλεγε, «η πίστις γεννάται από την ακοή, η δε ακοή δια του λόγου του Θεού» (Ρωμ. 10, 17).
6. Απηύθυνε λοιπόν ο Κύριος σ' όλους γενικώς και χωρίς φθόνο τον λόγο της μετανοίας, το ευαγγέλιο της σωτηρίας, τα λόγια της αιώνιας ζωής. Και όλοι μεν ήκουαν, αλλά δεν υπήκουαν όλοι· διότι φιλήκοοι μεν και φιλοθεάμονες είμαστε όλοι, φιλάρετοι δε δεν είμαστε όλοι.
Πραγματικά είμαστε καμωμένοι να ποθούμε πλην των άλλων να γνωρίζωμε και τα σχετικά με την σωτηρία, γι' αυτό οι περισσότεροι όχι μόνο ακούουν ευχαρίστως την ιερά διδασκαλία, αλλά και διερευνούν τους λόγους, εξετάζοντάς τους κατά την άποψί του ο καθένας σύμφωνα με την άγνοια ή σύνεσι που τον κατέχει.
Για να φέρωμε όμως τους λόγους σε έργο ή και να καρπωνώμαστε από αυτούς ωφέλιμη πίστι, χρειάζεται ευγνωμοσύνη και αγαθή προαίρεσις, η οποία δεν ευρίσκεται εύκολα, και μάλιστα ανάμεσα σ' αυτούς που δικαιώνουν εαυτούς και είναι κατά τους εαυτούς των ειδήμονες, όπως ακριβώς ήσαν οι Γραμματείς και Φαρισαίοι μεταξύ των Ιουδαίων.
7. Γι' αυτό και τότε, μένοντας στον οίκο εκείνο, ήκουσαν το λόγο κι' έβλεπαν τα τελούμενα θαύματα, εβλασφημούσαν όμως περισσότερο παρά επαινούσαν τον δια των έργων και λόγων ευεργέτην.
Πραγματικά, όταν ο Κύριος εδίδασκε και όλοι ή οι περισσότεροι εδέχονταν με ανοικτά αυτιά τους λόγους της χάριτος που εκπορεύονταν από το στόμα του, λέγει, «έρχονται κάποιοι προς αυτόν, που έφεραν ένα παραλυτικό και τον εσήκωναν τέσσερις, οι οποίοι μη μπορώντας να τον πλησιάσουν εξ αιτίας του πλήθους εξεσκέπασαν την στέγη της οικίας όπου ήταν ο Κύριος και ανοίγοντας τρύπα κατέβασαν το κρεββάτι στο οποίο εκοιτόταν ο παραλυτικός». Είναι δυνατό να νομισθή ότι η πράξις όλη είναι αποτέλεσμα της πίστεως των συνοδών και ότι ο Κύριος έδωσε στη συνέχεια την ίασι διότι εξετίμησε την πίστι τους· αλλ' εγώ νομίζω ότι τούτο δεν είναι αληθινό.
Εάν πραγματικά ο Κύριος, θεραπεύοντας το αγόρι του αρχισυναγώγου, δεν εζήτησε την πίστι από αυτό, όπως ούτε από την θυγατέρα της Χαναναίας ή του Ιαείρου, αρκούμενος στην πίστι αυτών που προσήλθαν υπέρ αυτών, αλλ' από αυτούς η μεν θυγατέρα του Ιαείρου ήταν αποθαμένη, η της Χαναναίας ήταν ψυχοπαθής, το δε αγόρι ούτε καν ήταν παρόν· ο παράλυτος αυτός όμως ήταν παρών και κύριος του λογικού του, αν και ήταν παράλυτος στο σώμα.
Γι' αυτό νομίζω ότι μάλλον από την ελπίδα και πίστι του παραλυτικού εδέχθηκαν την πίστι στον Κύριο και οι συνοδοί του κι' ενθαρρύνθηκαν να προσέλθουν σ' αυτόν. Πειθόμενοι στον παραλυτικό τούτον τον μετέφεραν και τον ανέβασαν επάνω στη στέγη και τον κατέβασαν από εκεί εμπρός στον Κύριο.
Βέβαια εκείνοι δεν θα ενεργούσαν έτσι χωρίς τη θέλησι αυτού και η επίτασις της παραλύσεως προφανώς δεν είχε διαλύσει το λογικό αλλά μάλλον τα εμπόδια και προσκόμματα στην πίστι.
8. Ο έρως της ανθρωπίνης δόξης απεμάκρυνε τους Φαρισαίους από την πίστι προς τον Κύριο· γι' αυτό έλεγε προς αυτούς, «πώς μπορείτε να πιστεύετε σ' έμενα, δεχόμενοι δόξα από ανθρώπους και μη ζητώντας τη δόξα από τον μόνο Θεό;» (Ιω. 5, 44).
Αλλους πάλι τους εμπόδισαν από την προσέλευσι αγροί και γάμοι και φροντίδες βιωτικών έργων, πράγματα που η πάρεσις του σώματος τα παρέλυσε όλα και τα εξέβαλε από τους λογισμούς του παραλύτου.
Και γι' αυτό στους αμαρτωλούς η νόσος είναι μερικές φορές ανώτερη της υγείας, διότι συνεργεί στη σωτηρία τους, και τις μεν έμφυτες ορμές προς την κακία αμβλύνοντας, το δε χρέος των σφαλμάτων εξοφλώντας κατά κάποιον τρόπο δια της κακώσεως, τους καθίστα δεκτικούς πρώτα της ψυχικής θεραπείας, έπειτα και της θεραπείας του σώματος, και μάλιστα όταν ο ασθενής, κατανοώντας ότι το κτύπημα είναι θεραπεία από τον Θεό, το βαστάζει γενναίως, προσπίπτει με πίστι στον Θεό και επικαλείται τον ιλασμό δια των έργων με όση δύναμι έχει.
Τούτο υπέδειξε κατά την δύναμί του και ο παράλυτος και παρέστησε ο Κύριος με τα λόγια και τα έργα του, αν και οι Φαρισαίοι, μη μπορώντας να το συλλάβουν, εβλασφημούσαν κι' εγόγγυζαν «αφού είδε», λέγει, «ο Ιησούς την πίστι τους, δηλαδή του κλινήρους που κατεβαζόταν και αυτών που τον κατέβαζαν από τη στέγη, λέγει στον παραλυτικό, τέκνο, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου».
9. Τι μακαρία ονομασία. Ακούει το όνομα «τέκνο» και υιοποιείται από τον ουράνιο Πατέρα και προσκολλάται στον αναμάρτητο Θεό, γενόμενος και αυτός αμέσως αναμάρτητος δια της αφέσεως των αμαρτιών· για ν' ακολουθήση η ανακαίνισις του σώματος, λαμβάνει πρωτύτερα την ψυχή ανωτέρα της αμαρτίας από τον γνωρίζοντα ότι, αφού πρώτα υπέπεσε η ψυχή στους βρόχους της αμαρτίας, επηκολούθησαν κατά τη δικαία κρίσι του οι νόσοι του σώματος και ο θάνατος.
10. Αλλ' οι Γραμματείς, όταν άκουσαν αυτά, «διαλογίζονταν», λέγει, μέσα τους, γιατί λαλεί αυτός βλάσφημα; ποιός μπορεί να αφήση αμαρτίες, εκτός ενός, του Θεού;
Ο δε Κύριος, γνωρίζοντας ως ποιητής καρδιών και τους αφανείς λογισμούς των καρδιών των Γραμματέων, λέγει προς αυτούς· «τί διαλογίζεσθε αυτά τα πράγματα στις καρδιές σας; τί είναι ευκολώτερο, να ειπώ στον παραλυτικό, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να του ειπώ, σήκω, πάρε το κρεββάτι σου και περιπάτει;».
Επειδή κατά τους Γραμματείς ο Κύριος αδυνατούσε να θεραπεύση τον παράλυτο, κατέφυγε προς το αφανές μέρος, την άφεσι των αμαρτημάτων, που και μόνο να την ειπής με τον λόγο, και μάλιστα τόσο αυθεντικώς και προστακτικώς, είναι μεν βλάσφημο, αλλά εύκολο και στου καθενός το χέρι.
Γι’ αυτό λέγει προς αυτούς ο Κύριος, εάν ήθελα να εκφέρω κενούς λόγους, που δεν έχουν αποτέλεσμα σε πράξεις, θα ήταν εξ ίσου εύκολο να ειπώ χωρίς πρακτικό αντίκρυσμα και την έγερσι του παραλυτικού και την άφεσι των αμαρτιών.
Για να μάθετε όμως ότι ο λόγος μου δεν είναι ανενεργός, και ότι δεν κατέφυγα στην άφεσι της αμαρτίας επειδή τάχα αδυνατώ να προσφέρω την θεραπεία της νόσου, αλλ' έχω εξουσία θεϊκή επί της γης, ως Υιός ομοούσιος με τον ουράνιο Πατέρα, αν και έγινα ομοούσιος με σας τους αχαρίστους κατά σάρκα - τότε λέγει στον παραλυτικό-, «σου λέγω, σήκω, πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου· και αμέσως εσηκώθηκε και παίρνοντας το κρεββάτι του εξήλθε εμπρός στα μάτια όλων».
11. Είναι αντίθετα προς τους διαλογισμούς των Γραμματέων και ο λόγος και το θαύμα τούτο, σε μερικά όμως σημεία και συμφωνούν. Πραγματικά το ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί αφ' εαυτού να συγχωρήση αμαρτίες, το αποδεικνύουν αληθινό, εκείνο όμως των Φαρισαίων, το ότι ο Χριστός είναι ψιλός άνθρωπος αλλ' όχι Θεός παντοδύναμος, το αποδεικνύουν ψευδές και ασύνετο· διότι αυτό, που δεν είδε ποτέ κανείς ούτε άκουσε, εφανερώθηκε τώρα, ο ίδιος Θεός και άνθρωπος, που έχει διπλή φύσι και ενέργεια· ελάλησε κατά τον τρόπο μας ως άνθρωπος, έκαμε όσα θέλει με μόνο τον λόγο του και το πρόσταγμά του ως Θεός και επιβεβαίωσε με τα έργα ότι και στην αρχή, κατά το ψαλμικό, αυτός τα πάντα «είπε και έγιναν, διέταξε και εκτίσθηκαν» (Ψαλ. 32, 9).
Γι' αυτό και τώρα στο λόγο του αμέσως επακολούθησε το έργο. Πραγματικά αμέσως εσηκώθηκε ο παραλυτικός «και αφού πήρε το κρεββάτι του εξήλθε εμπρός στα μάτια όλων, ώστε να θαυμάζουν όλοι».
Η μεν άφεσις των πταισμάτων με τον λόγο ενεργείται και από τους ανθρώπους, αν κάμη κάποιος πταίσμα σε βάρος τους, ασθένεια δε, και μάλιστα τόσο σοβαρή, να φυγαδευθή με πρόσταγμα και λόγο μόνο είναι στην εξουσία μόνο του Θεού.
Γι' αυτό και ο ευαγγελιστής επισημαίνει ότι εθαύμασαν όλοι όσοι είδαν και εδόξασαν τον Θεό, δηλαδή ασφαλώς τον ίδιο τον εκτελεστή του παραδόξου τούτου έργου, μάλλον δε αυτόν που πράττει ένδοξα και εξαίσια έργα, των οποίων δεν υπάρχει αριθμός· «έλεγαν, ότι ποτέ έως τώρα δεν είδαμε τέτοια πράγματα».
12. Αλλ' εκείνοι μεν αποδίδοντας την δοξολογία με λόγια και παρουσιάζοντας το θαύμα μεγαλύτερο από τα προηγούμενα έλεγαν αυτά, ποτέ δεν είδαμε έως τώρα τέτοια πράγματα, εμείς όμως που δεν μπορούμε να λέγωμε τώρα τούτο (διότι είδαμε πολλά και πολύ μεγαλύτερα από αυτό θαύματα που ετελέσθηκαν όχι μόνο από τον Χριστό, αλλά και από τους μαθητάς του και τους διαδόχους των στη συνέχεια με μόνη την επίκλησι του ονόματος του Χριστού)· εμείς λοιπόν, αδελφοί, ας τον δοξάσωμε με έργα τώρα, λαμβάνοντας και το θαύμα τούτο αναγωγικώς ως υπόδειγμα προς την αρετή.
Διότι ο καθένας από τους προσκολλημένους στις ηδονές είναι παράλυτος στην ψυχή, κατακείμενος επάνω στην κλίνη της ηδυπαθείας και της φαινομενικής σαρκικής ανέσεως επάνω σ' αυτήν· αλλ' όταν πειθόμενος στις ευαγγελικές παραινέσεις με την εξομολόγησι κατανικά τις αμαρτίες του και την από αυτές προκληθείσα παράλυσι της ψυχής του, φέρεται προς τον Κύριο από τις εξής τέσσερις δυνάμεις· την αυτοκριτική, την εξομολόγησι των προηγουμένων αμαρτιών, την υπόσχεσι αποχής από τα κακά στο μέλλον και την δέησι προς τον Θεό.
Αλλ' αυτά δεν μπορούν να φέρουν κοντά στο Θεό, αν δεν ξεσκεπάσουν την οροφή, ρίπτοντας κάτω τα κεραμίδια και το χώμα και τα άλλα υλικά. Όροφος δε είναι σ' εμάς το λογιστικό της ψυχής, εφ' όσον ευρίσκεται επάνω από όλα όσα είναι σ' εμάς· έχει δε τούτο πολύ υλικό ευρισκόμενο επάνω του, την σχέσι προς τα πάθη και τα γήινα.
Όταν λοιπόν αυτή η σχέσις λυθή και αποτιναχθή από τα τέσσερα προλεχθέντα, τότε πραγματικά μπορούμε να κατεβασθούμε, δηλαδή να ταπεινωθούμε αληθινά και να προσπέσωμε και να προσεγγίσωμε τον Κύριο, να ζητήσωμε και να λάβωμε από αυτόν την θεραπεία.
13. Πότε δε γίνονται αυτά τα έργα της μετανοίας; Γίνονται όταν ήλθε ο Ιησούς στην πόλι του, δηλαδή μετά την σαρκική επιδημία του στον κόσμο, ο οποίος είναι δικός του αφού εκτίσθηκε από αυτόν, όπως λέγει περί αυτού και ο ευαγγελιστής, ότι «ήλθε στα δικά του, αλλά οι δικοί του δεν τον υποδέχθηκαν σ' εκείνους δε που τον υποδέχθηκαν έδωσε εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού, σ' αυτούς που πιστεύουν στο όνομά του» (Ιω. 1, 11).
Γι' αυτό και ο παραλυτικός νους, όταν προσκύνησε με τόση πίστι, ακούει αμέσως από αυτόν το όνομα «τέκνο» και λαμβάνει την άφεσι και την θεραπεία· και όχι μόνο αυτά αλλά προσλαμβάνει και δύναμι να σηκώνη και μεταφέρη το κρεββάτι στο οποίο ήταν ξαπλωμένος.
Ως κρεββάτι δε να εννοήσης το σώμα στο οποίο είναι προσδεδεμένος και δια του οποίου επιδίδεται στα έργα της αμαρτίας ο νους που ακολουθεί τις σαρκικές ορέξεις.
14. Μετά τη θεραπεία όμως ο νους μας άγει και φέρει το σώμα σαν υποχείριο και δι' αυτού επιδεικνύει τους καρπούς και τα έργα της μετανοίας· ώστε όσοι βλέπουν, να δοξάσουν τον Θεό, βλέποντας σήμερα ευαγγελιστή τον χθεσινό τελώνη, απόστολο τον διώκτη, θεολόγο τον ληστή, υιόν του ουρανίου Πατρός τον προηγουμένως ζώντα με τους χοίρους, εάν δε θέλης, και σχεδιάζοντα μέσα του αναβάσεις και πορευόμενο από δόξα σε δόξα με την καθημερινή προκοπή προς το ανώτερο.
Γι' αυτό και ο Κύριος λέγει προς τους ιδικούς του, «έτσι ας λάμψη το φως σας εμπρός στους ανθρώπους, για να ιδούν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον επουράνιο Πατέρα σας» (Ματθ. 5, 16). Λέγει δε τούτο, για να παραγγείλη όχι να επιδεικνύωνται, αλλά να πολιτεύωνται θεοφιλώς.
Όπως δε το φως ελκύει ανέτως τους οφθαλμούς των ορώντων, έτσι και η θεοφιλής διαγωγή μαζί με τους οφθαλμούς προσελκύει και τη διάνοια.
Και όπως πάλι στην περίπτωσι του ηλιακού φωτός δεν επαινούμε τον αέρα που μετέχει της λαμπρότητος, αλλά τον ήλιο που έχει και παρέχει την αυγή της λαμπρότητος, και αν επαινέσωμε τον αέρα ως φωτεινό, πολύ περισσότερο πρέπει τον ήλιο· έτσι και με εκείνον που δια των έργων της αρετής επιδεικνύει την λαμπρότητα του ηλίου της δικαιοσύνης· διότι αυτός, μόλις ιδωθή, σύρει προς την δόξα του επάνω στους ουρανούς Πατρός του ηλίου της δικαιοσύνης Χριστού.
15. Και για να παραλείψω τώρα εγώ τις μεγαλύτερες αρετές θα αναφέρω τούτο· όταν μέσα στην ιερά εκκλησία παραστεκόμενος στον Θεό μαζί με σας στραφώ και ιδώ αυτούς που αναπέμπουν τους ύμνους και τις δεήσεις προς τον Θεό με σύνεσι και κατάνυξι ή κάποιον που στέκεται σιωπηλός και ακούει σύννους, ενθουσιάζομαι αμέσως και με μόνη τη θέα αυτή και γεμίζω αγαλλίασι και δοξάζω τον ουράνιο Πατέρα Χριστό, χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να πράξη κανείς κανένα καλό και δια του οποίου κατορθώνεται κάθε επίτευγμα των ανθρώπων.
16. Αλλά τί θα ειπούμε τώρα προς αυτούς που ούτε σιωπηλοί στέκονται ούτε συμψάλλουν, αλλά συναντούν αλλήλους και αναμιγνύουν τη λογική προς τον Θεό λατρεία μας με κοσμική συναναστροφή, ώστε ούτε αυτοί ακούουν τα ιερά και θεόπνευστα λόγια κι' εκείνους που θέλουν ν' ακούουν εμποδίζουν;
«Έως πότε, αγαπητοί, θα χωλαίνετε κι' από τα δύο πόδια», θα έλεγε ο θεσβίτης Ηλίας (Γ’ Βασ. 18, 21), θέλοντας να επιδίδεσθε συγχρόνως με την προσευχή και σε λόγους ακαίρους και γηίνους και μη κατορθώνοντας φυσικά κανένα από τα δύο, αλλά καταστρέφοντας το ένα με το άλλο, μάλλον δε φθείροντας αυτά δι' αλλήλων;
Έως πότε κι' εδώ δεν θ' αποφύγετε τα λόγια της ματαιότητος, αλλά θα κάμετε τον οίκο της προσευχής οίκο εμπορείας ή λόγον εμπαθείας, οίκο στον οποίο λέγονται και ακούονται λόγια αιώνιας ζωής, αλλά από εμάς καθώς ζητούμε από τον Θεό με ακαταίσχυντη ελπίδα την αιώνια ζωή, αλλά δε από τον Θεό καθώς την προσφέρει σ' αυτούς που την ζητούν με όλη την ψυχή και τη διάνοια, αλλ' όχι σ' αυτούς που δεν στρέφουν ούτε καν όλη τη γλώσσα προς την αίτησι;
17. Τώρα, αδελφοί, η θυσία μας προς τον Θεό δεν τελείται με φωτιά, όπως επί του Μωυσέως, αλλά δια λόγου. Τότε λοιπόν, όταν ο Θεός εδεχόταν την θυσία φερομένην προς τα άνω με πυρ, οι μαζί με τον Κορέ επαναστάτες, επειδή προσέφεραν ξένο απ’ έξω πυρ, κατεκάησαν από το ιερό πυρ που ώρμησε προς αυτούς αυτομάτως (Αρ. 16, 34).
Ας φοβηθούμε λοιπόν κι' εμείς μήπως, φέροντας απ' έξω ξένους λόγους στο λογικό τούτο θυσιαστήριο του Θεού, στην Εκκλησία δηλαδή, κατακριθούμε τελεσιδίκως από τους θείους λόγους που είναι σ' αυτήν, καθιστώντας έτσι τους εαυτούς μας αξίους της απαισίας φωνής και καταδίκης.
Ναι, ας φοβηθούμε, παρακαλώ, και όσο είμαστε εδώ να προσφέρωμε την ικεσία παριστάμενοι στον Θεό με φόβο· όταν δε εξέλθωμε από εδώ, θα επιδείξωμε την από εδώ μεταβολή των τρόπων προς το καλύτερο, μη γοητευόμενοι από κέρδη, και μάλιστα άδικα, αποφεύγοντας όρκους και μάλιστα τους ψευδείς, απέχοντας αισχρών λόγων, πολύ δε περισσότερο των σχετικών με αυτά πράξεων, της καταλαλιάς, του δόλου, της μεγαλαυχίας, διαπαιδαγωγώντας και κινώντας με θεόφρονα νου κάθε μέλος και αίσθησι, και φέροντας το σώμα και αναβιβάζοντάς το με λόγο και θείο φόβο, αλλά μη καταβιβαζόμενοι και κατεχόμενοι από το σώμα προς τις χαμερπείς και βδελυρές ορέξεις· διότι εμάθαμε από τον Παύλο κι' εγνωρίσαμε ότι, αν μεν ζούμε σαρκικώς, πρόκειται ν' αποθάνωμε, αν δε θανατώνωμε με το πνεύμα τις πράξεις του σώματος, θα ζήσωμε αιωνίως (Ρωμ. 8, 13).
18. Και τώρα ας κινήσωμε όλους όσοι μας βλέπουν σε δοξολόγησι του Θεού, αφού γνωρίσουν καλά ότι ο οίκος αυτός φέρει μέσα του τον Χριστό, που σφίγγει τους παραλύτους κατά την ψυχή και παραγγέλλει να σηκώνουν και ανεβάζουν προς αυτόν με πνευματικό και θεοφιλή λογισμό τις σωματικές αισθήσεις και αντιλήψεις, αλλά να μη φέρωνται και καταρρίπτωνται από αυτές ασυνέτως· και έτσι να υπάγουν στον πραγματικά δικό μας οίκο, δηλαδή στον ουρανό και στον υπερουράνιο χώρο, όπου ευρίσκεται τώρα ο Χριστός, ο κληρονόμος και κληροδότης μας.
19. Σ' αυτόν πρέπει δόξα, δύναμις, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.
ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
Εκείνη την προγονική κατάρα και καταδίκη προ Χριστού την είχαμε όλοι κοινή και ίδια, εκχυμένη σε όλους από έναν προπάτορα, σαν να αναπτυσσόταν από τη ρίζα του γένους και να ήταν συνημμένη με τη φύση. Ο καθένας επέσυρε από τον Θεό στην υπόσταση του με όσα έπραττε προσωπικώς ή την μομφή ή τον έπαινο, ενώ δεν μπορούσε να κάμει τίποτε απέναντι σ’ εκείνη την κοινή κατάρα και καταδίκη και απέναντι στον πονηρό κλήρο που κατεβαίνει από επάνω σ’ αυτόν και δι’ αυτού στους απογόνους του.
Άλλ’ ήλθε ο Χριστός ελευθερωτής της φύσεως, που μετέβαλε την κοινή κατάρα σε κοινή ευλογία˙ αφού ανέλαβε την ένοχη φύση μας από την ακήρατη Παρθένο και την ένωσε στην υπόσταση του, νέαν, χωρίς να έχει μετάσχει σε παλαιό σπέρμα, την κατέστησε αθώα και δικαιωμένη, ώστε και οι γεννώμενοι από αυτόν έπειτα κατά πνεύμα να μένουν όλοι έξω από την προγονική εκείνη κατάρα και καταδίκη. Τί λοιπόν; Δεν μεταδίδει τη χάρι του σε καθεμιά από τις υποστάσεις μας και δεν λαμβάνει ο καθένας μας άφεση των πλημμελημάτων του από αυτόν, επειδή αυτός δεν ανέλαβε υπόσταση από εμάς, αλλά την φύση μας, την οποία ανανέωσε ενωθείς με αυτήν κατά την ιδιαίτερη υπόσταση του; Πώς όμως θα ενεργούσε έτσι, αυτός που θέλει να σωθούν όλοι τελείως και κατήλθε κλίνοντας τους ουρανούς για χάρη όλων και, αφού δι΄ έργων και λόγων και παθημάτων του υπέδειξε κάθε δρόμο σωτηρίας, επανήλθε στους ουρανούς, ελκύοντας προς τα εκεί τους πιστούς τους; Επομένως για να παράσχει τελεία απολύτρωση όχι μόνο στη φύση την οποία έλαβε ο ίδιος από εμάς σε αδιάσπαστη ένωση, αλλά και στον καθένα από τους πιστεύοντας σ’ αυτόν; Τούτο λοιπόν έπραξε και δεν έπαυσε να πράττει, συνδιαλλάσσοντας τον καθένα μας δι’ εαυτού προς τον Πατέρα και επαναφέροντας τον καθένα στην υπακοή και θεραπεύοντας κάθε παρακοή.
Γι’ αυτό λοιπόν καθόρισε και θείο βάπτισμα κι’ έθεσε σωτήριους νόμους, εκήρυξε μετάνοια σε όλους και μετέδωσε δεν μεταδίδει τη χάρη του σε καθεμιά από τις υποστάσεις μας από το σώμα και αίμα του. Διότι δεν είναι γενικώς η φύσις αλλά η υπόστασις του καθενός από τους πιστεύοντας που δέχεται το βάπτισμα και πολιτεύεται κατά τις θείες εντολές και γίνεται μέτοχος του θεουργού άρτου και του ποτηρίου. Δια των μέσων τούτων βέβαια ο Χριστός μας εδικαίωσε υποστατικώς και μας επανέφερε στην υπακοή του ουρανίου Πατρός˙ την ίδια δε τη φύση που προσέλαβε από εμάς και ανανέωσε, την έδειξε αγιασμένη και δικαιωμένη και σε όλα υπήκοο στον Πατέρα, δι’ εκείνων που έπραξε και έπαθε αυτός κατ’ αυτήν ενωμένος με αυτήν υποστατικώς. Ανάμεσα σε αυτά είναι και η εορταζομένη σήμερα από εμάς ανάβασις ή αναβίβασίς του στον παλαιό εκείνο ναό προς καθαρισμό, η προϋπάντησις από τον θεόληπτο Συμεών και η ευχαριστία της Άννας, η οποία παρέμενε στον ναό όλη τη ζωή της (1).
Πραγματικά μετά την γέννηση του Σωτήρος από την Παρθένο και την κατά τον μωσαϊκό νόμο περιτομή την ογδόη ημέρα, όπως λέγει ο ευαγγελιστής Λουκάς, «όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμο του Μωϋσέως, τον ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα για να τον παρουσιάσουν στον Κύριο». Περιτέμνεται κατά τον νόμο, ανεβάζεται κατά το γεγραμμένο, προσφέρεται θυσία κατά τα λεγόμενα στον νόμο Κυρίου. Βλέπετε ότι ο ποιητής και δεσπότης του νόμου γίνεται καθ’ όλα υπήκοος στον νόμο; Επιτελώντας τί με αυτά; Καθιστώντας καθ’ όλα υπήκοο την φύση μας στον Πατέρα και θεραπεύοντας την κατ’ αυτήν παρακοή μας και μετατρέποντας την γι’ αυτήν κατάρα σ’ ευλογία. Όπως δηλαδή όλη η φύσις μας ήταν στον Αδάμ, έτσι και στον Χριστό˙ και όπως δια του από την γη Αδάμ όλοι όσοι ελάβαμε από εκείνον την ύπαρξή εστραφήκαμε προς την γη και καταρριφθήκαμε, φεύ, στον Άδη, έτσι δια του από τον ουρανό Αδάμ, κατά τον απόστολο, όλοι ανακληθήκαμε στον ουρανό και αξιωθήκαμε την εκεί δόξα και χάρη. Τώρα όμως αξιωθήκαμε μυστικώς, διότι, λέγει «η ζωή σας μαζί με τον Χριστό είναι στον Θεό όταν δε ο Χριστός φανερωθεί κατά την δευτέρα επιφάνεια και παρουσία, τότε και σεις όλοι θα φανερωθήτε σε δόξα» (2). Ποιοί «όλοι»; Όσοι υιοποιήθηκαν κατά τον Χριστό δια του Πνεύματος αποδείχθηκαν και δια των έργων πνευματικά τέκνα τούτου.
Όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού αυτών, τον ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα για να τον παρουσιάσουν στον Κύριο. Ποιών «αυτών»; Ο λόγος του νόμου είναι περί των γεννητόρων, καθώς επίσης και των γεννωμένων από την ένωση τους, που έχουν ανάγκη καθάρσεως. Διότι και ο ψαλμωδός λέγει «συνελήφθηκα σε ανομίες και η μητέρα μου μ’ εκυοφόρησε σε αμαρτίες» (3). Εδώ δε που δεν υπάρχουν γεννήτορες, αλλά ήταν μόνο μητέρα, και αυτή Παρθένος, που υπάρχει επίσης γέννησις παιδιού συλληφθέντος ασπόρως, οπωσδήποτε δεν υπήρχε χρεία καθαρισμού, άλλ’ ήταν έργο υπακοής και τούτο, που επανέφερε την παρακούσασα φύση και απήλειφε την ευθύνη εξ αιτίας της παρακοής. Όταν λοιπόν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού των, τον ανέβασαν για να τον παρουσιάσουν στον Κύριο, να τον αφιερώσουν, να καταστήσουν φανερό ότι είναι πρωτότοκος, όπως έχει γραφή στον νόμο του Κυρίου, ότι «κάθε αρσενικό παιδί που διανοίγει την μήτρα, θα αποκληθεί αφιερωμένο στον Κύριο» (4).
Και όμως αυτός είναι ο μόνος που διάνοιξε μήτρα, αφού εκυοφορήθηκε χωρίς γενετήσια ένωση με μόνο το προσφώνημα και το μήνυμα του Θεού, που εδέχθηκε στις ακοές της η Παρθένος δι’ αγγέλου˙ πώς λοιπόν ο νόμος λέγει «κάθε αρσενικό παιδί που διανοίγει μήτρα»; Όπως πολλοί λέγονται προφήτες και πολλοί χρισμένοι, καθώς λέγει ο Θεός δια του ψαλμωδού, «μη εγγίζετε τους χρισμένους μου και μη κακοποιήτε τους προφήτες μου» (5), ενώ ένας είναι ο Χριστός και ένας μόνο ο Προφήτης αυτός, έτσι λέγεται ότι και κάθε πρωτότοκο διανοίγει μήτρα, άλλ’ ο αληθώς διανοίξας είναι αυτός ο μόνος άγιος του Ισραήλ. Λέγει δε ότι τον ανέβασαν για να δώσουν θυσία κατά το λεγόμενο στον νόμο του Κυρίου, ένα ζεύγος τρυγονιών ή δύο νεοσσούς περιστεριών». Το μεν ζεύγος των τρυγονιών λοιπών, δηλώνοντας την σωφροσύνη των γονέων, είχε κάποια σχέση προς τους συνεζευγμένους κατά τον νόμο του γάμου, προεδήλωναν σαφώς την Παρθένο και τον γεννηθέντα από την Παρθένο αυτή που είναι έως το τέλος Παρθένος. Και πρόσεξε την ακρίβεια του νόμου. Πραγματικά για τα τρυγόνια είπε ζεύγος διότι υπαινίσσονται τους συνεζευγμένους σε γάμο, ενώ για τα περιστεράκια το απέφυγε τούτο˙ διότι άπειροι γάμου ήσαν και η μητέρα και ο υιός. Αλλά ο μεν νόμος, προμηνύοντας από παλαιά την παρθενική γέννηση, τέτοια χρησμοδοτεί και με τέτοια την προτυπώνει˙ τώρα δε που ωδηγήθηκε στον ναό ο ίδιος ο παραδόξως γεννηθείς, το άγιο Πνεύμα ετοίμασε άλλα τρυγόνια και άλλους νεοσσούς περιστεριών περισσότερο ταιριαστούς. Ποιούς λοιπόν; Τον Συμεών και την Άννα, τους οποίους είτε νεοσσούς περιστεριών τους πει κανείς, λόγω της τελείως νηπιακής διαθέσεως προς την κακία, είτε τρυγόνια για το άκρο ύψος της σωφροσύνης, σωστά θα πει.
Αλλά ο μεν Συμεών, για να διέλθωμε σύντομα τα ευαγγελικά λόγια, δίκαιος και ευλαβής και προεμπνευσμένος από άγιο Πνεύμα, ήλθε στον ναό κινημένος και τώρα από αυτό, προϋπάντησε και ασπάσθηκε τούτο το ουράνιο και επίγειο βρέφος, προφέροντας σ’ αυτό ως Θεόν τον ύμνο και την ικεσία, παρακαλώντας ν’ απαλλαγή ειρηνικά από το σώμα και διακηρύσσοντας σε όλους ότι αυτό είναι το σωτήριο φως, ισχυριζόμενος δε ότι τούτο έχει τεθή σε πτώση των απιστούντων και σε ανάσταση των πιστευόντων σ’ αυτό.
Έπειτα συνωμίλησε με την Παρθένο και Μητέρα του βρέφους, δεικνύοντας από την οδύνη για τον μελλοντικό σταυρό του παιδιού ότι θα φανερωθεί κατά φύση μητέρα του τώρα θεανθρώπου βρέφους και ό,τι αφού αποκαλύψει τους αμφιβόλους γι’ αυτό λογισμούς θα τους απαλείψει από τις καρδιές˙ διότι και ο Συμεών την γνήσια μητέρα του αμφιβόλου παιδιού (6) προσδιώρισε από την σχετική με το πάθος οδύνη και από την γι’ αυτό το πάθος σφοδρά λύπη και συμπάθεια.
Η δε προφήτις Άννα, χήρα του Φανουήλ ηλικίας ογδόντα τεσσάρων ετών, επιδιδομένη σε νηστείες και δεήσεις και μη απομακρυνομένη καθόλου από τον ναό, καταληφθείσα τότε περισσότερο από θείο Πνεύμα ευχαρίστησε τον Θεό και ευαγγελίσθηκε ότι θα έλθει η λύτρωσις σ’ όσους την προσδέχονται, δεικνύοντας ότι αυτή είναι το βρέφος τούτο. Τέτοια λογικά τρυγόνια προέπεμψε το άγιο Πνεύμα προς προϋπάντηση του Χριστού, καθώς ανέβαινε στον ναό και μας έδειξε οποίοι πρέπει να είναι οι δεχόμενοι μέσα τους τον Χριστό, και οποίοι και οποίες πρέπει να είναι αυτές που έχασαν τους άνδρες των και αυτοί που έχασαν τις συζύγους των. Διότι η Άννα αυτή ήταν χήρα του Φανουήλ αλλά και προφήτις. Πώς; Διότι, αφού άφησε τις κοσμικές και βιωτικές φροντίδες, δεν εγκατέλειψε τον ναό˙ διότι είχε άμωμο τον βίο διημερεύοντας και διανυκτερεύοντας με νηστείες και αγρυπνίες, με προσευχές και ψαλμωδίες. Γι’ αυτό και η γυναίκα αυτή τον Κύριο, που ελάτρευε με έργα, ευλόγως τον ανεγνώρισε όταν ήλθε, όπως λέγει προς αυτόν ο ψαλμωδός προφήτης, «θα ψάλω και θα προσέξω στην τελεία οδό, πότε θα έλθης προς εμένα» (7).
Τέτοιες και τέτοιοι πρέπει να είναι όσοι από τον γάμο δια της έντιμης χηρείας αποφασίζουν να προσέλθουν προς τον παρθενικό βίο ή στην συμβίωση. Εάν λοιπόν καταφρονήσεις τελείως την δευτέρα συζυγία ως χαμερπή, κράτησε σταθερά την πρόθεση σου, βάδιζε στα ίχνη των από την αρχή έως το τέλος αγάμων. Κάποτε είχε και ο Πέτρος πεθερά, αλλά δεν υστέρησε του παρθένου Ιωάννου, όταν έτρεξε προς το ζωαρχικό μνήμα˙ σε μερικά σημεία μάλιστα και υπερτέρησε, γι’ αυτό και από τον κοινό δεσπότη κατέστη κορυφαίος των κορυφαίων. Προς τόσο ύψος αναβιβάζει ο πόθος που μεταφέρεται από την σάρκα προς το πνεύμα.
Εσύ δε πρόσεχε, μη τυχόν από μεν την συζυγία απόσχείς ως πάνδημη, την δε αγαμία δεν επιτύχεις ως δυσέφικτη, οπότε θα εκτραπείς και χωρίς να το καταλάβεις θα καταπέσεις, διότι θ’ ακολουθείς όχι τα κατά νόμο ούτε τα υπέρ νόμο, αλλά τα παρά νόμο. Αν εμείς τους ευρισκομένους σε χηρεία, εφ’ όσον δεν σωφρονούν, τους θεωρούμε κατακρίτους, ενώ, και αν συνέλθουν νομίμως σε δεύτερο γάμο, δεν τους θεωρούμε εντελώς άμεμπτους (ο Παύλος έλεγε ότι αθέτησαν την πρώτη πίστη), πόσο μεγαλυτέρας καταδίκης άξιοι είναι εκείνοι που, ενώ συζούν με γυναίκες, δεν απέχουν της πορνείας; Πορνεία, η οποία επέφερε τον παγκόσμιο εκείνο κατακλυσμό σε αυτούς που ωνομάσθηκαν αρχικώς υιοί Θεού και προεκάλεσε τον από τον ουρανό εμπρησμό στους Σοδομίτες και έφερε στους Ισραηλίτες την ήττα από τους Μωαβίτες και τον πολυάνθρωπο εκείνο φόνο, τώρα δε, νομίζω, φέρει σ’ εμάς τις από τα αλλόφυλα έθνη ήττες και τις πολυειδείς από μέσα και έξω κακώσεις και συμφορές; Υιούς δε Θεού εκάλεσε η Γραφή πρώτους τους απογόνους του Ενώς, ο οποίος πρώτος ήλπισε ότι θα καλείται με το όνομα του Κυρίου (8).Ήταν δε αυτός υιός του Σήθ, του οποίου το γένος ήταν διαφορετικό από το καταραμένο γένος του Κάϊν και εζούσε σωφρόνως. Εξ αιτίας αυτών εστεκόταν ακόμη τότε ο κόσμος, έως ότου κατά το γεγραμμένο είδαν ότι οι θυγατέρες των ανθρώπων, δηλαδή οι κόρες από την γενεά του Κάϊν, ήσαν ωραίες και γοητευμένοι από την πορνική ομορφιά τους επήραν όσες εδιάλεξαν από όλες αυτές και έμαθαν τα έργα τους. Τότε αυξήθηκε η κακία επάνω στη γη, ήλθε ο κατακλυσμός και τους εξαφάνισε όλους˙ και αν τότε δεν ευρίσκονταν επάνω στη γη σώφρονες, ο Νώε και οι υιοί του Νώε (τούτο δε φανερώνεται από το γεγονός ότι ο καθένας ήταν σύζυγος μιας γυναικός με την οποία εισήλθε στην κιβωτό), δεν θα υπολειπόταν καμιά ρίζα και αρχή για τη γένεση δευτέρου κόσμου.
Βλέπετε ότι εξ αιτίας των πορνευόντων θα καταστρεφόταν παλαιά ο κόσμος αυτός, αν δεν διατηρείτο από τους σωφρονούντας; Αυτοί δε που δεν είναι άξιοι ούτε του παρόντος κόσμου, αφού τον μεταβάλλουν σε ακοσμία, πώς δεν θα εξωσθούν και από τον μέλλοντα αιώνα, παραδιδόμενοι στο πυρ της γεέννης, διότι δεν άνθεξαν στο πύρ των σαρκικών ηδονών, αν δεν σπεύσουν τώρα να το αποσβέσουν δια της μετανοίας και να ξεπλύνουν με τα δάκρυα τούς από αυτό γενομένους ήδη μολυσμούς; Ας μη αγνοούν δε και τούτο, ότι αν δεν σπεύσουν ν’ αντισταθούν στο πάθος δια της μετανοίας, με τον καιρό θα παραδοθούν σε χειρότερα παρά φύση πάθη, τα οποία είναι γεννήματα πορνικής επιθυμίας, ελκύει δε εδώ το πυρ της γεέννης, για να συναρπάσει από εδώ τους ακόλαστους σ’ αιώνια κόλαση.
Ποιός δεν γνωρίζει τους Σοδομίτες και την παρανομωτέρα από πορνεία έξαψη τους και την παραδοξοτέρα βροχή του πυρός επάνω σ’ αυτούς και την απώλεια; Πολλές φορές μάλιστα ολόκληρη πόλις υπέστη τις συνέπειες της διαγωγής ενός μόνο ασελγούς ανδρός, όπως συνέβηκε στην πόλι των Σικίμων, οι οποίοι αφανίσθηκαν τελείως από τα παιδιά του Ιακώβ, επειδή ο Συχέμ άρπαξε την θυγατέρα του Ιακώβ Δείνα (9). Αλλά για ν’ αφήσωμε τώρα τους προ του νόμου, ο ίδιος ο μωσαϊκός νόμος δεν παραγγέλλει να λιθοβολήται η νύφη, αν δεν ευρεθή παρθένος, η δε πορνευομένη κόρη ιερέως να καίεται στο πύρ; Δεν απαγορεύει δε να προσφέρεται στον ναό του Κυρίου ο μισθός πόρνης; Όταν δε οι Ισραηλίτες συνήλθαν πορνικώς με τις Μωαβίτιδες, έπεσαν με μάχαιρα σε μια ημέρα είκοσι τρεις χιλιάδες άνδρες. Γι’ αυτό και ο μέγας Παύλος μας λέγει˙ «μη πορνεύετε, όπως επόρνευσαν μερικοί από αυτούς και έπεσαν σε μια ημέρα είκοσι τρεις χιλιάδες» (10). Τέτοια είναι τα επιτίμια της πορνείας και προ του μωσαϊκού νόμου και στο νόμο και δια του νόμου. Τι πρέπει λοιπόν ν αισθανώμαστε εμείς που, ενώ έχομε διαταχθεί να σταυρώσωμε τη σάρκα μαζί με τις επιθυμίες, περιπίπτομε πάλι στα ίδια, εξ αιτίας των οποίων έρχεται η οργή του Θεού προς τους υιούς της απειθείας; Που, ενώ διαταχθήκαμε να νεκρώσωμε τα μέλη τα επί της γης, πορνεία, ακαθαρσία, πάθος κακό και την επιθυμία, δεν εφαρμόζομε την παραίνεση(11), δεν θα φοβηθούμε λοιπόν κάποτε, αν όχι τίποτε άλλο, τουλάχιστο τις θεομηνίες, τις από κάτω, τις από επάνω, τις περασμένες, τις μελλοντικές εκείνες και αιώνιες που μας απειλούν; Δεν θα σεβασθούμε την κατά σάρκα επιφάνεια του ηλίου της δικαιοσύνης Χριστού, ώστε να περιπατήσωμε προσεκτικά σαν σε ημέρα; Δεν θα φρίξωμε τις αποστολικές προειδοποιήσεις και αποφάσεις και παραινέσεις, που λέγουν, «δεν γνωρίζετε ότι είσθε ναοί Θεού και μέσα σας κατοικεί το Πνεύμα του Θεού; Όποιος φθείρει το ναό του Θεού, θα τον φθείρη ο Θεός» (12)˙ και πάλι, «φανερά είναι τα έργα της σαρκός, που είναι πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια και τα όμοια, για τα οποία προλέγω, όπως και ήδη προείπα, ότι όσοι πράττουν τέτοια δεν θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού» (13)˙ και πάλι, «τούτο να γνωρίζετε, ότι κάθε πόρνος ή ακάθαρτος ή πλεονέκτης, δηλαδή ειδωλολάτρης, δεν έχει κληρονομία στη βασιλεία του Χριστού και Θεού» (14)˙ και πάλι, «τούτο είναι το θέλημα του Θεού, ο αγιασμός μας, η αποχή από την πορνεία˙ διότι δεν μας εκάλεσε ο Θεός για ακαθαρσία, αλλά για αγιασμό˙ επομένως όποιος το αθετεί, δεν αθετεί άνθρωπο, αλλά τον Θεό που δίδει το άγιο Πνεύμα του σ’ εμάς» (15).
Ποιός θα μπορούσε να συλλέξη όλες τις παραγγελίες των Αποστόλων και των προφητών για το θέμα τούτο; Σ’ αυτούς ακριβώς που σωφρονούν και γι΄ αυτό ευρίσκονται ανάμεσα στα μέλη του Χριστού, τί παραγγέλλει ο απόστολος; «Σας έγραψα στην επιστολή, μη συναναστρέφεσθε πόρνους» (16) Πραγματικά επειδή εκείνοι δεν εντρέπονται οι ίδιοι, συμβουλεύει τους άλλους να τους αποφεύγουν και να τους εντροπιάζουν, λέγοντας προς αυτούς, «εάν κάποιος κατ’ όνομα αδελφός είναι πόρνος, με αυτόν˙ ούτε να συντρώγετε» (17). Βλέπεις ότι όποιος κυλίεται στην πορνεία είναι κοινό μόλυσμα της Εκκλησίας, και γι’ αυτό πρέπει όλοι να τον αποφεύγουν και να τον απομακρύνουν; Ο ίδιος δε ο Παύλος παρέδωσε στον Σατανά τον πορνεύοντα στην Κόρινθο και δεν συνέστησε προς αυτόν αγάπη ούτε τον προσέλαβε, έως ότου επέδειξε την μετάνοια ικανοποιητικώς.
Σώζε οπωσδήποτε την ψυχή σου από τα τόσα κακά, ώ άνθρωπε, των παρόντων και των μελλόντων, των τελευταίων διττών μάλιστα, και στον μέλλοντα και στον παρόντα αιώνα. Το γένος του Ησαύ ήταν απόβλητο, διότι εκείνος ήταν πόρνος και βέβηλος, και ο Ροβοάμ έχασε το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας, επειδή ο πατέρας του Σολομών, γυναικομανής περισσότερο από κάθε άλλον, επέθανε χωρίς να πάθει τούτο ο ίδιος λόγω του Δαβίδ, ο οποίος το προσαφθέν κάποτε σε βάρος του άγος εκαθάρισε με ροές δακρύων και με τα άλλα έργα της μετανοίας. Αποφεύγετε την πορνεία, αδελφοί, παραγγέλλει πάλι ο απόστολος (18). Αν την απέφευγε ο Σαμψών, δεν θα έπιπτε στα χέρια της Δαλιδάς, ώστε μαζί με τα μαλλιά του να χάση και την δύναμη του, δεν θα ετυφλωνόταν, δεν θα έχανε αδόξως τη ζωή του μαζί με τους αλλόφυλους. Αν την απέφευγαν οι οδηγούμενοι από τον Μωϋσή ως στρατηγό και νομοθέτη Ιουδαίοι δεν θα εθυσίαζαν στον Βεελφεγώρ, δεν θα έτρωγαν θυσίες, δεν θα έπιπταν όσο έπεσαν. Αν την απέφευγε ο Σολομών, δεν θ’ απομακρυνόταν από τον Θεό που τον κατέστησε βασιλέα και σοφό ούτε θα ανήγειρε ναούς και είδωλα.
Βλέπετε ότι το πάθος της πορνείας ωθεί τον άνθρωπο και προς ασέβεια; Ούτε το κάλλος της Σωσάννης, που εξαπάτησε στη Βαβυλώνα τους πρεσβυτέρους, θα εθριάμβευε έπειτα και θα συνεκάλυπτε τον λιθοβολισμό, αν αυτοί απέφευγαν από την αρχή το βδέλυγμα και δεν την παρατηρούσαν κάθε μέρα ακολάστως πρωτύτερα. Ούτε ο Ολοφέρνης θα εκοιτόταν με κομμένον τον λαιμό ο άθλιος, αν προηγουμένως, όπως έχει γραφή, δεν είλκυε τον οφθαλμό του το σανδάλιο της Ιουδίθ και δεν αιχμαλώτιζε την ψυχή του η ομορφιά της. Γι’ αυτό λέγει ο Ιώβ˙ «έβαλα κανόνα στους οφθαλμούς μου, και δεν θα προσέξω παρθένο» (19), πόσο μάλλον άσεμνο γύναιο, άγαμο ή έγγαμο.
Ή αγαμία θεοφιλή να τηρείς, αγαπητέ, ή συζυγία θεόδοτη. Πίνε ύδατα από τα πηγάδια σου, κι αυτό με σωφροσύνη, άπεχε δε τελείως από νοθευμένο ποτό, διότι είναι ύδωρ Στυγός, ρεύμα του ποταμού Αχέροντος, είναι γεμάτο θανατηφόρο ιό, έχει τη δύναμη δηλητηρίου˙ διότι έχει την ιδιότητα να ρίπτει τους μυχούς του Άδη. Απέφευγε το μέλι από πορνικά χείλη, διότι έχουν την ιδιότητα να επαλείφουν πορνικό θάνατο, που είναι ο χωρισμός από το Θεό. Προς αυτόν λέγει ο Δαβίδ, «εξωλόθρευσε όλους όσοι πορνεύουν» (20). Είναι λοιπόν ανάγκη να καθαρεύει ή να καθαίρεται κι έτσι να μένει διαρκώς αμίαντος αρκούμενος στις επιτρεπτόμενες ηδονές, αυτός του οποίου το σώμα έγινε ναός του Θεού δια του Πνεύματος και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί σ’ αυτό, να σπεύδει προς απόκτηση αγνείας και σωφροσύνης και προς αποφυγή πορνείας και κάθε ακαθαρσίας, για να παραμείνωμε αιωνίως ευφραινόμενοι μαζί με τον άφθαρτο νυμφίο στις αγνές παστάδες, με τις πρεσβείες της αειπαρθένου και παναμώμου και υπερδοξασμένης Μητέρας που τον εγέννησε παρθενικώς για την σωτηρία μας˙ τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.
Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά για την Υπαπαντή του Κυρίου
1. Λουκά 2, 22 – 38.
2. Κολ. 3, 3.
3. Ψαλμ. 50, 7.
4. Έξ. 13, 2. 12.15. Λουκά 2.23.
5. Ψαλμ. 104, 15.
6. Αμφίβολο παιδί είναι ο Χριστός λόγω της διπλής ιδιότητός του, θείας και ανθρωπίνης.
7. Ψαλμ. 100,1.
8. Γεν. 4, 26.
9. Γεν. 34, 1 έ έ.
10. Α’ Κορ. 10, 8.
11. Κολ. 3, 5.
12. Α’ Κορ. 3, 16.
13. Γαλ. 5, 19.
14. Εφ. 5, 5.
15. Α’ Θεσσ. 4, 3.
16. Α’ Κορ. 5, 9.
17. Α’ Κορ. 5, 11.
18. Α’ Κορ. 6, 18.
19. Ιώβ 31, 1.
20. Ψαλμ. 72, 27,

