Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΩΧΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011


Πως να διώχνης τους κακούς λογισμούς



ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΩΧΝΗΣ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ


Κανένας αρχάριος στην πνευματική ζωή δεν μπορεί να διώξη τον κακό λο­γισμό, αν ίσως δεν τον διώξη ο Θεός. δυνατές ψυχές μπορούν να πολεμήσουν και να διώξουν τούς κακούς λογισμούς, πλην κι αυτές όχι από λόγου τους, αλλά μαζί με τον Θεό τους πολεμούν και τούς διώχνουν.

Όταν σου έρχονται κακοί λογισμοί να επικαλήσαι ακατάπαυστα τον Κύριον Ιησούν, ήγουν να λες την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Γιέ του θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», κι αυτοί θα φυγαδευθούν γιατί δεν υποφέρουν τη θέρμη πού ανά­βει στην καρδιά η προσευχή. Η θέρμη αυτή είναι φωτιά που τους καίει, καθώς λέγει και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.

Με το όνομα του Ιησού χτύπα και λάβωνε τους εχθρούς. Επειδή και ο θεός ημών είναι φωτιά που αφανίζει την κακία.

Κιβωτός
Ιούνιος 1952
Αριθμ. Φύλλ. 6


impantokratoros.gr

ΤΟ ΦΩΣ ΚΑΡΠΟΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

 
 
 
 

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011


Το Φως καρπός της πίστεως. Συμεών ο Νέος Θεολόγος



ΑΚΟΥΣΑΤΕ αδελφοί μου, πόσα κατορθώνει η πίστη στον Θεό, όταν επισφραγίζεται με έργα; Είδατε ότι ούτε η νεότητα είναι απόβλητη, αλλ' ούτε και τα γηρατειά είναι ωφέλιμα, όταν λείπει η σύνεση και ο φόβος του Θεού;
Βεβαιωθήκατε ότι ούτε το κέντρο της πόλεως δεν μας εμποδίζει να εργαζόμαστε τις εντολές του Θεού, αν είμαστε πρόθυμοι και άγρυπνοι, ούτε η αναχώρηση από τον κόσμο και η ησυχία ωφελούν αν ραθυμούμε και αμελούμε;

Ακούμε όλοι για τον Δαβίδ τον θαυμάζουμε και λέμε: «ένας είναι ο Δαβίδ και άλλος δεν είναι», και να εδώ περισσότερο από τον Δαβίδ. Γιατί εκείνος πήρε τη μαρτυρία από τον Θεό, χρίσθηκε προφήτης και βασιλιάς, έλαβε Πνεύμα Άγιο και είχε πολλές περί Θεού αποδείξεις.
Όταν αμάρτησε λοιπόν και στερήθηκε τη χάρη του Πνεύματος και του αφαιρέθηκε το προφητικό χάρισμα και αποξενώθηκε από τη συνήθη κοινωνία με τον Θεό, τι το αξιοθαύμαστο αν αυτά πάλι τα αναζήτησε, λαχταρώντας τη χάρη από την οποία ξέπεσε;

Ενώ αυτός ο νέος όντας προσκολλημένος μόνο στα κοσμικά και στραμμένος στα πρόσκαιρα και έχοντας διάνοια που δεν φαντάσθηκε ποτέ τίποτε ψηλότερα από τα γήϊνα -ώ των κριμάτων σου Κύριε!- άκουσε μόνο γι' αυτά κι αμέσως πίστεψε.

Tόσο πολύ, ώστε έκανε και έργα άξια της πίστεως, από τα οποία η διάνοιά του πήρε φτερά κι έφτασε στους ουρανούς. Κέρδισε τη συμπάθεια της Μητέρας του Χριστού και με την πρεσβεία της εξιλέωσε τον Θεό. ΄Ελκυσε μέσα του τη χάρη του Πνεύματος και αυτή τον ενίσχυσε να φθάσει μέχρι τον ουρανό και τον καταξίωσε της θέας του φωτός εκείνου, που όλοι ποθούν αλλά πολύ λίγοι το αξιώνονται.

Αυτός ο νέος, που ούτε νήστεψε πολλούς χρόνους, ούτε ποτέ κοιμήθηκε καταγής, ούτε φόρεσε τρίχινα ενδύματα, ούτε είχε καρεί μοναχός, ούτε απομακρύνθηκε σωματικά από τον κόσμο αλλά μόνο πνευματικά, με λίγη αγρυπνία αναδείχθηκε ανώτερος από τον Λώτ τον ξακουστό στα Σόδομα.
Ή μάλλον, αναδείχθηκε ένσαρκος άγγελος, ψηλαφητός και αψηλάφητος, βλεπόμενος αλλ' όχι περιοριζόμενος, άνθρωπος φαινομενικά αλλ' άσαρκος πραγματικά, «γενόμενος τοις πάσι τα πάντα» (Α' Κορ. 9:22) και όντας μόνος με μόνο το Θεό που γνωρίζει τα πάντα.
Γι' αυτό με τη δύση του αισθητού ήλιου τον καταύγασε το γλυκό φως του νοητού ήλιου, προαναγγέλλοντας και προμηνύοντας το ανέσπερο φως του μέλλοντος αιώνος που επρόκειτο να απολαύσει. Και δικαίως.
Γιατί η αγάπη του ποθουμένου Χριστού τον απομάκρυνε από τον κόσμο, από τη φύση και απ' όλα γενικά τα πράγματα και τον ανέδειξε πνευματικό και φωτεινό. Και όλα αυτά ενώ κατοικούσε μέσα στην πόλη, είχε την επιστασία σπιτιού, φρόντιζε για δούλους και ελεύθερους και μεριμνούσε για όλα όσα είναι αναγκαία σ' αυτήν τη ζωή.

Αρκούν αυτά και για έπαινο του νέου και για να σας παρακινούσαν σε πόθο και μίμησή του ή μήπως θέλετε να σας πω κι' άλλα ακόμη μεγαλύτερα, που ίσως ούτε η ακοή σας θα τα ανεχόταν; Όμως τι ανώτερο ή τι τελειότερο μπορεί να βρεθεί απ' αυτό; (3) Τίποτε, καθώς βεβαιώνει και ο Θεολόγος Γρηγόριος:

Η αρχή, λέει, της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου [Παροιμ. 1:7]. Γιατί όπου φόβος εκεί τήρηση των εντολών. Και όπου τήρηση των εντολών κάθαρση σαρκός, δηλαδή του νέφους που εμποδίζει την ψυχή και δεν την αφήνει να δει καθαρά τη θεία ακτίνα. Και όπου κάθαρση, έλλαμψη. Έλαμψη δε είναι η εκπλήρωση του πόθου εκείνων που ποθούν σφοδρά τα μέγιστα ή το μέγιστο ή υπέρ το μέγα. (4)


Με αυτά τα λόγια φανερώνει ότι το ατέλειωτο τέλος κάθε αρετής είναι ο φωτισμός του Πνεύματος, στον οποίο όποιος έφθασε κατέκτησε το τέλος και πέρας όλων των αισθητών και βρήκε την αρχή της γνώσεως των πνευματικών.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

3. Εννοεί τη θεία έλλαμψη.

4. 'Μέγιστα' εδώ εννοεί ο Θεολόγος τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, 'μέγιστο' τη Θεότητα την οποία χαρακτηρίζει και με τον όρο 'υπέρ το μεγα' επειδή δεν προσδιορίζεται από καμμία ποσότητα ή μέγεθος, (κατά τον Νικήτα Σερρών -βλ. Και Διονυσίου Ζαγοραίου "Συμεών του Νέου Θεολόγου τα Ευρισκόμενα", Εκδ. Β.Ρηγοπούλου, Θεσ/κη 1977, σημ. Σελ.284).

Ελεύθερη απόδοση του ΚΒ' Κατηχητικού λόγου
Έκδοση Ι. Μονής Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττικής


myriobiblos.gr

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011 ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011


Ἡ μεγαλύτερη ἀρετή. Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου


Ἀδελφοί μου, θέλω νά σᾶς μιλήσω γιά κεῖνα τά πράγματα πού συμβάλλουν στήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς, καί ντρέπομαι τήν ἀγάπη σας, γνωρίζοντας τήν ἀναξιότητά μου. Θά προτιμοῦσα νά σιωπήσω, γιατί δέν τολμῶ νά σηκώσω τά μάτια μου καί ν’ ἀντικρύσω πρόσωπο ἀνθρώπου.
Ἡ συνείδησή μου μέ κατακρίνει, καί μέ πληροφορεῖ πώς εἶμαι ἀνάξιος νά γίνω ὀδηγός σας. Λυπᾶμαι πού προκρίθηκα νά ὁδηγῶ ἐσᾶς ἐγώ ὁ ταπεινός, ἐγώ πού εἶμαι κατώτερος ἀπ’ ὅλους σας καί δέν ἔχω λόγο «μεμαρτυρημένο» ἀπό τίς πράξεις μου καί τήν πολιτεία μου.
Γνωρίζω καλά πώς ὁ Κύριος δέν μακαρίζει ὅποιον διδάσκει μόνο, μά ὅποιον ἐφαρμόζει πρῶτα τίς ἐντολές Του καί ὕστερα διδάσκει. «Ὁ ποιήσας καί διδάξας» λέγει, «μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν». Γιατί μόνον ὅσοι ἀκοῦνε ἕνα τέτοιο δάσκαλο, προθυμοποιοῦνται νά τόν μιμηθοῦν. Καί δέν ὠφελοῦνται ἀπό τά λόγια του τόσο, ὅσο παρακινοῦνται ἀπό τά καλά του ἔργα. Σᾶς παρακαλῶ ὅμως, νά μή βλέπετε τή δική μου ραθυμία, ἀλλά ν’ ἀκοῦτε τά προστάγματα τοῦ Θεοῦ καί τίς ὑποθῆκες τῶν ἁγίων Πατέρων. Γιατί ὁ θεοφώτιστοι Πατέρες μας δέν ἔγραφαν καμιά ἐντολή, ἄν πρῶτα δέν τήν ἐφάρμοζαν. Οἱ ἐντολές λοιπόν τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνας δρόμος, πού μᾶς ἀνεβάζει ὅλους στόν οὐρανό, μᾶς ὁδηγεῖ στόν Θεό.
Πολλοί εἶναι οἱ δρόμοι καί οἱ τρόποι, πού φέρνουν τόν ἄνθρωπο στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἤ μᾶλλον οἱ δρόμοι αὐτοί φαίνονται πολλοί ἀλλά στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνας, πού χωρίζεται σέ πολλούς, ἀνάλογα μέ τή δύναμη καί τήν προαίρεση τοῦ καθενός.
Λέγοντας δρόμους, ἐννοοῦμε τίς πνευματικές ἀρετές. Προπαντός τίς τρεῖς μεγάλες ἀρετές, τήν πίστη, τήν ἐλπίδα καί τήν ἀγάπη, καί ἰδιαίτερα τήν μεγαλύτερη ἀπό ὅλες, τήν ἀγάπη, πού πάνω της θεμελιώθηκαν ἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα.
Τά ὀνόματα τῆς ἀγάπης εἶναι πολλά, τά ἔργα της ἐπίσης πολλά, τά γνωρίσματά της περισσότερα καί τά ἰδιώματά της πάμπολλα. Δέν μπορεῖ κανείς νά τήν περιγράψει μέ λόγια. Ὅταν θυμᾶμαι τό κάλλος της, εὐφραίνεται ἡ καρδιά μου, γεμίζω μέ γλυκύτητα καί περιέρχομαι σέ ἔκσταση. Ὄταν τή συλλογίζομαι, χάνω τίς σωματικές μου αἰσθήσεις, βγαίνω τελείως ἀπό τήν παρούσα ζωή καί λησμονῶ τά πράγματα τοῦ κόσμου.
* Καλότυχος εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἀγκάλιασε τήν ἀγάπη τή θεϊκή. Αὐτός δέν θά ἐπιθυμήσει μέ ἐμπάθεια κανένα κάλλος ἀνθρώπινο.
* Εὐτυχισμένος εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἐρωτεύθηκε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, σαγηνεύθηκε ἀπό τήν ὀμορφιά της καί τήν ἀπόλαυσε μέ πολύ πόθο. Αὐτός θ’ ἁγιασθεῖ στήν ψυχή.
* Καλότυχος καί τρισευτυχισμένος εἶν’ ἐκεῖνος, πού πόθησε μ’ ὅλη του τήν καρδιά τήν ἀγάπη καί ἀλλοιώθηκε ἀπ’ αὐτήν πνευματικά. Αὐτός θά γεμίσει τήν ψυχή του μ’ εὐφροσύνη καί τήν καρδιά του μέ χαρά ἀνέκφραστη.
* Αὐτός πού ἀπέκτησε τήνἀγάπη, ἀδιαφορεῖ τελείως γιά τούς θησαυρούς τοῦ κόσμου. Αὐτός γεμίζει μέ τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ἀνεξάντλητος.
* Μακάριος καί τρισμακάριος αὐτός πού ἐνστερνίσθηκε τήν ἀγάπη. Μολονότι ἐξωτερικά φαίνεται ἄδοξος, στήν πραγματικότητα εἶναι ἐνδοξότερος ἀπ’ ὅλους τούς ἐνδόξους.
* Ἐπαινετός εἶν’ ἐκεῖνος πού ζήτησε τήν ἀγάπη, ἐπαινετότερος ἐκεῖνος πού τή βρῆκε κάι μακαριότερος ἐκεῖνος πού τήν ἀγάπησε.
Ὦ ἀγάπη θεία, πού μέσα σου βρίσκεται ὁ Χριστός!
* Ἄνοιξε καί σέ μᾶς τήν πόρτα σου, γιά νά δοῦμε τόν Χριστό, πού ἔπαθε γιά μᾶς, καί νά ἐλπίσουμε στό ἔλεός Του. Νά Τόν δοῦμε, γιά νά μήν πεθάνουμε πιά.
* Γέμισε τήν ὕπαρξή μας, γιά νά νοιώσουμε τό μυστήριο τῆς ἔνσαρκης οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐσύ πού βίασες τ’ ἀβίαστα καί πλουσιόδωρα σπλάχνα τοῦ Κυρίου μας, γιά νά σηκώσει τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἔλα καί στη δική μας ταλαίπωρη ψυχή.
Ὦ θεία ἀγάπη, θέλουμε νά σέ γνωρίσουμε καί νά μᾶς γνωρίσεις, γιατί σοῦ εἴμαστε ἄγνωστοι.
* Κατοίκησε μέσα μας, γιά νά ‘ρθει ὁ Δεσπότης Χριστός νά μᾶς ἐπισκεφθεῖ.
* Μολονότι εἴμαστε ἀνάξιοι, ἔλα νά μᾶς ἁγιάσεις.
Ἀλλά γιά νά σέ νοιώσουμε, πρέπει νά γνωρίσουμε πρῶτα τόν Χριστό.
* Μόνον σάν προσπέσουμε στ’ ἄχραντα πόδια Του, θά βιώσουμεστή ζωή μας τήν ἀγάπη.
* Μόνον σάν λυτρωθοῦμε ἀπό τό χρέος τῶν ἁμαρτιῶν μας, θ’ἀρχίσει νά ζεῖ μέσα μας ἡ ἀγάπη.
Ἄς βάλουμε λοιπόν μέσα στήν καρδιά μας τήν ἀγάπη, πού εἶναι «ἡ διδάσκαλος τῶν Προφητῶν, ἡ σύνδρομος τῶν Ἀποστόλων, ἡ δύναμις τῶν Μαρτύρων, ἡ ἔμπνευσεις τῶν Πατέρων καί ἡ τελείωσις ὅλων τῶν Ἁγίων».
Ἄς μάθουμε νά δουλεύουμε καί νά ὑποτασσόμαστε στόν Χριστό, γιά ν’ ἀρχίσει ν’ ἀνθίζει μέσα στήν ψυχή μας τό λουλούδι τῆς ἀγάπης. Ὁ Χριστός μᾶς ἄνοιξε τό δρόμο, πού πρέπει ν’ ἀκολουθήσουμε γιά νά φτάσουμε στήν ἀγάπη.
Ἔγινε φτωχός, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς πλούσιοι σέ ψυχικά χαρίσματα.
Ἄς συγχωρέσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, γιά νά ἀπολαύσουμε τ’ ἀγαθά τοῦ Θεοῦ καί νά δοκιμάσουμε τή γλυκύτητα πού δοκιμάζει ὅποιος ἀκολουθεῖ τόν Θεό τῆς ἀγάπης.
Ἐκεῖνος πού δέν ἀγάπησε τόν Χριστό, τρέχει μάταια καί ποτέ δέν πρόκειται νά Τόν φτάσει, ἄν δέν ἀγαπήσει πρῶτα τόν ἀδελφό του.
Ἐκεῖνος πού ἔφτασε τήν ἀγάπη, πλησίασε τόν ἴδιο τόν Χριστό, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι τό πλήρωμα τοῦ νόμου Του. Χωρίς ἀγάπη ἡ καρδιά μας εἶναι στείρα καί δέν εὐφραίνεται μέ τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ.
Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν νά βιώσετε τήν ἀγάπη καί νά μήν ἀποκάμετε καί σταματήσετε πρίν τή φτάσετε.
Γιατί κάθε ἄσκηση καί κάθε πνευματικός ἀγώνας, πού δέν ἔχει στόχο τήν ἀγάπη, εἶναι μάταιος. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναγνωρισθεῖ κανείς σάν μαθητής του Χριστοῦ μέ ἄλλη ἀρετή ἤ ἐντολή, παρά μόνον μέ τήν ἀγάπη. Τό λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις».
* Γιά τήν ἀγάπη ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος κι’ ἔζησε ἀνάμεσά μας καί ὑπέμεινε θεληματικά καί φρικτά πάθη, γιά νά ἐλευθερώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας καί νά τόν ἀνεβάσει στούς οὐρανούς.
* Γιά τήν ἀγάπη ἔτρεξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐκεῖνον τόν ἀτέλειωτο δρόμο, γιά νά βγάλουν ἀπό τό βυθό τῆς εἰδωλολατρείας καί νά φέρουν στό λιμάνι τῆς οὐράνιας βασιλείας ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, τραβώντας την μέ τ’ ἀγκίστρια καί τά δίχτυα τοῦ Θείου Λόγου.
* Γιά τήν ἀγάπη θυσίασαν μέ προθυμία τή ζωή τους οἱ θεοφόροι διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης, γιά νά δοξασθεῖ ἡ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
Ἄς ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, νά εὐαρεστήσουμε τόν Χριστό μέ τήν ἀγάπη.
Ὅταν ἀγαπᾶμε τούς ἀνθρώπους καί τόν Θεό, τότε Αὐτός μᾶς προσφέρει τ’ ἀνεκτίμητα δῶρα Του: τήν ΠΙΣΤΗ, τήν ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ καί τήν ΕΥΛΑΒΕΙΑ.
Μᾶς χαρίζει ἀκόμα τήν ΚΑΤΑΝΥΞΗ καί τά ΔΑΚΡΥΑ, πού καθαγιάζουν τήν ψυχή, καί μᾶς γεμίζει μέ ΘΕΙΟ ΦΩΣ καί ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟ.


ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

Θέλουμε θερμά νά εὐχαριστήσουμε τόν σεβαστο Γέροντα τῆς Ἱ. Μ. Παρακλήτου γιά τήν δοθεῖσα εὐλογία νά δημοσιεύουμε στό διαδίκτυο ἀποσπάσματα ἀπό τά βιβλία τῶν ἐκδόσεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.


Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

Ἡ ἕνωσή μας μέ τόν Θεό

 
 
 
 

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Ἡ ἕνωσή μας μέ τόν Θεό. Ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου


Ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, καὶ δίνει τὴ λαμπρότητά Του σ΄ἐκείνους πού καθαρίζουν τὴ σβησμένη λαμπάδα τῆς ψυχῆς τους κι’ ἑνώνονται μὲ τὸ «θεῖον πῦρ».
Θαῦμα παράδοξο! Ὁ ἄνθρωπος νὰ ἑνώνεται μὲ τὸν Θέο ὄχι μόνο πνευματικά, ἀλλά καὶ σωματικά. Ἄνθρωπος καὶ Θεὸς νὰ γίνονται ἕνα, ὅπως ἕνα εἶναι καὶ τὸ ζωντανὸ ἀνθρώπινο σῶμα μὲ τὴν ψυχή. Μὲ τὴν ἕνωση αὐτή ὁ ἄνθρωπος γίνεται «κατὰ χάριν Θεός, ὅπως λέει ὁ ψαλμωδὸς Δαβίδ: «Ἔγω εἶπα, θεοὶ ἐστε καὶ υἱοί Ὑψίστου πάντες».

Ὁ Χριστὸς βεβαίωσε: «Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν. Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὸν καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι. Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν».
Πῶς ὅμως μένουμε ἐμεῖς στὸν Χριστὸ κι’ Αὐτός σέ μᾶς;
Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ Ἴδιος, ὅταν, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, προσευχήθηκε στὸν Πατέρα: «Σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοί ἐν ἡμῖν ὦσιν...κἀγώ τὴν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἓν ἐσμέν, ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοῖ, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν…».

Ἀλλά καί στούς μαθητές Του μέ σαφήνεια εἶπε: «Πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγώ ἐν τῷ πατρί και ὁ πατήρ ἐν ἐμοί … ἐγώ ἐν τῷ πατρί μου καί ὑμεῖς ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμῖν.
Ἔναργεστατα εἶναι τὰ θεϊκὰ κι’ ἀλάθητα λόγια του Κυρίου.
Ὅπως ὁ Πατέρας εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Υἱό Του, ἔτσι κι’ ἐμεῖς εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ τὸν Θεό. Καὶ ὅπως ὁ Πατέρας μένει «κατὰ φύσιν ἐν τῷ Υἱῷ», ἔτσι καὶ ὅσοι πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ ἀναγεννήθηκαν «διὰ Πνεύματος Ἁγίου», μένουν «κατὰ χάριν ἐν τῷ Θεῷ» καὶ ὁ Θεὸς μένει σ’αὐτούς ὡς «κατὰ χάριν υἱούς» Του.
Τί θαυμαστή, θεανθρώπινη ἕνωση!
Ἡ ἕνωση ὅμως Πατέρα καὶ Υἱοῦ δὲν εἶναι παρὰ ἕνωση ἄπειρης καὶ ἄφατης ἄγαπης. Καὶ ἡ ἀγαπη τοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα φανερώνεται μὲ τὴν «ἐν ἄκρᾳ ταπεινώσῃ» ἄρνηση τοῦ θελήματός Του καὶ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ πατρός».
Αὐτό ἀκριβῶς χαρακτηρίζει πρωταρχικὰ τὴν Θεία Ἕνωση.
Αὐτό ὅμως πρέπει νὰ χαρακτηρίζει καὶ τὴ δική μας ἀγαπητική ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ εἶναι γνήσια: ἡ ταπεινή ἐκπλήρωση τοῦ ἁγίου θελήματός Του, δηλαδή ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Τό εἶπε ὁ ἴδιος: «Ἐάν ἀγαπᾶτε με, τά ἐντολάς τάς ἐμᾶς τηρήσατε… Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνος ἐστὶν ὁ ἀγαπῶν μὲ… Ἐάν τις ἀγαπᾶ Με, τόν λόγον Μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ Μου ἀγαπήσῃ αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν».
Ὁ Θέος ἔρχεται καί «ποιεῖ μονήν παρ’ ἡμῖν», -μέ ἄλλα λόγια: ἑνώνεται μαζί μας- μόνον ἄν Τόν ἀγαπᾶμε ἔμπρακτα, τηρώντας τό νόμο Του. Τότε ζοῦμε τήν παρουσία Του μέσα μας. Τότε πραγματοποιεῖται ὁ λόγος Του: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι». Τότε προγευόμαστε τή μυστική καί ἀπερίγραπτη γλυκύτητα τῆς βασιλείας Του, τήν ἄρρητη ἀπό τό φθαρτό σῶμα. Γιατί, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἴδιος, «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι ‘Κύριε, Κύριε’ εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς».
Μέ ὅλα ὅσα εἴπαμε ὡς τώρα, δείξαμε τόν ἕνα τρόπο ἑνώσεώς μας μέ τόν Θεό : τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Ὑπάρχει ὅμως καί ἄλλος, παράλληλος, πού συμπληρώνει καί ἐνισχύει τόν πρῶτο. Αὐτός εἶναι ἡ συχνή συμμετοχή μας στό μυστικό δεῖπνο Του, ἡ μετάληψη τῶν ἀχράντων μυστηρίων Του.
Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός πάλι εἶπε: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα, ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ… Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσει εἰς τόν αἰώνα… Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον, κἀγώ ἀναστήσω αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα».
Γιά νά εἴμαστε λοιπόν ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο καί νά ἔχουμε ζωή αἰώνια, πρέπει νά κοινωνοῦμε συχνά τό Σῶμα καί τό Αἷμα Ἐκείνου, πού εἶναι ἡ Πηγή τῆς ζωῆς. Ἀλλιῶς, ὄχι μόνον εἴμαστε χωρισμένοι ἀπ’ Αὐτόν, ἀλλά καί νεκροί: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή φάγητε τήν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε Αὐτοῦ τό αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς».
Ἄς προσέξουμε ὅμως, νά μήν κοινωνοῦμε χωρίς βαθειά μετάνοια, συντριβή καρδιᾶς, καθαρή ζωή καί πνευματική προετοιμασία, γιατί τότε ἡ θεία κοινωνία ὄχι μόνο δέν συντελεῖ στήν ἕνωσή μας μέ τόν Χριστό, μά, ἀντίθετα, μᾶς καταδικάζει καί μᾶς κατακαίει. «Ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως», λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «κρῖμα ἐαυτῷ ἐσθίει καί πίνει». Γι’ αὐτό «δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω».
Ἂς φυλάξουμε λοιπὸν μὲ προθυμία καὶ ἐπιμέλεια τὶς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, καί ἄς προσερχόμαστε μέ συναίσθηση καί ἀκατάκριτη συνείδηση στά πανάγια μυστήριά Του, Γιά νά ἑνωθοῦμε μαζί Του. Γιά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια βασιλεία Του. Γιά νά μήν ὑποστοῦμε στήν παρούσα ζωή ὅ,τι λέει ὁ Τίμιος Πρόδρομος: «Ὁ ἀπειθών τῷ Υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ’ ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ’ αὐτόν». Γιά νά μήν ἀκούσουμε στήν ἄλλη ζωή τόν φοβερό λόγο τοῦ Κυρίου: «Ἀπέλθετε ἀπ’ ἐμοῦ… Οὐκ οἷδα ὑμᾶς!... Γιά νά δεχθοῦμε, τέλος, τήν πανευφρόσυνη πρόσκληση: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου».



ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
Βασισμένο σὲ κείμενο
Τοῦ Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

Αἰτεῖτε, καί δοθήσεται ὑμῖν.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011


Αἰτεῖτε, καί δοθήσεται ὑμῖν. Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου


ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΟΣΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ


« ΔΕΥΤΕ ΠΡΟΣ ΜΕ πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς ». Μ’ αὐτά τά λόγια καλεῖ ὁ Χριστός ὅλους, ὅσοι λυγίζουν κάτω ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας. Καί προσθέτει στήν Ἀποκάλυψη: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω...ἐγώ τῷ διψώντι δώσῳ ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν». Τρέξτε ὅλοι οἱ διψασμένοι, φωνάζει ὁ Κύριος, στήν αἰώνια καί ζωοπάροχη βρύση.

Ὅσο ἁμαρτωλός κι’ ἄν εἶσαι, φονιάς, μοιχός ἤ κάτι ἄλλο, σέ δέχεται ὁ Δεσπότης. Σηκώνει ἀμέσως τό φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν σου καί σ ’ἐλευθερώνει. Καί πῶς τό κάνει αὐτό; Ὅπως ἀκριβῶς συγχώρεσε τίς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ, λέγοντάς του: «Τέκνον, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι». Κι ἀμέσως τόν λύτρωσε ἀπό τό βάρος του καί τόν θεράπευσε.
Πρόστρεχε λοιπόν στό Χριστό, παρακαλώντας Τον δυνατά, ἐπίμονα καί ἀκατάπαυστα, ὅπως ὁ τυφλός τότε, στήν Ἱεριχώ : «Ἰησοῦ, υἱέ Δαβίδ, ἐλέησόν με!». Κι’ Ἐκεῖνος, ὅπως τότε, θά σέ ρωτήσει μυστικά: « Τί σοι θέλεις ποιήσω; ». Ἐσύ, ὁ τυφλός στήν ψυχή, θά πεῖς: « Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω ». Ὁ Χριστός, βλέποντας τήν πίστη σου, τή μετάνοιά σου, τή ζέση τῆς ἱκεσίας σου, θά σέ σπλαχνιστεῖ καί θά σέ θεραπεύσει, χαρίζοντας στήν ψυχή σου τό φῶς.

Ὅταν ὅμως δέν προσευχόμαστε μέ πόνο, μ’ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς μας καί μ’ ἀληθινή μετάνοια, δέν θά μᾶς ἀκούσει ὁ Χριστός, δέν θά μᾶς συγχωρέσει, δέν θά μᾶς φωτίσει.
Ἄν πάλι εἴμαστε ἀμελεῖς, ἄν δέν τρέξουμε στόν Κύριο καί δέν Τόν ἀκολουθήσουμε μέ συνέπεια, ἀφήνοντας τίς ἁμαρτίες μας, ὅπως ὁ τελώνης καί κατοπινός εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἄφησε τό τελώνιο καί τήν πλεονεξία, τότε δέν θά πάρουμε ἐκεῖνο πού ζητᾶμε.
Πρέπει πρωταρχικά νά φλογιστοῦμε ἀπό τή φωτιά τῆς μετανοίας, τῆς ἐπιστροφῆς καί τῆς ἱκεσίας.
Ὁ Κύριος ὄχι μόνο γι’ αὐτούς «ἔκλινεν οὐρανούς καί κατέβη εἰς γῆν», ἀλλά γιά ὅλους μας. Καί δέν θέλει νά κολαζόμαστε αἰώνια, σάν δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά νά Τόν ἀκολουθήσουμε στόν οὐρανό, ἀφοῦ πρῶτα, μέ ἀγώνα πνευματικό, τηρήσουμε τίς ἐντολές Του καί καθαριστοῦμε ἀπό τά πάθη, «ἕκαστος κατά τόν ἴδιον κόπον».
Πρέπει νά ξέρουμε, πώς ὁ ἱδρώτας πού χύνουμε γιά τήν κάθαρσή μας καί τήν ἀρετή δέν πάει χαμένος. Ὁ Χριστός βλέπει τόν κόπο μας καί τόν ἀγώνα μας καί θά μᾶς στεφανώσει. Στόν ἀγώνα αὐτόν, ἐξάλλου, δέν μᾶς ἀφήνει μόνους. Μᾶς χαρίζει τή μυστική δύναμή Του, γιά νά νικήσουμε τούς νοητούς ἐχθρούς.

Τή δύναμη ὅμως αὐτή δέν μᾶς τήν δίνει, ἄν δέν Τοῦ τή ζητήσουμε. Γιατί μή ζητώντας την, δείχνουμε πώς δέν τή θέλουμε. Καί πῶς νά μᾶς δώσει κάτι πού δέν θέλουμε; Γι’ αὐτό εἶπε: « Αἰτεῖτε, καί δοθήσεται ὑμῖν ».
Ἀλλά κι’ αὐτό δέν φτάνει. Γιατί μπορεῖ ἀπό τή μία νά ζητᾶμε τήν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ στόν πνευματικό μας πόλεμο, κι’ ἀπό τήν ἄλλην νά καταθέτουμε εὔκολα τά ὅπλα μπροστά στούς ἐχθρούς μας – τούς δαίμονες, τά πάθη, τόν κόσμο – καί νά παραδινόμαστε σ’ αὐτούς. Ὅταν λοιπόν ὁ Θεός βλέπει τέτοια ὑποχωρητικότητα, μικροψυχία καί ἀπροθυμία, γιατί νά μᾶς βοηθήσει; Ζητᾶμε βοήθεια στόν πόλεμο, καί δέν πολεμᾶμε. Ἐπιζητοῦμε τή νίκη, καί ἀγωνιζόμαστε μέ χλιαρότητα καί ραθυμία. Ἐπιθυμοῦμε προκοπή πνευματική, καί ἀφήνουμε νά μᾶς αἰχμαλωτίσει ἡ ἀμέλεια καί ἡ ὀκνηρία. Θέλουμε κάθαρση, καί ἱκανοποιοῦμε τά σαρκικά πάθη. Δέν εἶναι ἀντιφατικά ὅλ’ αὐτά;
Πῶς λοιπόν νά μᾶς στείλει ὁ Κύριος τή χάρη Του ὅταν δέν τήν ἀξιοποιοῦμε; Ἤ μᾶλλον, ὅταν, τολμῶ νά πῶ, βλάσφημα τήν περιφρονοῦμε; Ὅπως ἔχουμε ξαναπεῖ, ὁ Θεός δέν ἐμπαίζεται. Εἶπε, βέβαια, «αἰτεῖτε, καί δοθήσεται ὑμῖν». Καί πάλι: «Πάντα ὅσα ἄν προσευχόμενοι αἰτεῖσθε, πιστεύετε ὅτι λαμβάνετε, καί ἔσται ὑμῖν ». Ὅμως μέ τό στόμα τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου εἶπε καί τοῦτο: «Αἰτεῖτε καί οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε». Ἀφοῦ ὁ Χριστός βλέπει πώς δέν ἔχουμε διάθεση ν’ ἀγωνιστοῦμε ὅσο πρέπει καί ὅσο μποροῦμε, δέν μᾶς βοηθάει, ὅσο κι ἄν Τόν παρακαλοῦμε. Τότε εἶναι πού «αἰτοῦμεν, καί οὐ λαμβάνομεν».
Ἄς μήν προφασιζόμαστε ἀδυναμία. Ἄς μήν ἐπικαλούμαστε τή συνήθεια τῆς ἁμαρτίας καί τά ἀκατανίκητα τἄχα πάθη μας. Τίποτα δέν εἶναι ἀδύνατο σ’ αὐτόν πού ἀληθινά πιστεύει στόν Κύριο – «πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι» -, ἀφοῦ καί σ’ Ἐκεῖνον, τόν παντοδύναμο, εἶναι ὅλα δυνατά: «παρά Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι».
Ἄς προσευχόμαστε λοιπόν ἀδιάλειπτα, ζητώντας μέ βαθειά πίστη τό ἔλεός Του: «Κύριε, ἐλέησον ! Κύριε, ἐλέησον !»
Ἄς Τόν παρακαλοῦμε μ’ εὐγνωμοσύνη καί ἀγάπη ἀπέραντη, σάν δοῦλοι ἐξαγορασμένοι μέ τό πανάχραντο αἷμα Του, νά μᾶς ἐνισχύσῃ στήν ἄνιση πάλη μας «πρός τάς ἀρχάς πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου». Ἄς Τόν ἱκετεύουμε ἀκατάπαυστα νά μᾶς περιτειχίσῃ μέ τή χάρη καί τή δύναμή Του στόν ἐπίπονο ἀγώνα γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.
Πρέπει ἀπαραίτητα ν’ ἀνταποκριθοῦμε σ’ αὐτή τή θεϊκή χάρη καί δύναμη, μέ ταπεινό ἀλλά καί ἀγωνιστικό φρόνημα. Τότε, πράγματι, « δοθήσεται ἡμῖν ».

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Πῶς θά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν τυραννία τοῦ διαβόλου ». Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου

 
 
 
 

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

« Πῶς θά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν τυραννία τοῦ διαβόλου ». Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου

Ἀπόσταγμα πατερικῆς σοφίας - Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου

Ὅταν προσευχόμαστε στό Θεό, Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς γλυτώσει ἀπό τόν πονηρό: «…ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ ». Ἄν ὅμως δέν γνωρίζουμε ποιός εἶναι ὁ πονηρός, ποιά τά δεσμά του καί ποιά ἡ ἐξουσία του πάνω σ’ αὐτούς πού ἐξουσιάζει, πῶς ζητᾶμε νά μᾶς λυτρώσει ἀπ’ αὐτόν ὁ Θεός;

Πρῶτα νά ξέρουμε, πώς ὅταν ὑποτασσόμαστε στό σατανᾶ καί τόν ὑπηρετοῦμε μέ τά πονηρά μας ἔργα, δέν κοινωνοῦμε μέ τό Θεό.
Δέν ἔχουμε σχέση μαζί Του. Πατέρα μας ἔχουμε τό διάβολο, πού μᾶς ἐξουσιάζει. Μοιάζουμε μέ τούς Ἑβραίους, πού ὁ Κύριος τούς εἶπε: «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστέ καί τάς ἐπιθυμίας ὑμῶν θέλετε ποιεῖν». Γιατί ὅπως κάθε παιδί μοιάζει μέ τό σαρκικό πατέρα του, ἔτσι καί κάθε χριστιανός πρέπει νά μοιάζει στήν ἁγιότητα μέ τόν οὐράνιο Πατέρα του.
Πρέπει λοιπόν νά ξέρουμε τί παγίδες μᾶς στήνει ὁ διάβολος καί πῶς ἀγωνίζεται νά μᾶς ὑποδουλώσει, γιατί τότε μόνο θά μπορέσουμε νά σπάσουμε τά σχοινιά, πού τυλίγει γύρω μας. Κι ὅταν ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν τυραννία του, θά ἔρθει μέσα μας ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, πού ἔρχεται μόνο σ’ ὅσους Τόν γνωρίζουν. Τότε θά γίνουμε συμπολίτες τῶν ἀγγέλων. Τότε, ἀντί γιά τήν ἀδαμιαία κατάρα, θά ἔχουμε τή Θεία Εὐλογία.

Καί ἀντί γιά θάνατο καί φθορά, θά ἔχουμε Ζωή Αἰώνια.
Γιά ν’ ἀποδιώξουμε ὅμως τό διάβολο καί νά λυτρωθοῦμε ἀπό τή δουλεία του, πρέπει ν’ ἀγαπήσουμε ὁλόψυχα τό Χριστό. Κι’ Αὐτός, ὅταν Τόν ἀγαπήσουμε δυνατά καί ἀνυπόκριτα, θά βγάλει ἀπό μέσα μας τά φαρμακερά φίδια τῆς ἀναισθησίας καί τῆς ἀδιαφορίας, πού δέν μᾶς ἀφήνουν νά Τόν πλησιάσουμε.
Γι’ αὐτό πολλοί χριστιανοί, πού ἀπομακρύνονται ἀπό τό Θεό, γίνονται ἐπίορκοι, ζηλότυποι, φθονεροί, φιλοκατήγοροι, πλεονέκτες, ἀκάθαρτοι, ὑπερήφανοι, κλέφτες, ἄδικοι, ὑποκριτές, πόρνοι , μοιχοί, ἄσωτοι καί ἄνομοι:
Γιατί, χωρίς Ἐκεῖνον, γίνονται ὑποχείριοι τοῦ πονηροῦ.
Ἀλλοίμονό μας, ἄν προσευχόμαστε στό Θεό καί κάνουμε ἐλεημοσύνες, μά ἡ ψυχή μας μένει ἀκάθαρτη.
Ἡ προσευχή τοῦ ὀργίλου εἶναι ρυπαρή. Ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ ὑπερήφανου δέν εἶναι εὐπρόσδεκτη ἀπό τό Θεό. Ἡ εὐεργεσία τοῦ ἄσωτου καί τό δῶρο τοῦ πλεονέκτη δέν εὐαρεστοῦν τόν Κύριο. Ὁ Θεός δέν ἐμπαίζεται. Τήν καρδιά μας τή θέλει ὁλόκληρη. Δέν μποροῦμε νά εἴμαστε στήν κυριαρχία τοῦ διαβόλου, καί νά νομίζουμε ὅτι εὐαρεστοῦμε τό Θεό. Μᾶς τό λέει ὁ ἀπόστολος: «Θεός οὐ μυκτηρίζεται».
Μπορεῖ σάν ἄνθρωποι νά σφάλλουμε καί νά πικραίνουμε τόν ἐπουράνιο Πατέρα μας. Ἀλλ’ ἄς εἴμαστε τουλάχιστον τίμιοι καί καθαροί ἀπέναντί Του. Ὅπως συμβαίνει μέ τό παιδί: Μπορεῖ νά στενοχωρεῖ τούς γονεῖς του μέ τήν ἀπρόσεκτη συμπεριφορά του. Εἶναι ὅμως καθαρό καί ἄδολο, καί τούς ἀγαπάει εἰλικρινά. Τέτοια πρέπει νά εἶναι καί ἡ δίκη μας σχέση μέ τό Θεό. Καί ὅμως ἐμεῖς, ἐνῶ ἔχουμε δώσει τήν καρδιά μας στόν πονηρό, ἔχουμε τήν ψευδαίσθηση ὅτι δουλεύουμε στό Θεό.
Μόνο ὅταν δεῖ ὁ Χριστός τήν καθαρή πρόθεσή μας νά Τόν ἀγαπήσουμε, τότε θά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τήν τυραννία τοῦ διαβόλου. Διαφορετικά δέν θά ἐπέμβει. Καί χωρίς Αὐτόν δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτα, ὅπως βεβαίωσε ὁ ἴδιος: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».
Ὁ διάβολος, ὅλο καί θά μᾶς δένει μέ μικρές καί μεγάλες ἁλυσίδες, καί θά μένουμε ἔτσι στάσιμοι, ἀνίκανοι νά πλησιάσουμε τό Θεό καί νά σωθοῦμε.
Τό στόμα μας βέβαια μπορεῖ νά λέει ὅτι ἀγαπᾶμε τόν Κύριο. Ὅμως ἀληθινό καί πραγματικό εἶναι μόνο ἐκεῖνο πού βιώνει ἡ καρδιά.
Ἄς κλείσουμε λοιπόν βαθιά μέσα στήν καρδιά μας τήν Ἀλήθεια, τόν Χριστό, καί τότε ὁ διάβολος θά φύγει μακριά μας. Θά τόν διώξει ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ, πού θά μᾶς δυναμώσει καί θά μᾶς χαριτώσει, ὥστε ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τή δαιμονική κυριαρχία, νά καθαριστοῦμε ἀπό τά πάθη καί νά καταυγασθοῦμε ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.


ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Μποροῦμε νά γίνουμε ἅγιοι σήμερα; Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου

 
 
 
 

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Μποροῦμε νά γίνουμε ἅγιοι σήμερα; Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου


ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
Βασισμένο σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου

Πολλές φορές ἀκοῦμε τούς χριστιανούς νά λένε:
«Ἄν ζούσαμε κι’ ἐμεῖς στήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων καί ἀξιωνόμασταν νά δοῦμε τό Χριστό, ὅπως Τόν εἶδαν ἐκεῖνοι, θά γινόμασταν ἅγιοι, ὅπως ἔγιναν κι’ αὐτοί». Ὅσοι σκέφτονται ἔτσι, ξεχνοῦν ὅτι Ἐκεῖνος πού μιλοῦσε στόν καιρό τῶν ἀποστόλων, μιλάει καί τώρα. Ἴσως ὅμως καί πάλι νά πεῖ κάποιος: «Μά δέν εἶναι τό ἴδιο πράγμα νά δεῖ κανείς τό Χριστό μέ τά μάτια του, ὅπως Τόν εἶδαν οἱ ἀπόστολοι, καί ν’ ἀκούει μόνο τά λόγια Του ἀπό ἄλλους ἤ νά τά διαβάζει στή Γραφή, ὅπως ἐμεῖς σήμερα».
Κι’ ἐγώ ἀπαντῶ, ὅτι δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τό ἴδιο τό τότε καί τό τώρα. Ἀλλά τό τωρινό εἶναι πολύ μεγαλύτερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἔζησαν οἱ Ἀπόστολοι, κι’ εὐκολότερα μᾶς φέρνει στήν πίστη!
Μήν παραξενεύεστε. Μόνο ἀκοῦστε με.
Τότε ὁ Κύριός μας φαινόταν στούς ἀχάριστους Ἰουδαίους ὡς ἕνας πλάνος καί τιποτένιος ἄνθρωπος, ἐνῶ τώρα κηρύσσεται σέ μᾶς ὡς Θεός ἀληθινός. Τότε ἔτρωγε μέ τελῶνες καί ἄλλους ἁμαρτωλούς, τώρα ὅμως κάθεται στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί τρέφει ὁλόκληρο τόν κόσμο. Τότε καταφρονιόταν κι’ ἀπό τούς πιό ἀσήμαντους ἀνθρώπους. Τώρα προσκυνεῖται ἀπό βασιλεῖς καί ἄρχοντες ὡς Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί δοξάζει αὐτούς πού Τόν προσκυνοῦν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».

Τότε Τόν θεωροῦσαν σάν ἕναν ἄνθρωπο φθαρτό καί θνητό, πού ἔτρωγε καί ἔπινε καί κοιμόταν καί κοπίαζε καί ἵδρωνε καί γενικά, ἔκανε ὅλα τ’ ἀνθρώπινα. Τότε λοιπόν, καί ὄχι τώρα, ἦταν παράξενο καί δύσκολο ν’ ἀναγνωρίσει κανείς ὡς Θεό Ἐκεῖνον, πού εἶχε αὐτά τά ταπεινά καί ἀνθρώπινα στοιχεῖα. Γι’αὐτό καί τόν Πέτρο, πού εἶπε «σύ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», τόν μακάρισε ὁ Χριστός, λέγοντας: «Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ Πατήρ Μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
Ὅποιος λοιπόν δέν ὑπακούει μέ πίστη καί ταπείνωση στό Χριστό, πού μιλάει καί τώρα μεσα ἀπό τό ἅγιο Εὐαγγέλιό Του, ὅποιος ἀμφισβητεῖ ἤ ἀπορρίπτει ὅσα εἶπε καί ἔκανε τότε ὁ Χριστός, ἐκεῖνος, ἔστω κι ἄν ἔβλεπε τόν ἴδιο τόν Κύριο νά θαυματουργεῖ καί Τόν ἄκουγε νά διδάσκει, θά ὀλιγοπιστοῦσε. Τί λέω; Ὄχι μόνο θά ὀλιγοπιστοῦσε, ἀλλά φοβᾶμαι πώς θά γινόταν τελείως ἄπιστος καί θά βλασφημοῦσε τό Χριστό, νομίζοντάς Τον σάν ἀντίθετο ἤ μάγο ἤ τσαρλατάνο, καί ὄχι ἀληθινό Θεό...
Ἄλλοι πάλι λένε: «Ἄν ζούσαμε στήν ἐποχή τῶν ἁγίων Πατέρων, θ’ ἀγωνιζόμασταν περισσότερο, γιατί, βλέποντας τήν καλή πολιτεία καί τούς ἀγῶνες τους, θά τούς μιμούμασταν. Ἐνῶ τώρα, πού ζοῦμε μαζί μέ ὀκνηρούς καί χλιαρούς καί ἁμαρτωλούς, χωρίς νά τό θέλουμε παρασυρόμαστε μαζί τους στήν ἀπώλεια». Ὅσοι ὅμως τά λένε αὐτά, ξεχνοῦν ὅτι ἐμεῖς βρισκόμαστε σέ λιμάνι ἀσφαλέστερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἦταν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Γιατί στήν ἐποχή τους ὑπῆρχαν πολλές καί φοβερές αἱρέσεις – φοβερότερες ἀπό τίς σημερινές – καί πολλοί «ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφῆται», πού πέτυχαν νά πλανέψουν πολλούς ἀνθρώπους καί νά καταστρέψουν τίς ψυχές τους. Αὐτό πού σᾶς λέω, μπορεῖτε νά τό διαπιστώσετε λ.χ. ἀπό τούς βίους τῶν μεγάλων ὁσίων Ἀντωνίου, Εὐθυμίου καί Σάββα, πού ἀγωνίστηκαν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἁγίους. Καί ποῦ νά διηγηθῶ τί ἔγινε στήν ἐποχή τῶν ἁγίων πατέρων Βασιλείου καί Χρυσοστόμου, πού ἦταν γεμάτη ἀπό ζιζάνια τοῦ πονηροῦ;
Βέβαια, ὄχι μόνο τότε , ἀλλά καί τώρα ἔχουμε ν’ ἀντιμετωπίσουμε φοβερά δεινά μέ τούς αἱρετικούς. Πολλοί λύκοι καί πολλά φίδια ζοῦν ἀνάμεσά μας. Ὅμως δέν ἔχουν καμμιά ἐξουσία πάνω μας, γιατί βρίσκονται κρυμμένοι στό σκοτάδι τῆς πονηρίας καί δέν βλάπτουν παρά μόνο ὅσους θεληματικά τούς ἀκολουθοῦν καί αὐτοπροαίρετα βαδίζουν στό δρόμο τῆς καταστροφῆς τους. Ἐκείνους πού βαδίζουν στό φῶς τῶν θείων Γραφῶν καί πορεύονται στή στράτα τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, δέν τολμοῦν νά τούς ἀντιμετωπίσουν, ἀλλά, βλέποντάς τους νά περνᾶνε, ἀπομακρύνονται σάν ἀπό φωτιά.
Ἴσως ὅμως ἀναρωτηθεῖτε: ποιούς αἱρετικούς ἐννοῶ; Μήπως τούς Ἀρειανούς, τούς Εὐνομιανούς, τούς Σαβελλιανούς, τούς Ἀπολλιναριστές ἤ τούς Διοσκουρίτες; Ὄχι, δέν ἐννοῶ αὐτούς, τούς ἀσεβεῖς καί ἄθεους, πού, ζώντας στό σκοτάδι, ἀφανίστηκαν ἀπό τήν πνευματική λάμψη τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν θεόπνευστων συγγραμάτων τους. Αἱρετικούς ὀνομάζω ἐδῶ ἐκείνους πού λένε, πώς ἄν ἤμασταν στήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων, θά μπορούσαμε νά φυλάξουμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά γίνουμε ἅγιοι, ἐνῶ σήμερα ὄχι. Αὐτοί πού κάνουν τέτοιες σκέψεις, τολμώντας μάλιστα καί νά τίς διαδίδουν, δέν ἔχουν πέσει μόνο σέ μιά αἵρεση , ἀλλά σ’ ὅλες τίς αἱρέσεις μαζί. Γιατί ὅποιος ἰσχυρίζεται αὐτό τό πράγμα – ὅτι δηλαδή θά ἁγίαζε ἄν ζοῦσε στήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων – ἀνατρέπει ὅλες τίς ἱερές Γραφές καί τά συγγράμματα τῶν Πατέρων. Ἄν δηλαδή πιστεύουμε, ὅτι σήμερα εἶναι ἀδύνατο νά πραγματοποιηθοῦν ὅσα ὁρίζει ὁ Θεός, τότε ὅλοι οἱ ἅγιοι , τόσο τοῦ παλαιοῦ καιροῦ ὅσο καί τῶν ἡμέρων μας, πῶς τά κατόρθωσαν; Καί πῶς ἔγραψαν τόσα πολλά ἀπό τήν πείρα τῆς χριστομίμητης ζωῆς τους, γιά νά νουθετοῦν κι’ ἐμᾶς; Πιστεύοντας λοιπόν καί διακηρύσσοντας τέτοιες πλανεμένες ἀπόψεις, πού διαψεύδονται ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων καί τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο τούς ἑαυτούς μας ὁδηγοῦμε στήν ἀπώλεια, μά καί στῶν ἄλλων ἀνθρώπων τίς ψυχές σπέρνουμε τά ζιζάνια τῆς ἀμφιβολίας καί τῆς λιποψυχίας. Ἔτσι μοιάζουμε στούς Φαρισαίους, στούς ὁποίους εἶπε φοβερά λόγια: «Οὐαί ὑμῖν, ὁδηγοί τυφλοί...ὅτι κλείετε τήν Βασιλείαν τῶν Οὐράνων ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γάρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδέ τούς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν».
Ἄς μή γελιόμαστε. Κι ἄς μήν παίρνουμε στό λαιμό μας καί ἄλλες ψυχές, «πλανῶντες καί πλανώμενοι». Μποροῦμε καί σήμερα καί πάντα νά μιμηθοῦμε τούς ἁγίους στήν προαίρεση, τήν προθυμία, τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Γιατί καί οἱ ἅγιοι σάν κι’ ἐμᾶς ἦταν, ἀλλά ἄφηναν τή ζωή τους νά ὁδηγηθεῖ ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἄς συντριβοῦμε κι’ ἄς χύσουμε καυτά δάκρυα μετάνοιας, γιά νά μαλακώσει ἡ σκληρή, ἡ πέτρινη καρδιά μας. Ἔτσι θά καθαρθοῦμε, ἔτσι θά μοιάσουμε στούς ἁγίους. Τά δάκρυα αὐτά, πού θά χύσουμε μέ κόπο καί πόνο καί βία, δέν εἶναι πικρά, ἀλλά γλυκά σάν τό μέλι. Ἔτσι τά κάνει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί μή μοῦ πεῖτε πώς ὁρισμένοι ἄνθρωποι ἔχουν φυσική ἰδιοσυγκρασία τόσο ψυχρή καί σκληρή, πού δέν μποροῦν νά βγάλουν δάκρυα. Τά δάκρυα εἶναι δῶρο τῆς Χάριτος, ἐμεῖς βάζουμε τήν προαίρεση καί τή βία.
Ἑπομένως, μ’ αὐτή τήν προϋπόθεση, ὅλοι μποροῦν νά συντριβοῦν καί νά κλάψουν. «Πάντες δάκρυα πάντες κάθαρσιν, πάντες ἀνάβασιν καί τό τοῖς ἔμπροσθεν ἐπεκτείνεσθαι», λέει τό θεόπνευστο στόμα τοῦ Θεολόγου Γρηγόριου. Πῶς λέτε τότε ἐσεῖς, ὅτι μερικοί εἶναι ἀπό τή φύση τους σκληροί, καί δέν μποροῦν νά ἔρθουν σέ κατάνυξη, νά πενθήσουν καί νά κλάψουν γιά τίς ἁμαρτίες τους;
Γιά νά καταλάβετε ὅτι εἶναι φυσικό νά κλαίει κάθε ἄνθρωπος, θυμηθεῖτε τά βρέφη, πού μόλις βγοῦν ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας τους, ἀρχίζουν νά κλαῖνε. Κι ἄν δέν κλάψουν, σημαίνει πώς δέν εἶναι ζωντανά. Εἶναι λοιπόν τά δάκρυα φυσικά στόν ἄνθρωπο. Φυσικά καί ἀπαραίτητα.
Ὁ ὅσιος Συμεών ὁ Στουδίτης ἔλεγε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἄν θέλει νά σωθεῖ, πρέπει νά περάσει τή ζωή του μέ πένθος καί κλάμα, κι’ αὐτά νά τόν συνοδεύουν μέχρι νά πεθάνει. Καί ὅπως τό φαγητό εἶναι ἀπαραίτητο γιά νά ζήσει τό σῶμα μας, ἔτσι καί τά δάκρυα τῆς μετάνοιας εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν ψυχή μας. Ἐκεῖνος πού δέν κλαίει κάθε μέρα – δέν λέω κάθε ὥρα, γιά νά μήν κουραστεῖτε ὑπερβολικά -, ἀφήνει τήν ψυχή του νά πεθάνει ἀπό πείνα καί νά χαθεῖ αἰώνια.
Ἀφοῦ λοιπόν εἶναι φυσικά στόν ἄνθρωπο τά δάκρυα καί τό πένθος, ἄς μήν ἀρνηθοῦμε αὐτό τό καλό της φύσεως. Ἄς ἀποβάλουμε κάθε κακία καί πονηρία καί σκληρότητα, καί ἄς καλλιεργήσουμε μέ προθυμία τό μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἄς φυλάξουμε τό πένθος μέ προσοχή, σάν ἐντολή τοῦ Κυρίου, μέ τήν ταπείνωση, μέ τήν ἁπλότητα, μέ τήν ἀκακία τῆς ψυχῆς μέ τήν ὑπομονή στούς πειρασμούς, μέ τή συνεχῆ μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν, προπαντός ὅμως μέ τή συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί τή βίωση βαρειᾶς ἐνοχῆς ἀπέναντι στόν Κύριο.
Ὅποιός λοιπόν εἶναι ὀκνηρός καί ἀμέλης καί δέν νοιάζεται γιά τή σωτηρία του, ἄς μή λέει πώς εἶναι ἀδύνατο νά σωθεῖ κανείς σήμερα, γιατί ἔτσι κλείνει τήν πόρτα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐράνων καί σέ ἀλλούς ἀνθρώπους. Καί ἡ εὐθύνη του γι’ αὐτό εἶναι ἀνυπολόγιστη. Φυσικά αὐτός, ἀφοῦ θεωρεῖ ἀδύνατη τή σωτηρία, θεωρεῖ ἀδύνατο – ἤ μᾶλλον – περιττό – καί τό πένθος. Ὑπάρχουν ὅμως, δυστυχῶς καί χριστιανοί, πού πιστεύουν στή σωτηρία ἀλλά ἀπορρίπτουν τό πένθος. Σ’ αὐτούς τονίζω τοῦτο: Ὅποιος λέει πώς εἶναι ἀδύνατο ἤ περιττό νά πενθεῖ καί νά κλαίει κανείς, αὐτός δέν πρόκειται νά καθαρθεῖ. Καί χωρίς κάθαρση, κανένας δέν θά σωθεῖ καί δέν θά δεῖ τόν Κύριο.
Ὅσοι πενθοῦν, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Χριστοῦ, αὐτοί καί θά παρακληθοῦν: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται». Ὅσοι δέν πενθοῦν, ἔχουν πέσει στή χειρότερη ἀπ’ ὅλες τίς αἱρέσεις: Νομίζουν ὅτι ἡ σωτηρία μπορεῖ ν’ ἀποκτηθεῖ μόνο μέ τά ἐξωτερικά σχήματα τῆς εὐσέβειας. Ξεχνοῦν ὅμως ὅτι θά παρασταθοῦμε ὅλοι στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ «Γυμνοί καί τετραχηλισμένοι (ὁλοφάνεροι)», γιά νά πάρει ὁ καθένας μας τό μισθό του σύμφωνα μέ τά ἀλάθητα κριτήρια Ἐκείνου, ὄχι τά δικά μας.
Ἀφοῦ λοιπόν θά βρεθοῦμε γυμνοί μπροστά στόν Θεό,
î γιατί σκεπάζουμε τό σῶμα μας μέ πολυτελεῖς στολές, μέ λαμπρά ἐνδύματα καί μέ ὡραῖα ὑποδήματα;
î γιατί τρέχουμε νά προϋπαντήσουμε τούς ἄρχοντες;
î γιατί μᾶς ἀρέσει νά μᾶς χαιρετοῦν;
î γιατί ἐπιδιώκουμε τίς πρωτοκαθεδρίες στά ἐπίσημα γεύματα;
î γιατί ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ κενοδοξία καί ὁ ἀκόρεστος πόθος νά ἐξουσιάζουμε;
î γιατί τά ὡραῖα σπίτια καί οἱ ὑπηρέτες, πού μᾶς ξεχωρίζουν ἀπό τούς ἄλλους;
î γιατί τά ἄκαιρα γέλια καί οἱ ἄπρεπες συζητήσεις;...
γυμνοί, μπροστά στό μεγάλο Κριτήριο!
î Ποῦ τότε τό καλό ὄνομα καί ἡ ἁγιοσύνη, πού νομίζουμε πώς ἔχουμε;
î Ποῦ οἱ κόλακες καί οἱ ἀνήξεροι, πού μᾶς ὀνομάζουν ἁγίους;
î Ποῦ οἱ ὑψηλές θέσεις καί οἱ μεγάλες ἰδέες γιά τόν ἑαυτό μας;
î Ποῦ οἱ συγγενικοί δεσμοί;
î Ποῦ ἡ δόξα τῶν ἀρχόντων;
î Ποῦ ἡ σοφία τῶν σοφῶν τοῦ κόσμου;
î Ποῦ ἡ πεποίθηση πώς εἴμαστε καλύτεροι ἀπό τούς ἄλλους ΕΝΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΙΠΟΤΑ;
î Ποῦ ἡ γλώσσα καί οἱ ρητορεῖες, πού τρέχουν σάν πηγή; «Ποῦ σοφός, ποῦ γραμματεύς, ποῦ συζητητής τοῦ αἰῶνος τούτου;».
Τί φόβος καί τρόμος τήν ὥρα ἐκείνη!
Γι’ αὐτό μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού ταπεινωμένος καί συντριμμένος, πενθεῖ καί κλαίει νύχτα καί μέρα μπροστά στόν Θεό. Αὐτός θά καθήσει ὁλόλαμπρος στά δεξιά Του. Καλότυχος εἶναι ἐκεῖνος, πού ἀκούει τά λόγια τοῦ Κυρίου καί δέν περνάει ἀνώφελα τή ζωή του, ἀλλά βρίσκεται συνεχῶς σέ κατάσταση μετανοίας. Αὐτός θά ἐλεηθεῖ καί θά ἀπολαύσει στή μέλλουσα ζωή τά ἀνεκλάλητα ἀγαθά τῆς Οὐράνιας Βασιλείας. Αὐτός θά γίνει ἅγιος!

Τέλος καί τῷ Θεῶ δόξα!

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά Μονή.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης