Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

ΡΩΜΑΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ - ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ

Η Ρωμαϊκή συνέχεια και η διασφάλιση της



π.Γεώργιος Μεταλληνός


  Η ενότητα και συνέχεια των Ορθοδόξων Λαών της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης εξασφαλίζεται με την κοινή Πίστη, την Ορθοδοξία, όπως αυτή παραδόθηκε από τους Αποστόλους και τους Αγίους μας (πρβλ.Ιούδα 3), την κοινή πνευματική ζωή (αγιοπατερική πνευματικότητα) και την κοινή κανονική τάξη.

Αυτά είναι τα όρια της ενότητας της Ορθοδοξίας στην οικουμενική διάσταση της. Όπου σώζονται αυτές οι πνευματικές προυποθέσεις, η Αυτοκρατορία της Ν. Ρώμης συνεχίζει να ζεί, με έναν άλλο τρόπο, όχι ως Κράτος, αλλά ως πνευματικός σύνδεσμος και ως Χριστώ κοινωνία. 
  Η κοινή συνείδηση, ότι ιστορικά και πνευματικά όλοι οι Ορθόδοξοι (και όσοι κλείνονταν στα όρια της Αυτοκρατορίας) συναποτελούμε την Μια ανά τον κόσμο Ορθοδοξία, είναι το θεμέλιο της ενότητας μας, που υπερβαίνει και θεραπευεί τις εθνικές και όποιες άλλες κατατμήσεις. Άλλωστε, η Ορθοδοξία είναι αγιοπνευματικό μέγεθος, που ζεί και κινείται μέσα στην αιωνιότητα, ενώ τα έθνη και τα κράτη κλείνονται στην προσωρινότητα του κόσμου τούτου. 
  Χωρίς να καταργούνται, έτσι, οι εθνικές και κρατικές ταυτότητες μας, ζούμε οι Ορθόδοξοι και την εν Χριστώ υπερεθνικότητας μας, που διασφαλίζεται με την «ενότητα της πίστεως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος». Αυτό που ήμαστε, λοιπόν, μέσα στην Αυτοκρατορία της Ορθόδοξης Ρωμανίας, συνεχίζεται και σήμερα, πνευματικά, με έναν άλλο τρόπο, και το βιώνουμε, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όταν η εθνικότητα και η κρατική υπόσταση μας δεν διεκδικούν κάποιο πρωτείο η ηγετικό ρόλο (αυτό το κάνουν οι εθνικισμοί), ούτε χρσιμοποιείται η Ορθοδοξία για την επίτευξη καιρικών και κοσμικών στόχων και σκοπιμοτήτων. 
  Εν τούτις, από ένα σημείο και μετά, αναπτύχθηκε υπέρμετρα ο εθνικισμός ( η φυλετική συνείδηση) που οδήγησε στον τονισμό της εθνικότητας, με θλιβερές συνέπειες για την ρωμαϊκή ενότητα. Αυτό, λόγω της επενεργείας των διαφόρων πολιτικών ρευμάτων, έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις στα Βαλκάνια, χωρίς όμως να μείνουν ανεπηρέαστει και οι Ρωμηοί της Μέσης Ανατολής.

Η επικράτηση των Φράγκων-Λατίνων στην Ανατολή μετά το 1204 και η ίδρυση των φραγκικών κρατιδίων, όπως και η επίδραση των Αράβων, ευνόησαν την ανάπτυξη διασπαστικών -εθνικιστικών τάσεων, που όλο και αδυνάτιζαν τη ρωμαίκή συνείδηση και ενότητα. Και είναι ανάγκη να λεχθεί ότι η Φραγκοκρατία δεν αρχίζει με την εμφάνιση Φράγκων στην Ανατολή αλλά με την κατάκτηση από τους Φράγκους των δυτικών επαρχιών της Ρωμανίας. Τη γιγάντωση του εθνικισμού ενίσχυσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις της Δυτικής Ευρώπης (Άγγλοι, Γάλλοι, κτλ) για την προώθηση των δικών τους πολιτικών συμφερόντων, όπως επίσης και το Παπικό Κράτος, που δεν έπαυσε ποτέ να επιδιώκει την διάλυση της ενότητας των Ορθοδόξων της Ανατολής για την εύκολη απορρόφηση τους, είτε ως παπικών, είτε ως ουνιτών.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία διαμορφώθηκαν δύο αντίρροπες καταστάσεις . Η κοινή ζωή των Ρωμαίων-Ορθοδόξων στο «ρούμ-μιλλετί» (τη ρωμαίκή εθνότητα) ευνόησε την ενότητα τους, ενώ οι εξισλαμισμοί προώθησαν την διάσπαση τους, μερική ή ολική απώλεια της ρωμαικής -ορθόδοξης συνείδησης τους. 
  Βέβαια, η φραγκική επέκταση στη Ρωμαίικη Ανατολή είχε και μία απρόσμενη ευεργετική για την ενότητα των Ρωμηών συνέπεια. Οι σταυροφορίες που επεσώρευσαν τόσα κακά στους Ρωμαίους της Ανατολής, με κορύφωση την άλωση του 1204, τους βοήθησαν να αντιληφθούν τις πραγματικές διαθεσείς των Φραγκοτευτόνων απέναντι τους, αλλά και της ηγεσίας τους (Πάπας, Φράγκοι Ηγεμόνες).

Οπότε οι σταυροφορίες βοήθησαν την ανάπτυξη της ψυχικής και πνευματικής ενότητας των Ρωμηών, διότι έγινε συνειδητό, ότι όλοι αντιμετώπιζαν τον ίδιο αδυσώπητο εχθρό, τους Φράγκους.

Ομολογώ, ότι αισθάνθηκα μεγάλη έκπληξη, όταν σε κάποιο Συνέδριο σε μεγάλη Χώρα της Μέσης Ανατολής (ισλαμική και αραβόφωνη) μας ετόνιζαν οι ντόπιοι συνομιλητές μας, οτί αισθάνονταν ισχυρό το συναίσθημα της αγάπης απέναντι στους Έλληνες - Ορθοδόξους, διότι επι αιώνες αντιμετωπίζαμε τον ίδιο εχθρό. Και εννοούσαν τους Φράγκους σταυροφόρους! 
  Η καλλιέργεια της εθνικής (εθνικιστικής) ιδέας στη Ρωμαίικη Ανατολή εντάθηκε από τα τέλη του 18ου αιώνα με τους φορείς του δυτικού πνεύματος Διαφωτιστές και τον 19ον αιώνα θα επιβληθεί μέσω της σχολικής εκπαίδευσης. Μόνο το ευρύ λαικό σώμα θα συνεχίζει ως κάποιο βαθμό να επηρεάζεται από το οικουμενικό πνεύμα της Ορθοδοξίας, κυρίως μέσα στη Λατρεία.

Σ΄αυτήν, ανεπίγνωστα πολλές φορές , βιώνεται η υπερεθνική -οικουμενική ενότητα των Ρωμηών-Ορθοδόξων, όταν λειτουργούμε γύρω από την κοινή Αγία Τράπεζα και κοινωνούμε όλοι από το ίδιο άγιο Ποτήριο. Σήμερα όμως η σκέψη σχεδόν όλων μας κινείται σε πλαίσιο εθνικιστικό-φυλετικό, και γι' αυτό τα αντανακλαστικά μας αδρανούν και μειώνονται οι αντιστάσεις μας. 
  Ανάλογη αρνητική επίδραση έναντι της ρωμαϊκής ενότητας είχαν και στη Μ.Ανατολή οι δυτικοσπουδασμένοι και κάτοχοι φράγκικης (γαλλικής - αγγλικής) κουλτούρας και γι'αυτό φορείς του ευρωπαικού -φραγκικού πνεύματος.

Η απώλεια κάθε σχέσης και επαφής με την Ρωμανία, αφού χάθηκε κάθε σχετική δυνατότητα στην σχολική εκπαίδευση, εξασθενίζει τη ρωμαϊκή ενότητα και αλλοιώνει την Ορθοδοξία μέσα σε ένα πνεύμα - και συνείδηση - Ουνίας ή καθαρού εκδυτικισμού/εκφράγκευσης.

  Στην εποχή μας όμως συμβαίνει και ένα άλλο παράδοξο. Τον 19ο αιώνα η ανερχόμενη αστική τάξη, για να σαρώσει τη φεουδαρχική κοινωνία και να προωθήσει την εδαφική κατάτμιση, εξυπηρετώντας την παραγωγική ανάπτυξη και την δημιουργία «προτεκτοράτων» για τον ευκολότερο μεταπραματισμό, απέβαλε την ιδεολογία του εθνικισμού και δημιούργησε τα εθνικά κράτη.

Τα επαρχιωτικά ονόματα έγιναν κρατικά (π.χ Ελλας, Σερβία, Βουλγαρία, Συρία, κ.λ.π), με ταυτόχρονη απώλεια της συνείδησης της ενότητας στο ένα μεγάλο κράτος. Τον 20ο αιώνα ο εθνικισμός εμπλουτίζεται μ' ένα στοιχείο, τον ρατσισμό ως ιδεολογία, που χωρίζει τους Ευρωπαίους από την λοιπή ανθρωπότητα, και ιδιαίτερα τους μη λευκούς. Στα τέλη όμως του 20ου αιώνα με την υπερατλαντική ιδεολογία και πολιτική της παγκοσμιοποιήσης, στην οποία κυριαρχούν το πολυεθνικό κεφάλαιο και οι υπερεθνικές «ελίτ», η εθνικιστική κατάτμιση του κόσμου θεωρείται εμπόδιο και επιβάλλονται τα ιδεολογήματα του αντιεθνικισμού και του αντιρατσισμού. 
  Όλα αυτά τα ρεύματα επηρεάζουν και τους Ορθοδόξους, ως πολίτες του κόσμου και μεταθέτουν την ενότητα μας από την ρωμαϊκή οικουμενικότητα στην νεοεποχική παγκοσμιοποίηση. Η πρώτη όμως ήταν μία φυσική ροή και εξέλιξη της ιστορικής πραγματικότητας, που άρχισε με τον Μ.Αλέξανδρο και κορυφώθηκε στην Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης (Ρωμανία).

Η δεύτερη είναι ένας άνωθεν κατευθυνόμενος εξαναγκασμός (αυτό δηλώνει το β' συνθετικό του όρου: παγκοσμιο-ΠΟΙΗΣΗ), που χειραγωγείται από τον στρατιωτικό - πολιτικό βραχίονα της Νέας Εποχής (New Age), τη Νέα Τάξη πραγμάτων, που επιβάλει σε όλο τον κόσμο η σημερινή Υπερδύναμη και Παγκόσμια Ηγεσία, η οποία σύμφωνα με πολλές σοβαρές ενδείξεις δεν είναι μόνο η Κυβέρνηση των Η.Π.Α., αλλά και η γνωστή μεν, αλλ' αθέατη εκείνη «Δύναμη», που κρύβεται πίσω απ' αυτήν και την κατευθύνει στην αλλαγή του κόσμου, σύμφωνα με ένα καθορισμένο σχέδιο.

Αυτά οι Ορθόδοξοι πρεπεί να τα λαμβάνουμε πολύ σοβαρά υπόψη για την κατανοήση της πορείας του σημερινού κόσμου και την αντιμετώπιση της, που αρχίζει με την αποφυγή της εξαπάτησης. 
  Η Ρωμαική Εθναρχία, με την πρωτοβουλία του Εθναρχικού Κέντρου, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, βλέποντας που οδηγούνται τα πράγματα για τους Ρωμηούς- Ορθοδόξους, μετά το πραξικόπηματικό ελλαδικό αυτοκέφαλο (1833) και την «Βουλγαρική Εξαρχία» (1870-1872), αντιμετώπισε το πρόβλημα του «εθνικισμού», ως θρησκευτικοπνευματικό όμως πρόβλημα και όχι ως εθνικό, όπως πράγματι ήταν, για την αποφυγή ακαίρων τριβών και εντάσεων. Έτσι, η (Πανορθόδοξος) Σύνοδος του 1872 στην Κωνσταντινούπολη κατεδίκασε τον εθνοφυλετισμό» ως αίρεση46, που αναιρεί την διδασκάλία του Ευαγγελίου και το πνεύμα της Ορθοδοξίας. Υπάρχουν όμως και άλλες όψεις της αποδυνάμωσης της ρωμαίικης ενότητας. 
  Η ουνιτική και πανσλαβιστική προπαγάνδα του 19ου αιώνα καλλιέργησε και εξάπλωσε την ιδέα, οτί οι λεγόμενοι «Βυζαντινοί» ή Γραικοί καταδυνάστευαν τις μη «ελληνικές» εθνότητες (Ρουμάνους, Αρβανίτες και Αραβόφωνους Ρούμ), ως αποικιοκράτες. Έτσι έμαθαν οι εθνότητες αυτές να βλέπουν τους «Βυζαντινούς» ως κατακτητές και όχι ως συμπολίτες τους. Το ίδιο θα συνέβαινε , αν οι ισπανόφωνοι λ.χ των Η.Π.Α έβλεπαν τους Αγγλοαμερικάνους ως κατακτητές τους. 
  Κατά τον π. Ι. Ρωμανίδη η προπαγάνδα αυτή απειλεί με μεγάλο κίνδυνο το Πατριαρχείο των Ιεροσαλύμων, το οποίο όμως από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου (4ος αι.) είναι Ρωμαίικο, δηλαδή ελληνορθόδοξο. Δεν ανήκει, συνεπώς, σε μία από τις εθνότητες της Ρωμανίας. Γι'αυτό συνυπάρχουν σ' αυτό Έλληνες και αραβόφωνοι Ορθόδοξοι της Μ. Ανατολής αυτοαποκαλούνται με υπερηφάνεια Ρούμ (Ρωμηοί) ως Ορθόδοξοι πολίτες της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, δυσανασχετούν δικαίως, όταν εμείς οι Έλληνες (Ελλαδίτες) περιορίσαμε τη σημασία του, ταυτίζοντας το όνομα Ρωμηός (Ρωμαίος) μόνο με τους φυλετικά Έλληνες, η τους ονομάζουμε Γραικούς (Greek), που και αυτό όμως το αποσυνδέσαμε από την Αυτοκρατορία και το περιορίσαμε (όπως στην αρχαιότητα) στους εκ καταγωγής Έλληνες.


 

Ως Ρωμηοί-Ρούμ θεωρούν τους ευατούς τους αδελφούς των Ελλαδιτών και (πνευματικά σήμερα) συμπολίτες τους στην Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, στη μία και ενιαία Ρωμηοσύνη. Η κοινή ρωμαϊκή γλώσσα δεν σήμαινε καθόλου καταδυνάστευση των Ελλήνων ή Γραικών πάνω στους άλλο Ρωμαίους (πάλι θα παραπέμψουμε στις Η.Π.Α, όπου όλοι οι πολίτες της,διεσπαρμένοι στις διάφορες Πολιτείες (States), έχουν την αγγλική ως κοινή γλώσσα και είναι συμπολίτες του ενός και ενιαίου Αμερικάνικου Υπερκράτους).

Συνέβη όμως και κάτι τραγικό και για μας του εκ καταγωγής Έλληνες, όπως παρατηρεί εύστοχα ο π. Ιωάννης: «Αδίστακτοι τίνες ψευδοεπιστήμονες προπαγανδισταί ξένοι δεν εντρέπονται να ισχυρίζονται ότι η Ελλάς και οι Έλληνες ήσαν υπόδουλοι εις του "Βυζαντινούς" και ότι η αρχή της απελευθερώσεως των Ελλήνων "υπήρξε η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως εις τους Τούρκους"». Αυτό σημαίνει, οτί οι Ρωμηοί υπήρξαμε υπόδουλοι στους εαυτούς μας! 
  Οι αληθινοί και γνήσιοι όμως Ρωμηοί, που θέλουν την Ορθοδοξία ως βάση της ενότητας τους και ιεραρχούν την εθνικότητα τους στην πίστη, γνωρίζουν ότι εκκλησιαστικά μπορεί να βιωθεί και σήμερα η υπερεθνικότητα της Ρωμανίας, ανεξάρτητα από την έκταση της ή την κρατική υπόσταση της.

Ρωμανία ήταν πάντοτε η χώρα, το Κράτος, η βασιλεία και επικράτεια των «Ρωμαίων», των Ορθοδοξών πολιτών της Νέας Ρώμης, ανεξάρτητα από τα όρια, που κατά καιρούς είχε. Εξ' άλλου, Ρωμηοσύνη ήταν ο λαός και ο πολιτισμός των Ρωμαίων, ανεξάρτητα από το αν βρίσκονταν μέσα ή έξω από τα κρατικά όρια της. Ο ηγέτης της Ρωμανίας (αυτοκράτορας) ήταν ο ηγέτης όλων των Ρωμαίων, εντός και εκτός της Ρωμανίας. 
  Η ενότητα της Ρωμανίας και η συνέχεια της οικουμενικής ρωμαϊκής ιδέας εξασφαλιζόταν σε κάθε ιστορική στιγμή στα όρια της εκκλησιαστικής διακαιοδοσίας, η οποία δεν ακουλούθησε τις τύχες και περιπέτειες της κρατικής δικαιοδοσίας.

Ο εκκλησιαστικός χώρος, όταν και όπου κυριαρχεί το αγιοπατερικό φρόνημα, μένει πάντα πιστός στην οικουμενικότητα της Αυτοκρατορίας. Αυτό σημαίνει, οτί όπου είναι ζωντανή η ορθόδοξη συνείδηση, εκεί βιώνεται η ρωμαϊκή οικουμενικότητα και παναδελφότητα. Διαφορετικά, όπου επικρατεί το κοσμικό φρόνημα, εκεί τα πάντα καταβροχθίζονται από ένα νοσηρό εθνικισμό.

Η απεξάρτηση από τον καταθλιπτικό (ρατσισμό) εθνικισμό, για την ανεύρεση της ρωμαϊκής οικουμενικότητας, απαιτεί κοινή προσπάθεια όλων των Ρωμηών. Διαφορετικά η ενότητα είναι αδύνατη και θα συνεχίζονται οι διαιρέσεις και ανταγωνισμοί μεταξύ τους. 
  Αυτό διαπιστώνεται ευκολότερα στην περιοχή των Αγίων Τόπων. Τα ιερά προσκυνήματα είναι Ρωμαϊκά. Αυτό σημαίνει οτί δεν ανήκουν σε μία μόνο ρωμαϊκή εθνότητα, αλλά στο Ρωμαϊκό Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων. Το ελληνικό σχολείο αφείλει, όπως πράττει επι αιώνες, έτσι και σήμερα, να τα διαφυλάττει και περιφρουρεί όχι μόνο από την αρπακτικότητα μη Ορθοδόξων παραγόντων, αλλά και από τυχόν «ορθόδοξες» ομάδες, που εργάζονται εις βάρος της ενότητας της Ρωμηοσύνης και υπέρ των δικών τους ή και ξένων συμφερόντων.


Και είναι μεν κατανοητά τα αιτήματα των μη Ελλήνων (Ελλαδιτών) Ρωμηών της Μ.Ανατολής για ίσα δικαιώματα, λύση όμως των προβλημάτων δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς της επαναπόκτηση καθαρού πατερικού φρονήματος και υπέρβαση του πνεύματος του εθνικισμού - φυλετισμού, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Πανορθοδόξου Συνόδου του 1872. 
  Η Ρωμανία ζεί και ανθεί λόγω της επιβιώσεως των εθναρχιών των κατακτημένων εδαφών της. Της Εθναρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων και της Εκκλησίας Κύπρου.

Η διακαιοδοσία αυτών των εθναρχικών κέντρων σώζει και εδαφικά - δικαιοδοσιακά την παλαιά γεωγραφική έκταση της Ρωμανίας. Στο Πατριαρχείο Νέας Ρώμης ανήκουν εκκλησιαστικά λόγω των εκεί Μητροπόλεων οι παλαιές επαρχίες της Μεγάλης Ρωμανίας (Δυτική Ευρώπη, Σκανδιναβικές χώρες, Αμερικανική ήπειρος), αλλά και η Νέα Ζηλανδία, η Αυστραλία, η Ιαπωνία και τα λοιπά τμήματα της Ασίας.

Το Ρωμαϊκό Πατριαρχείο Αλεξανδρείας έχει δικαιοδοσία σ' όλη την Αφρική. Το Ρωμαϊκό Πατριαρχείο Αντιοχείας καλύπτει, κυρίως, την Συρία και τον Λίβανο. Το Ρωμαϊκό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων καλύπτει τα κράτη Παλαιστίνη, Ισραήλ και Ιορδανία, με τα σημαντικότερα προσκυνήματα της Ρωμηοσύνης. 
  Αυτό σημαίνει ότι η Ρωμανία ζεί όχι μόνο εκκλησιαστικά, πνευματικά, αλλά και στην πράξη. Η συνέχεια της όμως και ενότητα της σήμερα, εξαρτάται από την Ορθοδοξία των ορθοδόξων πολιτών της και την πνευματική τους ελευθερία από τις εφάμαρτες και θανατηφόρες δεσμεύσεις, που δημιουργεί ο «κόσμος», που «κείται εν τω πονηρώ» (Α'Ιωαν.5,19).
πηγή


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2009/05/blog-post_21.html#ixzz2ewf7yYoh

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ 14 ΣΕΠΤΕΒΡΙΟΥ


Η Δύναμη του Σταυρού, Ύψωση του Τιμίου Σταυρού (+ 14 Σεπτεμβρίου)

http://www.augoustinos-kantiotis.gr/wp-content/uploads/2011/09/estayr1.jpgΕΙΜΑΣΤΕ, ἀγαπητοί μου, βαπτισμένοι «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Μέγα μυστήριο τὸ βάπτισμα. Οἱ γονεῖς ἂς προσέχουν νὰ βαπτίζουν τὰ παιδιά τους νωρίς. Καὶ ἂν κάποιο ἀ­βάπτιστο παιδὶ ἀρρωστήσῃ καὶ κινδυνεύῃ τὴ νύχτα νὰ πεθάνῃ καὶ παπᾶς δὲν βρίσκεται, μπορεῖ νὰ τὸ βαπτίσῃ ἡ μάνα. Νὰ τὸ σηκώσῃ τρεῖς φορὲς στὸν ἀέρα καὶ νὰ πῇ «Βαπτίζεται ὁ δοῦλος (ἢ ἡ δούλη) τοῦ Θεοῦ (τάδε) εἰς τὸ ὄ­νομα τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁ­γίου Πνεύματος», καὶ τὸ παιδὶ ἔχει βαπτι­σθῆ. Εἶνε μεγά­λη ἁμαρτία νὰ πε­θά­νῃ παιδὶ ἀβάπτιστο. Μὴν ἀρ­γεῖ­­τε νὰ βα­πτίσετε τὰ παιδιά. Κι ὅταν παι­δάκια πεθαίνουν σὲ μικρὴ ἡλικία, οἱ μανάδες νὰ μὴν τὰ κλαῖνε. Μακάρι κ᾽ ἐμεῖς νὰ πεθαίναμε ἔτσι.

Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ πήραμε τὸ βάπτισμα εἴ­μαστε Χριστιανοί. Ὄχι ἁπλῶς Χριστιανοί, ἀλ­λὰ ὀρθόδοξοι. Διότι χριστιανοὶ λέγον­ται κι αὐ­­τοὶ ποὺ εἶνε στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική, ἀλλὰ δὲν εἶνε ὀρθόδοξοι. Ἀνήκουν σὲ ἄλλα δό­­γματα· ἄλλοι εἶνε προτεστάν­τες, ἄλλοι παπικοί. Οἱ ὀρθόδοξοι νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεό, διότι ἀ­νήκου­με στὴν Ἐκκλη­σία, ποὺ δὲν ἄλλαξε τίπο­τα. Ὅσα δίδαξε ὁ Χριστός, ὅσα παρέδωσαν οἱ ἀπόστολοι, ὅσα κήρυξαν οἱ πατέρες καὶ οἱ διδάσκαλοι, ὅλα τὰ κρατοῦμε σὰν πολύτιμο θησαυρό. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε λεπτὸ πρᾶγμα, κα­θαρὸ καὶ δι­αυγές. Εἶνε ὅπως τὸ μάτι, ποὺ δὲν δέχεται τίπο­τα, οὔτε τρίχα οὔτε σκόνη. Σ᾽ αὐ­τὴν ἀνήκουμε, στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.

Καὶ ποιό εἶνε τὸ γνώρισμα τῶν ὀρθοδόξων; πῶς ξεχωρίζουν οἱ ὀρθόδοξοι ἀπὸ τοὺς φράγ­κους, τοὺς προτεστάντες καὶ τ᾽ ἄλλα δόγμα­τα; Ὅπως ὁ τσοπᾶνος ξεχωρίζει τὰ πρόβατά του βάζοντας ἐπάνω τους κάποιο σημάδι, ἔτσι κ᾽ ἐ­­μεῖς ποὺ ἀνήκουμε στὴν εὐλογημένη μάνδρα τῆς Ὀρθοδοξίας ἔχουμε μὲ τὸ βάπτισμα σημά­δι ἐ­πάνω μας. 
Τὸ σημάδι μας εἶνε ὁ τίμι­ος σταυ­ρός· ὁ σταυρός, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα 14 Σε­πτεμβρίου, ἀλλὰ καὶ τὴν Γ΄ (τρίτη) Κυ­ριακὴ τῶν Νηστειῶν καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή· ὁ σταυρός, πού ᾽νε στοὺς τρούλλους τῶν να­ῶν μας, στὰ μνήματα τῶν γονέων μας, στὰ στήθη τῶν παι­διῶν μας. Εἶνε τὸ ὅ­πλο καὶ τὸ σύμβολό μας, τὸ «Ἐν τούτῳ νίκα» τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Τί σημαίνει ὁ σταυρός; Ὅταν λέμε σταυρὸ δὲν ἐννοοῦμε ἁπλῶς τὸ ξύλινο αὐτὸ ἢ πέτρινο ἢ μεταλλικὸ σχῆμα. Ἐννοοῦμε αὐτὸν ποὺ τὸ ἁγίασε, δηλαδὴ τὸν Ἐσταυρωμένο, καὶ ὅλη τὴ ζωὴ καὶ τὴ διδασκαλία καὶ τὰ δόγματα ποὺ μᾶς παρέδωσε· ἐννοοῦμε τὰ πάθη, ποὺ ὑπέφε­ρε γιὰ τὴ σωτηρία μας, τὴ θυσία καὶ τὸ αἷμα του ποὺ χύθηκε ἐπάνω στὸ σταυρό.

Ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ μας! Κάθε σταλαγμα­τιὰ τοῦ αἵματός του, ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὰ χέρια τὰ πόδια καὶ τὴν πλευρά του, ἀξίζει περισσότε­­ρο ἀπ᾽ ὅλους τοὺς θησαυ­ρούς. Εἶνε ἡ εὐλογία τῆς ἀνθρωπότητος, τὸ λύτρο τοῦ κόσμου, ἡ συγ­χώρησις τῶν ἁμαρτι­­ῶν, τὸ λουτρὸ ὅπου λευ­καί­νον­ται οἱ ψυχές· «τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ… κα­θα­ρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰωάν. 1,7).

Γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς τελοῦμε τὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας· «Λάβετε φάγετε… Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…». Κι ὅταν κοινωνοῦμε δὲν κοινωνοῦμε ψωμὶ καὶ κρασί. Ὄχι. Τὴν ὥρα ἐ­κείνη γίνεται θαῦμα. Στὸ ἅγιο ποτήριο εἶνε ὅ­λος ὁ Χριστός. Ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος τῆς θείας εὐχαριστίας, ὅταν τὰ εὐλογήσῃ ὁ ἱερεὺς καὶ ἔρθῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, γίνονται σῶμα καὶ αἷμα τοῦ ἐσταυρωμένου Λυτρωτοῦ μας. Καὶ ὅποιος κοινωνεῖ ἀξίως τῶν ἀχράντων μυστηρίων, αὐτὸς ἔχει τὸ Χριστὸ μέσα του, εἶνε πράγματι πλούσιος καὶ εὐτυχισμένος.



* * *
Αὐτὰ ὅλα πηγάζουν ἀπὸ τὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀλλ᾽ αὐτὰ τ᾽ ἀπολαμβάνουν μόνο οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ποὺ δέχον­ται καὶ τιμοῦν τὸ σταυρό. Οἱ ἄλλοι, οἱ ἐ­χθροὶ τοῦ σταυροῦ, ἀφοῦ τὸν μισοῦν καὶ τὸν ἐ­χθρεύονται, τὰ στεροῦν­ται. Ποιοί εἶν᾽ αὐτοί; Εἶνε πρῶ­τον οἱ ἄπιστοι καὶ ἄθεοι. Εἶνε ἔπειτα οἱ ἀλλόθρησκοι. Καὶ τέλος οἱ διάφοροι αἱρετι­κοί. Οἱ λεγόμενοι μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ λ.χ., τὸ χέρι τους κόβουν ἀλλὰ σταυρὸ δὲν κάνουν. 
Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῶν Γρεβενῶν ἦταν ἕνας χιλιαστής. Πῆγαν κάτι παιδιὰ τὴ νύχτα καὶ σχημάτισαν στὴν πόρτα του μὲ μπογιὰ ἕνα σταυρό. Ὅταν τὸν εἶδε, προσπάθησε νὰ ξύσῃ τὸ χρῶ­μα, μὰ δὲν μπόρεσε. Καὶ τί ἔκανε· ἔβγαλε ὅλη τὴν πόρτα καὶ τὴν ἔκαψε! Δὲν μποροῦσε νὰ δεχθῇ τὸ σταυρό. Ὁ διάβολος καὶ τὰ παιδιά του τρέμουν ὅταν δοῦν τὸν τίμιο σταυρό. Οἱ δὲ φράγκοι, οἱ παπικοί, παραποιοῦν τὸ σταυρό· δὲν τὸν κάνουν ὀρθόδοξα, ὅπως θὰ ἐξηγήσουμε, ἀλλὰ μὲ τὰ πέντε δάχτυλα.

Ὁ σταυρὸς τῶν ὀρθοδόξων θαυματουργεῖ, κάνει θαύματα. Πότε κάνει θαύματα; Πρῶτον ὅταν ἔχῃς πίστι, καὶ δεύτερον ὅταν ἔχῃς ἀγάπη καὶ ἐκτελῇς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
⃝ Πρῶτον· μὲ πίστι στὸν Ἐσταυρωμένο, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ Θεός. Νὰ πιστεύῃς ὅπως ὁ λῃ­στής, ποὺ ὅταν εἶδε τὸν Ἐσταυρωμένο μετανόησε καὶ εἶπε· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅ­ταν ἔλ­θῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42). Νὰ πιστεύῃς ὅπως ὁ ἑκατόνταρχος, ποὺ ὅταν εἶ­δε νὰ τρέμῃ ἡ γῆ, νὰ σείωνται τὰ βράχια καὶ νὰ σκοτεινιάζῃ ὁ ἥλιος, εἶπε· «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱ­ὸς ἦν οὗτος» (Ματθ. 27,54). Νὰ πιστεύῃς ὅπως ὁ Σαῦλος, ποὺ ἀπὸ διώκτης ἔγινε κήρυκας τοῦ Χριστοῦ, ἀπόστολος Παῦλος.
⃝ Δεύτερον· ὁ σταυρὸς κάνει θαύματα ὅταν ὄχι ἁπλῶς πιστεύῃς, ἀλλὰ ἐκδηλώνῃς τὴν πίστι σου μὲ ἔργα ἀγάπης, ὅταν ἐκτελῇς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως περπάτησε ὁ Χριστός, ἔτσι νὰ περπατοῦμε κ᾽ ἐμεῖς. Ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ δρόμος. «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή», εἶπε (Ἰωάν. 14,6). Αὐτὸν ν᾽ ἀκολουθήσουμε κ᾽ ἑμεῖς. Ὅπως ὁ Χριστὸς ἀγάπησε τὸ Θεό, τὸν οὐράνιο Πατέρα, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς νὰ τὸν ἀγαποῦμε πάνω ἀπ᾽ ὅλα. Κι ὅπως ὁ Χριστὸς ἀγάπησε τὸν ἄνθρωπο, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς ν᾽ ἀγαποῦμε τὸν πλησίον μας σὰν τὸν ἑαυτό μας. Κι ὅπως ὁ Χριστὸς ἦταν ἁγνὸς καὶ καθαρός, ἔτσι νὰ προσπαθοῦμε νὰ ζοῦμε κ᾽ ἐμεῖς. 
Ἕνα διήγημα λέει τὸ ἑξῆς. Κάποτε ἕνας τσοπᾶνος βαρέθηκε νὰ βόσκῃ πρόβατα. Τοῦ πέρασε ἡ ὑ­περήφανη ἰδέα νὰ γίνῃ βασιλιᾶς. Πῆγε καὶ βρῆκε ἕνα μάγο, κι αὐτὸς τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τὸν βοηθήσῃ. Τοῦ ᾽δωσε ἕνα χαρτὶ καὶ τοῦ ᾽πε, ὅταν νυχτώσῃ, νὰ πάῃ στὸ νεκροταφεῖο καὶ νὰ τὸ ῥίξῃ στὰ μνήματα. Ὅταν τὸ ἔκανε, μαζεύτηκαν οἱ δαίμονες καὶ οὔρλιαζαν. Ἀπὸ τὸ φόβο του ἔκανε τὸ σταυρό του, ὅπως εἶχε διδαχθῆ μικρός, κι ἀμέσως τὰ δαιμόνια ἔφυγαν. Ὅταν πῆγε πάλι στὸ μάγο, ἐκεῖνος τὸν μάλω­σε· τοῦ εἶπε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κάνῃ τὸ σταυρό του. 
Προτοῦ νὰ τὸν ξαναστείλῃ στὰ μνήματα, τοῦ λέει· Θὰ πᾷς καὶ θὰ βρῇς ἕνα μικρὸ παιδάκι, θὰ τὸ σκοτώσῃς καὶ θὰ μοῦ φέρῃς τὴν καρδιά του. Δυσκολεύτηκε, ἀλλὰ μπροστὰ στὴν ἐπιθυμία νὰ γίνῃ βασιλιᾶς τό ᾽κανε τὸ ἔγκλημα. Πηγαίνει πάλι στὰ μνήματα καὶ ῥίχνει τὸ χαρτὶ μὲ τὰ μάγια. Μόλις παρουσιάστηκαν τὰ δαιμόνια, ἔκανε πάλι τὸ σταυρό του καὶ μιὰ καὶ δυὸ καὶ πολλὲς φορές, μὰ τὰ δαιμόνια δὲν ἔ­φυγαν. Γιατί δὲν ἔφυγαν; Τὸ καταλαβαίνετε· διότι ἁμάρτησε, ἔβαψε τὰ χέρια του στὸ αἷμα. Ὁ σταυρὸς κάνει θαύματα ὅταν ἔχῃς καθαρὰ τὰ χέρια ἀπὸ ἁμαρτίες, καθαρὴ τὴ γλῶσσα ἀ­πὸ βλαστήμιες, καθαρὸ τὸ κορμὶ ἀπὸ πορνεῖ­ες καὶ μοιχεῖες. Τότε κάνεις τὸ σταυρό σου μιὰ φορὰ καὶ κατεβάζεις τὰ ἄστρα στὴ γῆ.
* * *
Πρὶν τελειώσω, ἀγαπητοί μου, θὰ προσ­θέσω κάτι ἀκόμα. Πρῶτον εἴπαμε νὰ πιστεύου­­με στὸν Ἐσταυρωμένο, δεύτερον νὰ ἔχουμε ἀγάπη καὶ νὰ ἐκτελοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ τρί­το εἶνε νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας κανονικά.

Πῶς γίνεται ὁ σταυρός; Ἑνώνουμε τὰ τρία μας δάχτυλα, καὶ μ᾽ αὐτὸ δηλώνουμε ὅτι πιστεύουμε στὴν ἁγία Τριάδα, Πατέρα Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα. Φέρνουμε τὸ χέρι στὸ μέτωπο καὶ μετὰ τὸ κατεβάζουμε στὴν κοιλιά, ποὺ σημαίνει· Χριστέ, ποὺ ἤσουν στὰ οὐράνια, σ᾽ εὐ­χαριστοῦμε γιατὶ χαμήλωσες σὰν χρυσάετος καὶ κατέβηκες ἐδῶ κάτω στὴ γῆ καὶ ἔλαβες σάρκα ἀπὸ τὴν Παναγία γιὰ τὴν σωτηρία μας. Μετὰ τὸ φέρνουμε στὸν δε­ξιὸ ὦμο, ποὺ μᾶς θυ­μίζει τὸν ἐκ δεξιῶν λῃστὴ καὶ λέμε «Μνή­σθη­τί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42). Τέλος τὸ βάζουμε στὸν ἀριστε­­ρὸ ὦ­μο καὶ ἐννοοῦμε· Χριστέ, μὴ μὲ ῥίξῃς στὴν κό­­λασι. Αὐτὸς εἶνε ὁ ὀρθόδοξος σταυρός, «ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης» (ἐξαποστ.).

Παντοῦ ὁ σταυρός. Ξυπνᾷς τὸ πρωί; κάνε τὸ σταυρό σου. Πηγαί­νεις γιὰ δουλειά; ἀνεβαίνεις στὸ αὐτοκίνητο ἢ στὸ τρακτέρ; κάθισες στὸ τραπέζι; βρά­διασε, πᾷς γιὰ ὕπνο; κάνε τὸ σταυρό σου κ᾽ ἐ­σὺ καὶ ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά σου. «Πέφτω, κάνω τὸ σταυρό μου, ἄγ­γελο ἔχω στὸ πλευρό μου», ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι. Κι ὅταν μιὰ μέρα πεθάνουμε, ἕνας σταυρὸς στὸ μνῆμα μας θὰ λέῃ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».

Τελειώνοντας συνιστῶ σὲ ὅλους· κάνετε τὸ σταυρό σας κανονικά, μὲ πίστι, μὲ δάκρυα, μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ, γιὰ νὰ ἔρθῃ ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ στὸ ταλαίπωρο ἔθνος μας.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
((Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Νικολάου Ὀλυμπιάδος – Ἑορδαίας 12-8-1976)

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Η Ύψωση του Τιμίου ΣταυροΥ

 
Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού
Μεγάλη δεσποτική εορτή της Χριστιανοσύνης, με την οποία τιμάται κάθε χρόνο στις 14 Σεπτεμβρίου η διπλή ανεύρεση του Σταυρού πάνω στον οποίο μαρτύρησε ο Ιησούς Χριστός. Στη χώρα μας γιορτάζουν ο Σταύρος και η Σταυρούλα.
Σύμφωνα με την παράδοση, το 326 η γηραιά μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Αυγούστα Ιουλία Φλαβία Ελένη, μετέβη στους Αγίους Τόπους για να φέρει στο φως τα διάφορα μέρη στα οποία έζησε και δίδαξε ο Ιησούς Χριστός. Στα Ιεροσόλυμα πραγματοποίησε μεγάλες ανασκαφές για να βρεθούν οι τόποι της Σταύρωσης και της Ανάστασης στον λόφο του Γολγοθά. Η μετέπειτα Αγία Ελένη οδηγήθηκε στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, τον γνωστό μας βασιλικό. Ύστερα από επίπονες ανασκαφές βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών.
Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Σταυρός του Κυρίου εντοπίσθηκε ύστερα από θαύμα, όταν τοποθετήθηκε πάνω σε νεκρή γυναίκα και αυτή αναστήθηκε. Στη θέση αυτή υπήρχε ο ναός της Αφροδίτης, που είχε ανεγείρει το 135 ο ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, μετά τη δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Η Ελένη, αφού διέταξε να τον γκρεμίσουν, έχτισε στη θέση του τον περικαλλή Ναό της Αναστάσεως, ο οποίος αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα μνημεία του Χριστιανισμού. Ο Σταυρός του Κυρίου παραδόθηκε στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο, ο οποίος τον τοποθέτησε στον ναό της Αναστάσεως στις 14 Σεπτεμβρίου 335.
Η δεύτερη Ύψωση του Τιμίου Σταυρού σχετίζεται με τους Βυζαντινο-Περσικούς Πολέμους (602-628). Το 614 οι Πέρσες κυρίευσαν την Παλαιστίνη και αφού λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα του Χριστιανισμού, πήραν μαζί τους ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν τον Σταυρό μαγικό, εξαιτίας κάποιων θαυμάτων που έγιναν και τον προσκυνούσαν. Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος, μετά την οριστική νίκη του εναντίον των Περσών το 628, ανέκτησε το ιερό σύμβολο της Χριστιανοσύνης και το μετέφερε αρχικά στην Κωνσταντινούπολη (14 Σεπτεμβρίου 629), όπου αποτέλεσε μέρος του θριάμβου του και στη συνέχεια στα Ιεροσόλυμα.
Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού εορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα κάθε χρόνο στις 14 Σεπτεμβρίου. Στις εκκλησίες ψάλλεται, μεταξύ των άλλων, το πασίγνωστο απολυτίκιο «Σώσον Κύριε τον λαόν σου…» και στους πιστούς μοιράζονται κλώνοι βασιλικού, εκκλησιαστική συνήθεια που πηγάζει από την παράδοση ότι στο μέρος που βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός είχε φυτρώσει το αρωματικό αυτό φυτό. Η Εκκλησία επιτάσσει την ημέρα αυτή αυστηρά νηστεία.

Απολυτίκιον

«Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων, δια του Σταυρού Σου, πολίτευμα.»

Λαογραφία

  • Η γιορτή του Σταυρού έχει ιδιαίτερη σημασία για τους γεωργούς, διότι αποτελεί την αφετηρία της νέας χρονιάς, ενόψει της σποράς. Οι γεωργοί  φέρνουν στην εκκλησία μείγμα από τα δημητριακά που θα σπείρουν για να δεχθούν την ειδική ευλογία του ιερέα: «Βλαστήσαι την γην, και δούναι σπέρμα το σπείροντι, και άρτον εις βρώσιν» («Ευχή επί ευλογήσει του σπόρου»).
  • Την ημέρα του Σταυρού, οι ναυτικοί συνήθιζαν να σταματούν τα μακρινά ταξίδια με ιστιοφόρα, όπως συμβούλευε η παροιμία: «Του Σταυρού, σταύρωνε και δένε».
  • Με το βασιλικό που παίρνουν από την εκκλησία, οι νοικοκυρές συνηθίζουν να φτιάχνουν το προζύμι της χρονιάς (Πήλιο, Κορώνη κ.ά).
  • Στην Αίγινα αναβιώνει ο λεγόμενος «Λειδινός», μια μιμητική παράσταση με μοιρολογήματα και ταφή ενός ομοιώματος μικρού παιδιού, έθιμο με πιθανότατα αρχαία καταγωγή. Ακολουθεί η προσφορά κολλύβων και η τελετουργία κλείνει με χορούς και τραγούδια. Οι επιλογικοί στίχοι του μοιρολογιού:
“
Πάλι θα ρθεις, Λειδινέ μου
Με του Μάρτη τις δροσιές
Με τ’ Απριλη τα λουλούδια
Τσαι του Μάη τις δουλειές…
Ήρθε η ώρα να μας φύγεις,
πάαινε εις το καλό,
τσαι με το καλό να έρθεις
τσ’ όλους να μας βρεις γερούς…
”
Ο «Λειδινός» («Δειλινός» με αντιμετάθεση δ και λ) είναι ένα δρώμενο, όπου κυριαρχεί το στοιχείο του θανάτου ως προϋπόθεση για τη νέα ζωή, με αυτονόητο τον συμβολισμό που αφορά τον μαρασμό της φύσης και την αναγέννησή της κάθε χρόνο.
 

ΣΤΑΥΡΟΣ


Σταυρός


Πριν από είκοσι αιώνες ο σταυρός ήταν όργανο ατιμωτικής τιμωρίας και φρικτού θανάτου. Οι Ρωμαίοι καταδίκαζαν στην ποινή της σταυρώσεως τους πιο μεγάλους εγκληματίες.

Σήμερα ο σταυρός κυριαρχεί σ' ολόκληρη τη ζωή των πιστών χριστιανών, σ' ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας μας, σαν όργανο θυσίας, σωτηρίας, χαράς, αγιασμού και χάριτος. "Όπως γράφει ο ιερός Χρυσόστομος, "αυτό το καταραμένο και αποτρόπαιο σύμβολο της χειρότερης τιμωρίας, τώρα έχει γίνει ποθητό και αξιαγάπητο". Παντού το Βλέπεις. "Στην αγία Τράπεζα, στις χειροτονίες των Ιερέων, στη θεία λειτουργία, στα σπίτια, στις αγορές' στις ερημιές και στους δρόμους' στις θάλασσες, στα πλοία και στα νησιά' στα κρεβάτια και στα ενδύματα' στους γάμους, στα συμπόσια' στα χρυσά και τ' ασημένια σκεύη' στα κοσμήματα και στις τοιχογραφίες... Τόσο περιπόθητο σ' όλους έγινε το θαυμαστό αυτό δώρο, ή ανέκφραστη αυτή χάρη".

Πράγματι, οπού κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του, μέσα κι έξω από το ναό, θα δει το σημείο του σταυρού. Σαν ορατό, σχηματικό σύμβολο, αλλά και σαν ιερή χειρονομία. Το σημείο του σταυρού δεσπόζει στη ζωή της Εκκλησίας.
Γιατί όμως;

Γιατί από τότε πού πάνω στο σταυρό καρφώθηκε και πέθανε για τη σωτηρία του κόσμου ο ίδιος ο Θεός, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, το όργανο αυτό της τιμωρίας έγινε όργανο σωτηρίας. "... Ου γαρ έτι καταδίκης εστί τιμωρία, αλλά τρόπαιον εδείχθη ημίν σωτηρίας", λέει ένα τροπάριο. Το αντικείμενο της αισχύνης έγινε ή δόξα της Εκκλησίας. Της κατάρας το σύμβολο, έγινε "αράς της αρχαίας λύτρον". Της οδύνης και του θανάτου το ξύλο, έγινε "χαράς σημείον" και "ζωής ταμείον". Και όλ' αυτά επειδή πάνω στο ξύλο του σταυρού, μαζί με το πανάχραντο σώμα Του, ο Κύριος κάρφωσε και τις αμαρτίες μας. Όπως γράφει ο άγιος απόστολος Παύλος, μας χάρισε "πάντα τα παραπτώματα, εξαλείψας το καθ' ημών χειρόγραφον... προσηλώσας αυτό τω σταυρώ".
Ό σταυρός του Χριστού μας συμφιλίωσε με τον ουράνιο Πατέρα, από τον Όποιο μας είχε χωρίσει ο διάβολος, εξαπατώντας τους προπάτορες. Ό σταυρός του Χριστού μας άνοιξε τη βασιλεία των ουρανών, αφού μέχρι τη σταύρωση Εκείνου ο Άδης κατάπινε αχόρταγα ακόμη και τους δικαίους. Γι' αυτό έχει τόση δύναμη και χάρη, τη δύναμη και τη χάρη του Χριστού, πού, όταν σταυρώθηκε, τη μεταβίβασε με τρόπο μυστικό και ακατάληπτο στον τίμιο σταυρό Του, όπως σοφά μας λέει και ή υμνολογία: " Ο σταυρός σου, Χριστέ, ει και ξύλον οράται τη ουσία, αλλά θείαν περιβέβληται δυναστείαν και αισθητώς τω κοσμώ φαινόμενος, νοητώς την ημών θαυματουργεί σωτηρίαν...".

Ό σταυρός λοιπόν έγινε το σύμβολο του ιδίου του Χριστού. Σύμβολο πού τρέμουν τα δαιμόνια.

Αν είναι όμως πράγματι έτσι, γιατί τότε υπάρχουν άνθρωποι πού αρνούνται, αποστρέφονται και ατιμάζουν το σταυρό; "Πολλοί γαρ περιπατούσιν", γράφει ο απόστολος Παύλος, "ους πολλάκις έλεγον υμίν, νυν δε και κλαίων λέγω, τους εχθρούς του σταυρού του Χριστού, ων το τέλος απώλεια!...".
Πράγματι, ορισμένοι αιρετικοί είναι "εχθροί του σταυρού". Ό σταυρός, λένε, είναι όργανο εγκλήματος, και αποτελεί ειδωλολατρία ή απόδοση σ' αυτόν τιμής. Υποστηρίζουν μάλιστα πώς ή αρχαία Εκκλησία δεν χρησιμοποιούσε το σημείο του σταυρού.
Ή άποψη αυτή είναι πλανεμένη. Πρώτον, επειδή ή Εκκλησία μας δεν τιμά το σταυρό σαν ένα τυχαίο γεωμετρικό σχήμα. Δεύτερον, επειδή ή τιμή προς το σημείο του σταυρού έχει την αρχή της στους αποστολικούς ήδη χρόνους. Τρίτον, επειδή ο ίδιος ο Θεός φανέρωσε με υπερφυσικά γεγονότα, σε διάφορες περιπτώσεις και εποχές, ότι ο σταυρός αποτελεί το σύμβολο Του. Και τέταρτον, επειδή με το σημείο του σταυρού έγιναν και γίνονται εξαίσια θαύματα.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Α' Η Εκκλησία μας δεν τιμά το σταυρό αυτό καθεαυτό, σαν απλό σχήμα, αποδεσμευμένο από τον εσταυρωμένο Κύριο. Αυτό θα ήταν πράγματι ειδωλολατρία. Αλλά τον τιμά σαν το σύμβολο της μεγάλης θυσίας του Χριστού, από την όποια απορρέει ή χάρη, ο αγιασμός και ή σωτηρία του ανθρώπου. Τον ασπάζεται και τον προσκυνά σαν το σημείο του Υιού του ανθρώπου (Ματθ. 24, 30), πού έχει προσλάβει μυστικά και ακατάληπτα, όπως είπαμε, τη χάρη και τη δύναμη Του.
Βλέποντας ο πιστός το σχήμα του σταυρού, κάνοντας το σημείο του σταυρού, προσκυνώντας τον "τύπον" και το σύμβολο του σταυρού, βλέπει με τα μάτια της ψυχής του και προσκυνά τον εσταυρωμένο Ιησού. "Δεν ασπαζόμαστε το σταυρό σαν Θεό, αλλά δείχνοντας τη γνήσια διάθεση της ψυχής μας προς τον Εσταυρωμένο", γράφει ο άγιος Ιερώνυμος. Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διευκρινίζει ότι, εκτός από το τίμιο Ξύλο, "προσκυνούμε και τον τύπο του τιμίου και ζωοποιού σταυρού, αν και είναι από διαφορετική ύλη κατασκευασμένος, όχι βέβαια τιμώντας ,την ύλη - μη γένοιτο -, αλλά τον τύπο, σαν σύμβολο του Χριστού". Πόσο δίκιο έχουν οι άγιοι Πατέρες, θα διαπιστώσουμε παρακάτω, εξετάζοντας την αγιαστική και θαυματουργική δύναμη του σημείου του σταυρού.

Β' Η αρχή της τιμής προς το σημείο του σταυρού χάνεται στα βάθη της χριστιανικής αρχαιότητος, μια και μας παραδίδεται από τους αποστολικούς χρόνους.
Ό άγιος απόστολος Παύλος διακηρύσσει: " Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι' ου Εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω".
Ό άγιος απόστολος Πέτρος καταδικάστηκε σε θάνατο σταυρικό, όπως ο Κύριος. Τόσο τιμούσε όμως το σημείο του σταυρού, ώστε ικέτευε τους δήμιους του: "Δεν είμαι άξιος να με σταυρώσετε όρθιο, όπως το Χριστό μου. Εκείνος σταυρώθηκε έτσι για να βλέπει στη γη, επειδή θα πήγαινε στον Άδη να ελευθερώσει τις ψυχές, πού βρίσκονται εκεί. Εμένα όμως να με σταυρώσετε με το κεφάλι κάτω, για να βλέπω τον ουρανό, όπου πρόκειται να πάω".
Ό άγιος απόστολος Ανδρέας ο πρωτόκλητος, όταν αντίκρισε το σταυρό του μαρτυρίου του (σχήματος Χ), αναφώνησε με δέος και συγκίνηση: "Χαίρε, σταυρέ, πού με το σώμα του Χριστού αγιάστηκες και με τα μέλη του, σαν με μαργαριτάρια, στολίστηκες! Πριν καρφωθεί επάνω σου ο Κύριος μου, ήσουνα φοβερός για τους ανθρώπους. Τώρα όμως όλοι οι πιστοί γνωρίζουν πόση χάρη είναι κρυμμένη μέσα σου. Άφοβα και χαρούμενα σε πλησιάζω. Πρόθυμα δέξου με κι εσύ, το μαθητή του εσταυρωμένου Χριστού... Ω μακάριε και παμπόθητε σταυρέ, πάρε με από τους ανθρώπους και παράδωσε με στο Δάσκαλο μου!".
Την αρχαιότητα της χρήσεως του σημείου του σταυρού επιβεβαιώνει και ένας από τους μεγάλους απολογητές, ο Τερτυλλιανός (περίπου 160-220), πού γράφει: " Οπουδήποτε κι αν πρόκειται να φθάσουμε, για οπουδήποτε κι αν πρέπει να ξεκινήσουμε, όταν φθάνουμε και όταν ξεκινούμε, όταν βάζουμε τα παπούτσια μας, όταν πλενόμαστε, όταν τρώμε, όταν ανάβουμε το λυχνάρι, όταν πέφτουμε στο κρεβάτι, όταν καθόμαστε στο σκαμνί, όταν αρχίζουμε κάποια συζήτηση, κάνουμε στο μέτωπο μας το σημείο του σταυρού" (De corona 3,11).

Γ' Ο ίδιος ο Κύριος, με υπερφυσικά γεγονότα και θαυμαστές αποκαλύψεις, φανέρωσε σε διάφορες περιστάσεις, με τρόπο κραυγαλέο, πώς το σημείο του σταυρού αποτελεί το σύμβολο Του και το αήττητο τρόπαιο των πιστών. Θ' αναφερθούμε σ' ελάχιστα παραδείγματα, από τ' αναρίθμητα πού διασώζουν ή εκκλησιαστική ιστορία, οι άγιοι Πατέρες και τα συναξάρια.
1. Ό γνωστός εκκλησιαστικός Ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας (+ 340), σύγχρονος του άγιου Κωνσταντίνου του Μεγάλου, περιγράφει εναργέστατα και αδιάψευστα το πασίγνωστο περιστατικό της εμφανίσεως στον άγιο του φωτεινού σταυρού με την επιγραφή "εν τούτω νίκα", και μάλιστα μέρα μεσημέρι, με μάρτυρες όλους τους άνδρες του στρατεύματος του.
2. Εκτός από την παραπάνω υπερφυσική φανέρωση του σημείου του σταυρού, έγινε και μια άλλη, πάλι μπροστά σε αναρίθμητους αυτόπτες μάρτυρες, όταν βασιλιάς ήταν ο Κωνστάντιος, γιος του αγίου Κωνσταντίνου, και αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων ο άγιος Κύριλλος. Το θαύμα διηγείται ο ίδιος ο άγιος στο βασιλιά με μια επιστολή του, στην όποια αναφέρει ότι την ημέρα εκείνη (7 Μαΐου 346, περίοδος Πεντηκοστής), γύρω στην τρίτη ώρα (9 π.μ.), φάνηκε στον ουρανό το σημείο του τιμίου σταυρού, τεράστιο, ολοφώτεινο, εκτεινόμενο από τον άγιο Γολγοθά μέχρι το Όρος των Ελαιών. Δεν το είδαν ένας και δύο, αλλά όλοι οι κάτοικοι των Ιεροσολύμων. Και δεν φάνηκε για μια στιγμή μόνο, αλλά για ώρες πολλές κρεμόταν στο στερέωμα. Και ήταν τόσο λαμπρό, ώστε ξεπερνούσε στη λάμψη τις ακτίνες του ήλιου, γι' αυτό και μπορούσαν να το δουν φανερά μέρα μεσημέρι. Βλέποντας αυτό το θαύμα ό λαός της πόλεως έτρεξε στο ναό της Αναστάσεως. Όλοι έσπευσαν να δοξάσουν μ' ένα στόμα τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, έχοντας τώρα διδαχθεί από τα ίδια τα πράγματα ότι το πανευσεβές δόγμα των χριστιανών δεν στηρίζεται σε ανθρώπινη σοφία, πού πείθει με τα λόγια και τη λογική, αλλά στις αποδείξεις πού δίνουν τα πνευματικά χαρίσματα και οί θαυματουργικές δυνάμεις. Και το δόγμα δεν κηρύσσεται μόνο από ανθρώπους, αλλά μαρτυρείτε και από τον ίδιο το θεό, από τον ουρανό.
Την ανάμνηση "του εν ουρανώ φανέντος σημείου του Τιμίου Σταυρού" εορτάζει ή Εκκλησία μας στις 7 Μαΐου, ήμερα της εμφανίσεως του.
3. Ό άγιος μεγαλομάρτυς Ευστάθιος (20 Σεπτεμβρίου) αξιώθηκε να δει ένα θαυμαστό όραμα, χάρη στο όποιο μεταστράφηκε από την ειδωλολατρία στη χριστιανική πίστη.
Συνετός, εγκρατής, φιλάνθρωπος και φιλοδίκαιος, αν και ειδωλολάτρης, ό άγιος Ευστάθιος (πού λεγόταν τότε Πλακίδας) είλκυσε πάνω του τη χάρη του Χριστού, πού του αποκαλύφθηκε με παράδοξο τρόπο. Συγκεκριμένα, ενώ μια μέρα κυνηγούσε στο δάσος, βλέπει από μακριά ένα ωραιότατο και μεγαλόσωμο ελάφι, πού, ενώ έφευγε, έστρεφε κάθε τόσο το κεφάλι και τον παρατηρούσε κατάματα. Ό άγιος σπιρούνισε το άλογο του για να το φτάσει, αλλά δεν μπόρεσε. Έτρεξαν πίσω του και οι σύντροφοι του, αλλά μάταια. Μετά από ώρα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια, γιατί τα άλογα τους είχαν εξαντληθεί. Μόνο ο άγιος επέμεινε να καλπάζει πίσω από το ακούραστο ελάφι. Τελικά, καταϊδρωμένοι αυτός και το άλογο του, έφτασαν μπροστά σ' ένα μεγάλο χάσμα. Το ελάφι εύκολα πήδηξε απέναντι, όπου στάθηκε και κοίταζε τον άγιο. Το άλογο όμως δεν μπορούσε να πηδήξει, και αναγκάστηκε να σταματήσει. Τότε, με απερίγραπτη έκπληξη, βλέπει ο άγιος ανάμεσα στα κέρατα του ελαφιού έναν υπέρλαμπρο φωτεινό σταυρό, πού έφερε τον εσταυρωμένο Κύριο, και ακούει μια φωνή να του λέει: "Γιατί, Πλακίδα, με κυνηγάς; Εγώ είμαι ο Χριστός, πού δεν με γνωρίζεις, αλλά μ' εύαρεστεϊς με τα καλά σου έργα. Για χάρη σου λοιπόν φάνηκα πάνω σ' αυτό το ελάφι. Οι ελεημοσύνες και οι καλές σου πράξεις μ' ευχαρίστησαν. Γι' αυτό κι εγώ σου φανερώθηκα, γιατί δεν είναι δίκαιο ένας άνθρωπος σαν κι εσένα να μη γνωρίζει την αλήθεια...". Αυτά και άλλα πολλά του είπε ο Κύριος, πριν τον στείλει στον επίσκοπο του τόπου, ο όποιος τον βάπτισε μαζί με ολόκληρη την οικογένεια του, δίνοντας του το όνομα Ευστάθιος.
Τρία από τα αναρίθμητα παραδείγματα θεϊκών αποκαλύψεων, σχετικά με το σημείο του σταυρού, είναι όσα αναφέραμε πιο πάνω, με τα όποια διδασκόμαστε ότι το σημείο αυτό είναι ή σφραγίδα του Χριστού.
Για να αιτιολογηθεί με περισσότερα στοιχεία ή τιμή πού αποδίδει στο σταυρό ή Εκκλησία, και για να φανεί παραστατικά ή δύναμη του σημείου του σταυρού, ως σημείου του Χριστού, θα διηγηθούμε παρακάτω μερικά σποραδικά θαύματα - τα πιο πολλά από τους βίους των άγιων -, πού έγιναν κατά καιρούς μ' αυτό το πανίερο σύμβολο.

Δ' Ό άγιος Ιωάννης ο θεολόγος (26 Σεπτεμβρίου), θεράπευσε στην Πάτμο τον παράλυτο ειδωλολάτρη ιερέα του Απόλλωνα, σφραγίζοντας τον με το σημείο του σταυρού.
Ό άγιος Αντώνιος ο μέγας (17 Ιανουαρίου), θέλοντας να καταισχύνει κάποιους ειδωλολάτρες σοφούς, πού πήγαν να τον πειράξουν, έφερε μπροστά τους μερικούς δαιμονισμένους και είπε: " Η καθαρίστε τους εσείς με τους συλλογισμούς σας και μ' οποιαδήποτε άλλη τέχνη ή μαγεία θέλετε, επικαλούμενοι τα είδωλα σας, ή, αν δεν μπορείτε, παραιτηθείτε από την πολεμική εναντίον μας, και θα δείτε τη δύναμη του σταυρού του Χριστού!". Και την ίδια στιγμή επικαλέστηκε τον Κύριο, σφραγίζοντας τους δαιμονισμένους τρεις φορές με το σημείο του σταυρού. Αμέσως εκείνοι ελευθερώθηκαν από τα δαιμόνια και σηκώθηκαν θεραπευμένοι, δοξάζοντας το Θεό.
Όταν ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου (12 Μαΐου) ήταν ακόμα μικρό δεκάχρονο παιδί, ένα ατίθασο γαϊδούρι τον τραυμάτισε σοβαρά στο μηρό και τον έριξε χάμω, ανίκανο πια να σηκωθεί. Τότε ένας ευσεβής χριστιανός, ο Κλεόθιος, τον σταύρωσε τρεις φορές στο χτυπημένο μέλος, και αμέσως ο μικρός Επιφάνιος γιατρεύτηκε και σηκώθηκε. Ο ίδιος ο άγιος, πολύ αργότερα, σταύρωσε τρεις φορές επίσης τη θυγατέρα του βασιλιά της Περσίας, και την απάλλαξε αυτοστιγμεί από το δαιμόνιο πού την βασάνιζε.
Ό άγιος Βασίλειος ο μέγας (1 Ιανουαρίου), όταν ο αρειανός βασιλιάς Ούάλης διέταξε να παραδοθεί ο καθεδρικός ναός της Νικαίας στους αρειανούς, ζήτησε ν' αφήσουν το Θεό ν' αποφανθεί για το ζήτημα. Πρότεινε να κλείσουν το ναό, κι έπειτα να προσευχηθούν τόσο οι αρειανοί όσο και οι ορθόδοξοι. Και αν ανοίξει με την προσευχή των ορθοδόξων, να παραμείνει σ' αυτούς. Αλλιώς, αν δηλαδή ανοίξει με την προσευχή των αρειανών ή ακόμα κι αν δεν ανοίξει καθόλου, να τον πάρουν οι αρειανοί. Έτσι κι έγινε. Άλλα οι προσευχές των αιρετικών δεν καρποφόρησαν. Αντίθετα, μόλις ό άγιος Βασίλειος σχημάτισε τρεις φορές το σημείο του σταυρού πάνω στην κλειστή πύλη του ναού λέγοντας, " Ευλογητός ό Θεός των χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων", αμέσως έσπασαν οι μοχλοί κι ανοίχτηκαν τα θυρόφυλλα. Έτσι ή εκκλησία παρέμεινε στους ορθοδόξους.
Ή αγία Βασίλισσα (3 Σεπτεμβρίου), όταν ο ηγεμόνας της Νικομήδειας Αλέξανδρος την έριξε μέσα σ' ένα καμίνι, σφραγίστηκε με το σημείο του σταυρού και δεν πειράχτηκε καθόλου από τη φωτιά.
Με το σημείο του σταυρού γιάτρευε όλους τους αρρώστους, πού έτρεχαν κοντά του για να βρουν την υγεία τους, ο άγιος Θαλλέλαιος (20 Μαΐου).
Με το σημείο του σταυρού ο όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σάλος (28 Μαΐου) και ό άγιος Ζαχαρίας ό σκυτοτόμος (17 Νοεμβρίου) άνοιγαν τις νύχτες τις κλειδωμένες πύλες των εκκλησιών της Κωνσταντινουπόλεως, όπου πήγαιναν και προσεύχονταν κρυφά από τους ανθρώπους, και με τον ίδιο τρόπο τις έκλειναν πάλι φεύγοντας.
Άλλα δεν έχουν τέλος τα θαύματα του σταυρού.
Ένα διαρκές, επαναλαμβανόμενο θαύμα είναι του αγιασμού. Μόνο ή 'Ορθόδοξη Εκκλησία, ή κιβωτός της Αλήθειας, έχει αυτό το θεϊκό δώρο και προνόμιο. Μόνο ή Εκκλησία μας έχει αγιασμό. Με τη σταυροειδή ευλογία του ιερέως και την τριπλή σταυροειδή βύθιση του σταυρού στο νερό, αυτό αγιάζεται και γίνεται "ιαματικόν ψυχών και σωμάτων, και πάσης αντικείμενης δυνάμεως αποτρεπτικόν", ενώ, επιπλέον, παραμένει ακέραιο και αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο!
Έχει δίκιο, λοιπόν, ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης όταν γράφει: "Ό σταυρός είναι εικόνα του εσταυρωμένου Χριστού, του Υιού του θεού. Γι' αυτό και το σημείο του, και ή σκιά του ακόμα μόνη, προκαλούν τρόμο στους δαίμονες, γιατί είναι το σημείο του Χριστού, γιατί είναι ή σκέπη του εσταυρωμένου. Γι' αυτό αρκεί να βυθίσει κανείς το σταυρό στο νερό για να το αγιάσει. Μετά απ' αυτό, το νερό γίνεται ιαματικό και διώχνει τα δαιμόνια".

Με όλα όσα πολύ συνοπτικά εκθέσαμε ως εδώ, αιτιολογείται και κατανοείται απόλυτα ή μεγάλη τιμή με την οποία περιβάλλει ή Εκκλησία μας το σημείο του σταυρού, καθώς και ή συχνότατη χρήση του τόσο στη θεία λατρεία όσο και στην καθημερινή ζωή των πιστών:
Σ' όλες τις κινήσεις του λειτουργού, κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας, από το "Ευλογημένη ή Βασιλεία" μέχρι το "Δι' ευχών", κυριαρχεί το σημείο του σταυρού.
Σε όλες τις λατρευτικές πράξεις και τελετές, όπου γίνεται λόγος για ευλογία, κατά την άγραφη παράδοση της Εκκλησίας πρέπει να σχηματίζεται από τον ιερέα "σταυρού τύπος".
Όπου κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του, μέσα κι έξω από τον ορθόδοξο ναό, θα δει το σημείο του σταυρού αποτυπωμένο: στη ναοδομία, στην εικονογραφία, στην εκκλησιαστική διακοσμητική, στα λειτουργικά βιβλία, στα ιερά άμφια και σκεύη...
Άλλα και στην καθημερινή μας ζωή όλοι οι πιστοί διαφυλάσσουμε σαν πολύτιμη πνευματική και αγιαστική παρακαταθήκη την ιερή συνήθεια της χρήσεως του σημείου του σταυρού.
Οι ευσεβείς χριστιανοί κάνουν πολύ συχνά το σταυρό τους: Το πρωί πού σηκώνονται από τον ύπνο- στη διάρκεια όλων των προσευχών τους, όταν φεύγουν από το σπίτι τους, όταν περνούν μπροστά από ιερούς ναούς, όταν αρχίζουν κάποια εργασία, όταν τελειώνουν την εργασία, πριν πιουν νερό ή άλλο ποτό, πριν από το φαγητό, μετά το φαγητό, πριν κατακλιθούν για ύπνο- όταν ακούσουν είτε ευχάριστη είτε δυσάρεστη είδηση... Σε κάθε περίσταση, εύκαιρα-άκαιρα, το σημείο του σταυρού!... Ή ημέρα του πιστού αρχίζει - και πρέπει ν' αρχίζει - με το σταυρό και τελειώνει με το σταυρό. Άλλα και αντίστροφα, ή νύχτα του αρχίζει και τελειώνει πάλι με το σταυρό.
Πολλές φορές επίσης οι χριστιανοί καταφεύγουν στο ναό, αναζητώντας τον ιερέα για να τους "σταυρώσει", δηλαδή να τους ευλογήσει σταυροειδώς (είτε με σταυρό είτε με άλλο ιερό σκεύος ή άμφιο), προκειμένου να ενισχυθούν εναντίον των πειρασμών ή ν' ανακουφιστούν από κάποια ασθένεια.
Τόσο μεγάλη είναι ή δύναμη του σημείου του σταυρού, σημείου του παντοδύναμου Υιού του Θεού. Τόσο μεγάλη ή χάρη πού κλείνει μυστικά μέσα του. Όπως συνοπτικά και παραστατικά διατυπώνει ο άγιος Μακάριος Μόσχας, "πολλές φορές ένα και μόνο σημείο του σταυρού, πού γίνεται με πίστη και έντονα βιώματα, είναι ισχυρότερο από πολλά λόγια προσευχής μπροστά στο θρόνο του Ύψιστου. Σ' αυτό υπάρχει το φως πού καταυγάζει την ψυχή, ή ιαματική δύναμη πού θεραπεύει τα ασθενήματα των ψυχών και των σωμάτων, ή μυστική δύναμη πού αντιδρά σε κάθε βλάβη. Ταράζουν την ψυχή σου ακάθαρτοι λογισμοί και επιθυμίες; Περιτειχίσου με το σημείο του σταυρού, διπλασίασε και τριπλασίασε αυτό το τείχος, και οι ακάθαρτοι λογισμοί θα δαμαστούν. Κατατυραννιέται ή καρδιά σου από τη μελαγχολία και τη θλίψη; Σε κυριεύει ο φόβος ή σε περιστοιχίζουν οι πειρασμοί; Αισθάνεσαι τις πονηρίες των αοράτων εχθρών; Κατάφυγε σ' αυτή τη δύναμη του σταυρού, και ή ειρήνη της ψυχής θα ξαναγυρίσει, οι πειρασμοί θ' απομακρυνθούν, ή παρηγοριά της χάριτος του Θεού και ή πνευματική ευφροσύνη θα πλημμυρίσουν την καρδιά σου".

Μετά απ' αυτά όμως, ευλόγα μας γεννιέται το ερώτημα: "Αν έχει τόση χάρη και τόση δύναμη το σημείο του σταυρού, γιατί δεν μπορούμε κι εμείς όλοι ν' απολαύσουμε τις ευλογίες και τις δωρεές του;
Δεν είναι δύσκολη ή απάντηση: Επειδή δεν το χρησιμοποιούμε σωστά, όπως πρέπει, όπως θέλει ο Θεός και ή Εκκλησία.
Θ' αναφερθούμε ενδεικτικά μόνο σε τέσσερις αιτίες:
α) Ίσως γιατί είμαστε ολιγόπιστοι και χλιαροί. Δεν κάνουμε το σημείο του σταυρού με ζωντανή πίστη στον εσταυρωμένο Κύριο και στη δύναμη της χάριτος του σταυρού Του.
β) Ίσως γιατί δεν έχουμε ταπεινοφροσύνη. Έτσι, αν ο Κύριος ενεργοποιήσει τη δύναμη του σημείου του σταυρού Του, υπάρχει κίνδυνος να πέσουμε σε υπερηφάνεια, θεωρώντας τις συνέπειες αυτής της θείας δυνάμεως σαν δικά μας κατορθώματα.
γ) Ίσως για τη σκληροκαρδία, την αμαρτωλότητα και την αμετανοησία μας. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, πρέπει "να έχωμεν το χέρι μας καθαρόν από αμαρτίες και αμόλυντο, και τότε, ωσάν κάνομεν τον σταυρόν, κατακαίεται ο διάβολος και φεύγει. Είδε και είμεσθεν μεμολυσμένοι με αμαρτίες, δεν πιάνεται ο σταυρός οπού κάνομεν... [και τότε] οι δαίμονες δεν φοβούνται".
δ) Τέλος, ίσως επειδή δεν κάνουμε το σημείο του σταυρού σωστά, με τον τρόπο πού μας έχει παραδώσει ή άγια Εκκλησία μας, προσβάλλοντας έτσι την ιερότητα του και τον ίδιο τον Κύριο.
Αυτό το τελευταίο πρέπει να το προσέξουμε πολύ. Πάρα πολύ. Όλοι μας - κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί - είμαστε ένοχοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, για απρόσεκτη ή μηχανική ή και ασεβή εκτέλεση του σημείου του σταυρού πάνω στο σώμα μας.
Ορισμένοι κινούν βιαστικά το χέρι πάνω στο στήθος - ή και στον αέρα, χωρίς ν' ακουμπούν καθόλου το σώμα τους - άλλοτε σχηματίζοντας τρίγωνο ή Χ, και άλλοτε παίζοντας, θαρρείς, κιθάρα. Πώς να χαρακτηρίσει κανείς μια τέτοια άσκοπη και ακατανόητη κίνηση, πού φτάνει στα όρια της βλασφημίας; Βαρύς μα αληθινός είναι ο λόγος του ιερού Χρυσοστόμου, πού γράφει κάπου ότι ο ίδιος ο διάβολος κινεί το χέρι των απρόσεκτων αυτών χριστιανών, για να χλευάσει το πανίερο σύμβολο τον τιμίου σταυρού και για να κολάσει τους ίδιους.
Κάποιοι χριστιανοί πάλι πέφτουν σε άλλο σφάλμα. Είναι εκείνοι πού έρχονται στην εκκλησία, στέκονται συνήθως σε εμφανή σημεία και εκεί, μπροστά σε όλους, με κουφή επιδεικτικότητα, σπάζουν τη μέση σε βαθειές μετάνοιες, απλώνουν ανεξέλεγκτα τα χέρια πέρα-δώθε και σταυροκοπιούνται με κινήσεις πληθωρικές, αδιάκριτες, κάποτε μάλιστα και γελοίες...
Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία χριστιανών, πού αποφεύγουν εντελώς να κάνουν το σημείο του σταυρού, και μάλιστα δημόσια. Είναι εκείνοι πού ντρέπονται να ομολογήσουν την πίστη τους στο Χριστό και στο σταυρό Του. Φοβούνται την ειρωνεία, την περιφρόνηση, τη χλεύη των ανθρώπων του κόσμου. Αγαπούν, όπως γράφει ο άγιος ευαγγελιστής Ιωάννης, "την δόξαν των ανθρώπων μάλλον υπέρ την δόξαν του Θεού". Αν ανήκουμε σ' αυτούς, ας θυμηθούμε την παραγγελία του άγιου αποστόλου Παύλου, "μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω", καθώς και τη σοβαρή προειδοποίηση του ίδιου του Κυρίου, "πας ουν όστις ομολογήσει εν Εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς, όστις δ' αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς". Και, πέρα απ' αυτά, ας συνειδητοποιήσουμε ότι στερούμε τον εαυτό μας και από ένα πανίσχυρο όπλο κατά των πειρασμών, των παθών, των ασθενειών και των δαιμόνων. "Ας προσέξουμε τι μας συμβουλεύει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: "Μη ντρεπόμαστε το σταυρό του Χριστού. Κι αν άλλος ντρέπεται και τον κρύβει, εσύ κάνε φανερά το σταυρό σου, για να δουν οι δαίμονες το σημείο αυτό του βασιλιά Χριστού, και να φύγουν μακριά τρέμοντας. Κάνε μάλιστα το σημείο του σταυρού συχνά, είτε τρως, είτε πίνεις, είτε κάθεσαι, είτε ξαπλώνεις, είτε σηκώνεσαι, είτε μιλάς, είτε περπατάς, κοντολογής σε κάθε περίσταση. Γιατί όποιος σταυρώνεται εδώ στη γη, βρίσκεται νοερά πάνω στον ουρανό... Είναι μεγάλο το φυλακτήριο. Δωρεάν το παίρνουν οι φτωχοί και άκοπα οι άρρωστοι, επειδή ή χάρη του προέρχεται από το Θεό. Σημάδι είναι των πιστών και φόβος των δαιμόνων".

Πώς όμως θα γίνει και για μας φυλακτήριο το σημείο του σταυρού;
Πώς θα γίνει στα χέρια μας φόβητρο των δαιμόνων; Αν το κάνουμε σωστά. Αν το κάνουμε όπως μας παραδίδει και μας διδάσκει ή άγια Εκκλησία μας - με πίστη, ευλάβεια, συναίσθηση, ιεροπρέπεια, ταπείνωση και διάκριση.
Πώς δηλαδή;
Αρχικά ενώνουμε τα τρία πρώτα δάκτυλα του δεξιού χεριού, ομολογώντας έτσι την πίστη μας σ' ένα Θεό, πού είναι ταυτόχρονα και τρεις υποστάσεις, τρία πρόσωπα - ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα -, ομοούσια, ενωμένα μεταξύ τους "αχωρίστως" και "αδιαιρέτως". Τα άλλα δύο δάκτυλα, πού ακουμπούν στην παλάμη, συμβολίζουν τις δύο φύσεις, δύο θελήσεις και δύο ενέργειες του Κυρίου μας, τη θεία και την ανθρώπινη. Μ' αυτό τον τρόπο κάνουμε μια συμβολική ομολογία της ορθοδόξου πίστεως μας, πού βάσεις και θεμέλια της αποτελούν το τριαδολογικό και το χριστολογικό δόγμα.
Μετά φέρνουμε το χέρι στο μέτωπο, τη σωματική περιοχή της διανοητικής λειτουργίας, φανερώνοντας έτσι ότι αγαπούμε το Θεό μ' όλη τη διάνοια μας και ότι αφιερώνουμε σ' Αυτόν όλες τις σκέψεις μας.
Το χέρι έρχεται κατόπιν στην κοιλιά. Έτσι δηλώνουμε συμβολικά ότι προσφέρουμε στον Κύριο όλες τις επιθυμίες μας και όλα τα συναισθήματα μας.
Τέλος, φέρνουμε το χέρι στους ώμους, πρώτα στο δεξιό και μετά στον αριστερό, ομολογώντας έτσι ότι και κάθε σωματική μας δραστηριότητα ανήκει σ' Εκείνον.
Μιαν άλλη συμπληρωματική ερμηνεία, θεολογικότατη μέσα στην απλότητα της, μας δίνει στην πέμπτη διδαχή του ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός:
"Ακούσατε, χριστιανοί μου, πώς πρέπει να γίνεται ο σταυρός και τι σημαίνει. Μας λέγει το Άγιον Ευαγγέλιον πώς ή αγία Τριάς, ο Θεός, δοξάζεται εις τον ουρανόν περισσότερο από τους αγγέλους. Τι πρέπει να κάμεις και εσύ; Σμίγεις τα τρία σου δάκτυλα με το δεξιόν το χέρι σου και μην ημπορώντας να ανεβείς εις τον ουρανόν να προσκύνησης, βάνεις το χέρι σου εις το κεφάλι σου, διατί το κεφάλι σου είναι στρογγυλό και φανερώνει τον ουρανόν και λέγεις με το στόμα: Καθώς εσείς οι άγγελοι δοξάζετε την Αγίαν Τριάδα εις τον ουρανόν, έτσι και εγώ, ως δούλος ανάξιος, δοξάζω και προσκυνώ την Αγίαν Τριάδα. Και καθώς αυτά τα δάκτυλα είναι τρία - είναι ξεχωριστά, είναι και μαζί - έτσι είναι και ή αγία Τριάς, ο Θεός, τρία πρόσωπα και ένας μόνος Θεός. Κατεβάζεις το χέρι σου από το κεφάλι σου και το βάνεις εις την κοιλίαν σου και λέγεις: Σε προσκυνώ και σε λατρεύω, Κύριε μου, ότι κατεδέχθης και εσαρκώθης εις την κοιλίαν της Θεοτόκου δια τας αμαρτίας μας. Το βάζεις πάλιν εις τον δεξιόν σου ώμον και λέγεις: Σε παρακαλώ, Θεέ μου, να με συγχώρησης και να με βάλεις εις τα δεξιά σου με τους δικαίους. Βάνοντας το πάλι εις τον αριστερόν ώμον λέγεις: Σε παρακαλώ, Κύριε μου, μη με βάλεις εις τα αριστερά με τους αμαρτωλούς. Έπειτα κύπτοντας κάτω εις την γην: Σε δοξάζω, Θεέ μου, σε προσκυνώ και σε λατρεύω, ότι, καθώς εβάλθηκες εις τον τάφον, έτσι θα βαλθώ και εγώ. Και όταν σηκώνεσαι ορθός, φανερώνεις την Ανάστασιν και λέγεις: Σε δοξάζω, Κύριε μου, σε προσκυνώ και σε λατρεύω, πώς αναστήθηκες από τους νεκρούς δια να μας χαρίσεις την ζωήν την αιώνιον. Αυτό σημαίνει ο πανάγιος σταυρός.

Όπως διαπιστώνουμε από τα παραπάνω, το σημείο του σταυρού κλείνει μέσα του όλα τα σωτηριώδη γεγονότα, πού οικονόμησε ή άπειρη αγάπη του Θεού για τον "πεπτωκότα" άνθρωπο.

Γι' αυτό ακριβώς είναι σημείο σωτήριο, σημείο ζωοποιό, σημείο αγιαστικό, "νικοποιόν όπλον" (άγ. Σωφρόνιος Ιεροσολύμων), "των κακών αλεξιτήριον" (άγ. Γρηγόριος Νύσσης), "κεφάλαιον των αγαθών απάντων" (άγ. Ιωάννης ό Χρυσόστομος) για τους χριστιανούς.
Ας το χρησιμοποιούμε λοιπόν όσο μπορούμε πιο συχνά, αγιάζοντας μ' αυτό κάθε πτυχή της καθημερινής και της πνευματικής μας ζωής.
 


ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ    ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ  1995
πηγη

Ο Άγιος Ακάκιος Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης

Ο Άγιος Ακάκιος Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης



Ο Άγιος Ακάκιος Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΚΑΚΙΟΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΗΤΗΣ ΚΑΙ ΡΕΝΤΙΝΗΣ

Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀναστασίου Παρούτογλου
Γενικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαγκαδᾶ, Λητῆς καί Ρεντίνης


«Χορήγει τά κρείττονα, τοῖς εὐλαβῶς εὐφηµοῦσί σε,
ὡς ἔνθεον φίλον τοῦ Σωτῆρος, ἱερέ Ἀκάκιε».
Σεβασμιώτατε, Πάτερ καί Δέσποτα.
Εὐλαβέστατοι Συμπρεσβύτεροι.
Χριστοῦ Διακονία.
Ἠγαπημένε λαέ τοῦ Κυρίου.
Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος μέσα στόν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τόν προορισμό του, τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του καί τέλος τήν πηγή, ἀπό τήν ὁποία ἀντλεῖ ὅλες τίς δυνάμεις, γιά νά ἀνεβεῖ στά ὕψη τῶν ἀρετῶν καί ἔτσι νά μπορεῖ νά μεταμορφωθεῖ ἀπό τό ἀπομονωμένο ἀπό τή θεία Χάρη ἄτομο στό ἀγιασμένο καί θεούμενο πρόσωπο. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι τό πνευματικό ἐργαστήρι, μέσα στό ὁποῖο διαπλάθεται καί διαμορφώνεται ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ πάνω στό χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ ἄνθρωπος γίνεται ζωντανή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπό τήν προσωπική ζωή τοῦ κάθε πιστοῦ μαρτυρεῖται ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καί σώζεται μόνον, ὅταν βρίσκεται μέσα στούς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί ἔξω ἀπ’ αὐτήν οὔτε ἁγιασμός ὑπάρχει οὔτε σωτηρία. Ἡ ὕπαρξη τῶν ἁγίων ἀποτελεῖ τή χειροπιαστή ἀπόδειξη, ὅτι δηλαδή ἡ σωτηρία ὑπάρχει καί προσφέρεται μόνον ἀπό τό Χριστό μέσα στήν Ἐκκλησία ἐκείνη, πού ὁ ἴδιος ἵδρυσε μέ τό αἷμά Του. Αὐτή ἡ σωτηρία προσφέρεται σ’ ὅλους ἐκείνους, πού πιστεύουν σωστά στό Ὄνομά Του καί ἐφαρμόζουν τίς ἐντολές Του. Στις αἰρέσεις καί στά σχήσματα δέν ὑπάρχει σωτηρία. Γι’ αὐτό καί ἐκεῖ δέν ὑπάρχουν ἅγιοι.
Οἱ ἅγιοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πού ἀπόδειξαν, ὅτι εἶναι οἱ γνήσιοι φίλοι τοῦ Χριστοῦ, ἀπαρνήθηκαν τίς ἁμαρτωλές πράξεις τοῦ κόσμου, σήκωσαν τό Σταυρό τους καί ἀκολούθησαν Αὐτόν. Μέσα στήν ψυχή τῶν ἁγίων τό Πανάγιο Πνεῦμα ἄναψε τή φλόγα τῆς θείας ἀγάπης καί θεώρησαν ὅλα τά πράγματα καί τή δόξα τοῦ κόσμου αὐτοῦ ὡς σκύβαλα, μάταια καί ἄνευ καμίας ἀξίας.
Οἱ ἅγιοι θερμαίνουν μέ τό παράδειγμά τους τίς ψυχές τῶν πιστῶν, πού ἡ ἁμαρτία ψύχρανε. Ἀποτελοῦν τά φῶτα τοῦ Χριστοῦ, πού λάμπουν μέσα στό σκοτάδι καί δείχνουν τόν ἴσιο δρόμο, πού ὀφείλουμε νά ἀκολουθήσουμε, τό δρόμο τῆς εὐσεβείας καί τῆς ἐνάρετης καί ἠθικῆς ζωῆς.
Οἱ ἅγιοι ἀποτελοῦν τά ἀστέρια τοῦ νοητοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας καί ἀντανακλοῦν τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, χαρίζοντας ἐλπίδες καί δυνάμεις, μέ τίς ὁποῖες ἐνδυναμώνεται ἡ πίστη καί ἡ εὐσέβεια τῶν πιστῶν χριστιανῶν.
Ἕνας φωταυγής ἀστέρας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας εἶναι ὁ σημερινός ἑορταζόμενος ἅγιος Ἀκάκιος, ἐπίσκοπος Λητῆς καί Ρεντίνης, πού μέ τούς ἀγῶνες του, τήν ταπείνωσή του καί τό ἀσκητικό του πνεῦμα ἀναδείχθηκε, μέ τή Χάρη τοῦ Χριστοῦ, τό νέκταρ τῶν ἀρετῶν, τό πολύτιμο σκεῦος τῶν θείων Δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὕψος τῆς ταπείνωσης, τό βάθος τῆς ἀγάπης.
Μέ τήν ἀσκητική του ζωή καταξιώθηκε νά γίνει τό πανευῶδες ἀλάβαστρο τῆς θείας εὐωδίας τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί ὁ θερμότατος πρεσβευτής τῶν ψυχῶν. Ὁ ἅγιος Ἀκάκιος ἀναδείχθηκε ὁ φωτεινός λύχνος, πού φωτίζει πλουσίως τίς ψυχές τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων μέ τό Φῶς τῶν Εὐαγγελικῶν Διδαγμάτων. Ἀναδείχθηκε ὁ ἄξιος ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ Λόγου καί ὁ ἄξιος Ποιμένας καί λειτουργός τῶν θείων Μυστηρίων. Διά τοῦτο δικαίως ἡ Ἱερά Μητρόπολίς μας καυχᾶται ἐν Κυρίῳ, ὅτι ἐποίμανεν αὐτήν τοιοῦτος ἅγιος Ἀρχιερεύς.  
Ὁ ἅγιος Ἀκάκιος ἔζησε στά τέλη τοῦ 15ου αἰώνα.  Χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος τῆς ἱστορικῆς ἐπισκοπῆς Λητῆς καί Ρεντίνης ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης καί ἀργότερα Πατριάρχη Κων/πόλεως Ἅγιο Νήφωνα, μέ τόν ὁποῖο συνεδέετο πνευματικῶς. Ὅπως ἐπίσης εἶχε στενή πνευματική σχέση μέ τόν ἐκ Ζίχνης καταγόμενο ὅσιο Θεόφιλο τό Μυροβλύτη, τόν ὁποῖο καί χειροτόνησε ἱερέα. Ὁ ὅσιος Θεόφιλος τόν εἶχε Γέροντα, «διότι εὗρε τόν Ἀκάκιον εὐλαβῆ καί ἐνάρετον», ὄντως δοχεῖο ἀκακίας. Ἔτσι, διά τοῦ Ἀκακίου, ὁ Ὅσιος Θεόφιλος, συνδέθηκε μέ τόν Ἅγιο Νήφωνα, ἀλλά καί μέ ὅλη ἐκείνη τήν ἱερή συντροφιά πού ἀποτελοῦσε τόν περίγυρο τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, δηλαδή τούς μετέπειτα ὁσιομάρτυρες Μακάριο καί Ἰωάσαφ, τόν γέροντα Ἰάκωβο τόν Διονυσιάτη καί τόν διάκονο Ἰάκωβο, πού μαρτύρησαν στήν Ἀδριανούπολη, τόν Ἅγιο Θεωνᾶ, τούς αὐταδέλφους Ἀψαράδες Θεοφάνη καί Νεκτάριο, ἀλλά καί τόν γνωστό Ἅγιο Μάξιμο τόν Γραικό.
Ὅταν ὁ Ἅγιος Νήφων, ὡς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἔμαθε γιά τά μεγάλα καί θαυμαστά, πού συνέβησαν στήν Αἴγυπτο, ἀπέστειλε ἐκεῖ, τό 1486, ἴσως τόν μόνο ἄνθρωπο πού ἐμπιστευόταν ἀπόλυτα καί πού διεκρίνετο γιά τήν σοφία καά τήν ἀρετή του, τόν Ἐπίσκοπο Λητῆς καί Ρεντίνης Ἀκάκιο, πού τόν εὐλαβεῖτο καί ἐσέβετο πολύ, μαζί μέ τόν ὑποτακτικό του, τόν ἅγιο Θεόφιλο, καί μιά ὁμάδα ἀκόμη κληρικῶν, γιά νά μάθουν καταλεπτῶς καί νά πληροφορηθοῦν καλύτερα, διά τῆς ἀκοῆς καί τῶν ὁφθαλμῶν τά γενόμενα. Μετέφεραν δέ γράμμα τοῦ Νήφωνος πρός τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας ἅγιο Ἰωακείμ τόν Πάνυ, ὅπου εὐχαριστοῦσε τόν Κύριο, πού ἐπήκουσε τίς προσευχές τοῦ Ἰωακείμ καί ἐνήργησε διά τρόπου θαυμαστοῦ τά μεγάλα αὐτά θαύματα.
Ὁ Πατριάρχης Ἰωακείμ, δέχθηκε μέ πολύ ἀγάπη καί χαρά τούς φιλοξενουμένους του καί τούς κράτησε ἀρκετό καιρό στό Πατριαρχεῖο, ὅπου κατά τόν συναξαριστή «τούς ἐπεριποιεῖτο καί τούς ἐφιλοφρόνει», δείχνοντας τόν θαυμασμό γιά τίς προσωπικότητες πού τοῦ ἔστειλε ὁ Κωνσταντινουπόλεως.
Κατόπιν οἱ ὅσιοι Ἀκάκιος καί Θεόφιλος μέ τούς λοιπούς τῆς συνοδείας τους ἀνεχώρησαν καί πῆγαν στό θεοβάδιστο ὄρος Σινᾶ, καί ἀφοῦ προσκύνησαν εὐλαβῶς, πῆγαν καί στήν ἔρημο, γιά νά γνωρίσουν τούς ἀσκητές τῆς ἐρήμου καί κατέληξαν στήν ἁγία Πόλη, τήν Ἱερουσαλήμ, καί ἀφοῦ προσκύνησαν κατά τόν πόθο τους τόν Ζωοδόχον Τάφο τοῦ Κυρίου, ἐπῆγαν στό ὄρος Θαβώρ, κατόπιν στή Δαμασκό, ὅπου συνάντησαν τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος τούς ἔδωσε ἐπιστολή γιά τόν Κωνσταντινουπόλεως, καί ἐπέστρεψαν στά Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖ ὁ ὅσιος Ἀκάκιος αἰφνιδίως ἀσθένησε καί «ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ». Ἐτάφη ἀπό τόν ὑποτακτικό του Θεόφιλο μέ πολύ εὐλάβεια, ὁ ὁποῖος τόν ἔθαψε κατά τίς μοναχικές καί ἀσκητικές παραδόσεις τῆς ἐποχῆς, ἐπειδή δέ ἦταν ἄκρως ἐχθρός τῆς κενοδοξίας καί τῆς ματαιότητας τοῦ κόσμου, πιθανῶς  νά τόν ἔθαψε κάπου ταπεινά, ὅπως θά τό ἤθελε ὁ Ἀκάκιος, ὁ ὁποῖος ὑπέγραφε ἄλλωστε ὡς «ὁ ταπεινός ἐπίσκοπος Λητῆς καί Ρεντίνης», κρυμμένος πάντα ἀπό τή δόξα τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ ὅσιος Ἀκάκιος ὑπῆρξε ὁ ἰχνηλάτης τῆς ἁγιασμένης πορείας πρός τήν ἀσκητική ζωή καί τή  Θέωση. Ἔζησε ἀσκητικά, πνευματικά, ταπεινά, ἀκολουθώντας τό ἡσυχαστικό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς τῶν μεγάλων Πατέρων τοῦ 14ου και 15ου αἰῶνος. Ὑπῆρξε πνευματικός καί γέροντας ἁγίων ἀνθρώπων, ὅπως ὁ Νήφων καί ὁ Θεόφιλος ὁ Μυροβλύτης, ὑπῆρξε φίλος καί συνόμιλος ὅλων τῶν ἁγίων ὁμολογητῶν καί μαρτύρων τῆς γενιᾶς του, διακρίθηκε γι’ αὐτή του τήν βιοτή, γι΄ αὐτό καί ἔχαιρε τῆς ἐκτιμήσεως καί τοῦ σεβασμοῦ τοῦ Πατριάρχου Νήφωνος. Ὁ Κύριος τόν ἀξίωσε νά προσκυνήσει τά ἅγια χώματα τῆς Ἱερουσαλήμ καί νά γίνει ὁδοιπόρος τῆς πρός τό Θαβώρ πορείας Του, «ἐκολλήθη ἡ ψυχή αὐτοῦ  ὁπίσω Του, αὐτόν δέ ἀντελάβετο ἡ δεξιά Του»,  καί τέλος τόν κράτησε κοντά Του, στήν Ἁγία Γῆ, γιά νά ἀναπαυθεῖ ἐκεῖ,  πού πόθησε νά προσκυνήσει καί νά βαδίσει, ἐπί τά ἴχνη τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ὅσιος Ἀκάκιος, ὁ ὁποῖος ἐκλέησε τόν θρόνον τῆς ἱστορικής καί παλαιφάτου Ἐπισκοπῆς Λητῆς καί Ρεντίνης, ἀναδείχθηκε  μιά ἐξέχουσα ἐκκλησιαστική φυσιογνωμία. Εἶναι μιά συμπαθής καί σεβάσμια μορφή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τῆς ἐπαρχίας Λαγκαδᾶ. Πρόκειται γιά ἕναν ἐπίσκοπο, πού διακόνησε τήν ἐπισκοπή Λητῆς καί Ρεντίνης κατά τόν 15ο  αἰῶνα καί ἔδωσε παράδειγμα ἀσκητικῆς βιοτῆς καί εὐλαβείας. Θεωρεῖται ὅτι καλλιέργησε καί δίδαξε τό ἀσκητικό ἰδεῶδες καί τή νοερά προσευχή στούς ὑποτακτικούς του, καί ἀπετέλεσε τή συνέχεια τῆς πνευματικῆς περιόδου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ ἁγίου Συμεῶνος  ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.
Τό παράδειγμά του ἀποτελεῖ  φωτεινό κανόνα περί τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας, ἀπ΄ ὅπου ἀποκομμίζονται κυρίως πνευματικά διδάγματα. Καί σήμερα τιμοῦμε τή μνήμη του γιά πρώτη φορά μετά τήν αγιοκατάταξή του ἀπό τό σεπτό κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας, τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο.
Σέ ἐποχές κατά τίς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία κατέστη πνευματική καί συνεκτική σκέπη τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ καί συνέβαλε καταλυτικά στήν προαγωγή τῆς παιδείας καί τήν καλλιέργεια τοῦ ἐθνικοῦ ὁράματος, ὁ θεοφόρος Ἀκάκιος λάμπρυνε μέ τήν προσφορά του τήν ἐπισκοπή Λητῆς καί Ρεντίνης. Ὅπως κι Ἐσεῖς, Σεβασμιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα, μέ τήν εὐκλεῆ καί καρποφόρο ποιμαντορία Σας λαμπρύνετε τή Μητρόπολή μας, τήν Ἱερά Μητρόπολη Λαγκαδᾶ, Λητῆς καί Ρεντίνης, τήν ὁποία θεοφιλῶς καί θεαρέστως ποιμαίνετε καί τό ὅλο ἔργο Σας εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρο καί πολυωφελές. Ἄλλωστε, Ἐσεῖς ὡς φιλάγιος, ἀνακινήσατε τήν διαδικασία πρός ἁγιοκατάταξη στίς ἁγιολογικές δέλτους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας τῶν Μεγάλων Ἱεραρχῶν προκατόχων Σας Ἐπισκόπων Λητῆς καί Ρεντίνης, τοῦ ὁσίου Ἀκακίου, τοῦ ταπεινοῦ καί ἀσκητικοῦ καί τοῦ ὁσίου Δαμασκηνοῦ τοῦ Στουδίτου, τοῦ μεγαλοπρεποῦς, λογίου καί πολυγραφοτάτου. Σ’ Ἐσᾶς ἁρμόζουν ἡ τιμή καί οἱ εὐχαριστίες τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας.
Οἱ μνῆμες τῶν Ἁγίων ἀποτελοῦν γιά κάθε χριστιανό μιά εὐκαιρία ἐπαλήθευσης καί ἀναζωπύρωσης τῆς πίστεώς μας, μιά εὐκαιρία γιά νά δοξάσουμε τό Θεό καί νά εὐχαριστήσουμε τούς ἁγίους, πού μᾶς βοηθοῦν καθημερινά, κυρίως στόν πνευματικό μας ἀγώνα. Εἶναι μιά εὐκαιρία γιά νά προσευχηθοῦμε πιό ἔντονα, διατηρώντας τήν ἐλπίδα μας στό Θεό καί στή μεσιτεία τῶν φίλων Του, τῶν Ἁγίων. Εἶναι τέλος οἱ μνῆμες τῶν Ἁγίων μιά εὐκαιρία γιά νά ἀναθερμάνουμε τόν πνευματικό μας ἀγώνα, ἔχοντας ὡς παράδειγμα αὐτούς πού μέ τή ζωή τους, μέ τήν πίστη τους, μέ τήν ἀγάπη τους καί μέ τά ἔργα τους εὐαρέστησαν τόν Θεό καί ἔγιναν κληρονόμοι τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἕνας ἀπό τούς λαμπρότερους ἀστέρες τῆς πίστεώς μας εἶναι καί ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος. Μαζί μέ τίς προσευχές μας καί τίς εὐχαριστίες μας, ἄς ἀκολουθήσουμε σταθερά τό παράδειγμά του καί ἄς τό κάνουμε πράξη ὁ καθένας μας στήν καθημερινή του ζωή. Ἄς τόν μιμηθοῦμε στήν πίστη, στήν ἀγάπη, στήν ταπείνωση, στήν προσευχή, στή φιλανθρωπία, στήν ὑπομονή. Κι ἄς τοῦ ζητήσουμε στίς προσευχές μας, πέρα ἀπό κάθε ἄλλο αἴτημα, νά εἶναι βοηθός μας στόν καλό μας ἀγώνα.
«Μέγας ὁ Κύριος ἡμῶν καί τῆς μεγαλωσύνης Αὐτοῦ οὐκ ἔσται πέρας, ὁ δοξάζων τούς δοξάσαντας αὐτόν» ὡς ἀψευδῶς ἐπηγγήλατο. Ὄντως ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος  εἶναι ὁ νέος  Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ γλυκύς, ὁ πρᾶος, ὁ ἀνεξίκακος, ὁ ταπεινός, ὁ ἀσκητικός καί διά τοῦτο ἔλαβε καί λαμβάνει χάρη ἀπό τόν Κύριο τῆς Δόξης. Εἴθε ὁ συμπαθής αὐτός μεγάλος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, δι’εὐχῶν Σας Σεβασμιώτατε, νά παρέχει ἐνί ἑκάστῳ, ἐν παντί καί πάντοτε τήν πατρική καί σωστική ἀντίληψη καί βοήθειά του. Ἀμήν.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Η αγιογράφος Ολυμπιάς

Η αγιογράφος Ολυμπιάς

Νίκος Ζίας Ο συγγραφέας είναι επίκουρος καθηγητής του παν/μίου Αθηνών ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥ Η μοναχή Ολυμπιάς -κατά κόσμον Θωμαΐς Βασιλάκη- ανήκει στην αδελφότητα της Μονής «Ευαγγελισμός Μητρός Ηγαπημένου» στην Πάτμο. Γεννήθηκε στα Χανια από οικογένεια με θρησκευτική και καλλιτεχνική παράδοση. Πολύ νωρίς εκδηλώνεται η τάση της για την ζωγραφική και παρακολουθεί ελεύθερα μαθήματα ζωγραφικής. Η στροφή της στην αγιογραφία οφείλεται σε παρότρυνση του πνευματικού της γέροντα π. Αμφιλοχίου Μακρή, ο οποίος στο πρόσωπο της νεαρής Θωμαΐδας με τον ζήλο για την ζωγραφική και τον μοναχικό βίο διαβλέπει μια μελλοντική μοναχή αγιογράφο. Την συνιστά στον γνωστό του μεγάλο δάσκαλο και αναβιωτή της βυζαντινής αγιογραφίας Φώτη Κόντογλου και του εμπιστεύεται το καλλιτεχνικό της ταλέντο, για να την μυήση «εις την μυστικήν εικονογραφίαν». Η μαθητεία της κοντά στον κυρ Φώτη είχε, όπως ήταν επόμενο, βαθειά επίδραση στην διαμόρφωση της καλλιτεχνικής της ευαισθησίας. Της αναθέτει για «σπουδή» την πιστή αντιγραφή βυζαντινών εικόνων από την πλούσια συλλογή της Πάτμου. Γι' αυτό τον λόγο ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Αναστάσιος Ορλάνδος την συνέστησε να προσληφθή στο Βυζαντινό Μουσείο για την αντιγραφή Βυζαντινών εικόνων. Η ίδια όμως θέλοντας να ευρύνη τους ορίζοντές της ταξιδεύει στον Ελλαδικό χώρο, την Ορθόδοξην Ανατολή και τις Σλαβικές χώρες για να γνωρίση από κοντά τις Σχολές και τα Κέντρα της Ορθόδοξης Αγιογραφίας. Από κει και πέρα η αδελφή Ολυμπιάς, μέσα στον κόσμο της προσευχής, πορεύεται, είκοσι πέντε περίπου χρόνια, με το χρωστήρα, εξελίσσεται και ωριμάζει στην τέχνη. Εμπνέεται και επηρεάζεται από τα έργα των μεγάλων ζωγράφων προγόνων της, της Κρητικής Σχολής, και ιδιαίτερα του Θεοφάνη, αλλά και από άλλες τάσεις που κατά τις μελέτες της επηρέασαν την καλλιτεχνική της φυσιογνωμία. Τα έργα της, που διακρίνονται για την άρτια τεχνική και την ευαισθησία των χρωμάτων, κοσμούν σήμερα την Μονή της μετανοίας της, την μεγάλη Μονή του Θεολόγου, εκκλησίες της Πάτμου, της Ρόδου, της Σύμης, της Κρήτης, αλλά και πολλές «κατ' οίκον εκκλησίες» ευσεβών χριστιανών, και εικονοστάσια. ΟΛΥΜΠΙΑΔΟΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ Η εκκλησιαστική τέχνη γεννήθηκε, άνθησε και μεγαλούργησε -καλλιτεχνικά και θεολογικά- στο μυστικό χώρο της προσευχής: στα μοναστήρια, ασκηταριά, στις εκκλησίες. Αργότερα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας σε πόλεις και χωριά, αναπτύχθηκε μια έντονη καλλιτεχνική δραστηριότητα (Κρήτη αρχικά, χωριά της ηπειρωτικής Ελλάδας αργότερα) συχνά με πρωταγωνιστές ιερωμένους, χωρίς όμως να αποκλείεται η ενεργός συμμετοχή των λαϊκών ιδίως από το l8ον αι. και μετά. Είναι γνωστό βέβαια ότι από το l9ον αι. η βυζαντινή τέχνη ξεχάστηκε, παραμελήθηκε κι αντικαταστάθηκε -ακόμα και σε καίρια κέντρα του ορθοδόξου μοναχισμού όπως το Άγιον Όρος- από τη δυτικοευρωπαϊκής τεχνοτροπίας έκφραση. Και είναι γεγονός ότι η αναβίωση της αυθεντικής Ορθόδοξης έκφρασης, της «Βυζαντινής», οφείλεται σε μια ομάδα ανθρώπων λαϊκών, φωτισμένων και προικισμένων από τη χάρη του Θεού με τάλαντο πλούσιο και πνευματικότητα. Πρωτεργάτης αυτής της επιστροφής ήταν ο Φώτης Κόντογλους (1895-1965), ζωγράφος ταλαντούχος και έμπλεως της πατερικής θεολογίας, που δίδαξε σε πολλούς νέους την ιερή και ειρηνόχυτο τέχνη της Ορθοδοξίας. Την ιστόρηση τώρα των ναών και των φορητών εικόνων αναλαμβάνουν ζωγράφοι σπουδαγμένοι στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών που παρακολούθησαν και λίγο τον Κόντογλου ή τον Πελεκάση κ.α. ή και αγιογράφοι που μαθήτεψαν απ' εύθείας στους δασκάλους τους στη σκαλωσιά και το εργαστήρι. Καθώς όμως όλο πολλαπλασιάζονταν οι εργασίες αγιογραφήσεως ναών και εικόνων, ο αριθμός των αύξανε χωρίς την ανάλογη προετοιμασία τους. H εργασία μετατρεπόταν σε απλό επαγγελματισμό που ούτε το μυστικό ρίγος της πίστης είχε, ούτε την καλλιτεχνική πρωτοτυπία και ζωντάνια. Τα τελευταία όμως χρόνια άρχισε η αγιογραφία, ιδίως στον τομέα των φορητών εικόνων να ασκείται στο φυσικό της χώρο, το μοναστήρι. Και δεν εννοούμε μόνον το Άγιον Όρος, όπου και πάλιν καλλιεργείται η παραδοσιακή ζωγραφική, αλλά και τα άλλα μοναστήρια, τα διάσπαρτα στα, απόμερα βουνά και τα θαλασσόβρεχτα νησιά. H Πάτμος, νησί ιερό προσκύνημα όλης της Χριστιανοσύνης, κιβωτός υψηλής εκκλησιαστικής τέχνης, μετέχει σ' αυτό το πνευματικό προσκλητήριο και με τα δύο μοναστήρια της. Γιατί είναι αξιοσημείωτο και ενδιαφέρον οτι η τέχνη της ζωγραφικής των φορητών εικόνων καλλιεργείται τώρα και στα γυναικεία μοναστήρια. Πρωτοπόρος και από τις κορυφαίες στο δρόμο αυτό η μοναχή Ολυμπιάς της Πάτμου. Από νεαρή κόρη η Θωμαΐς είχε κλίση στη ζωγραφική. Όπως συμβαίνει πάντα, το ταλέντο εκδηλώνεται με την ικανότητα ρεαλιστικής απόδοσης της φύσης, έτσι και η Θωμαΐς σχεδίαζε ελεύθερα και ρεαλιστικά. Γρήγορα όμως και με την προτροπή του φωτισμένου πνευματικού της πατέρα, του μακαριστού Αμφιλοχίου Μακρή, στρέφεται προς την παραδοσιακή εκκλησιαστική τέχνη της Ορθοδοξίας. Κατά ευτυχή συγκυρία την εποχή αυτή -αρχές της δεκαετίας του '60- έχει παλινοστήσει στην Εκκλησία της Ελλάδος η γνήσια Ορθόδοξη τέχνη, όπως διαμορφώθηκε και καλλιεργήθηκε στα χρόνια του Βυζαντίου και μετά, κι έχουν απομακρυνθεί ή τουλάχιστον περιοριστεί, οι συναισθηματικές, γλυκερές εικόνες που ήσαν ιδιαίτερα προσφιλείς στις γυναίκες. Η Θωμαΐς έχει επίσης την ευλογία να πάρει τα πρώτα της μαθήματα κοντά στον Κόντογλου, τον αδιαφιλονίκητα αυθεντικό εκφραστή της Ορθόδοξης τέχνης εκείνη την εποχή. Ο Κόντογλου θα την καθοδηγήσεί με τον τρόπο που συνήθιζαν οι περισσότεροι πρόγονοί του στο Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία: μετά τα βασικά μαθήματα στο σχέδιο, στο χρώμα, στην τεχνική, την προτρέπει να σπουδάζει και να εμβαθύνει στη βυζαντινή ζωγραφική αντιγράφοντας στη Μονή της μετανοίας της σεβάσμιες παλιές εικόνες, έργα μεγάλης τέχνης. Ώριμα έργα αυτής της σπουδής που εμπερικλείει και την μοναστική αρετή της υπακοής είναι τα πιστά αντίγραφα από εικόνες της Πάτμου, τη Σταύρωση, τον Άγ. Ιωάννη το Θεολόγο, τον αρκετά φθαρμένο, αλλά και τόσο εκφραστικό Άγ. Νικόλαο. Η επιλογή των προτύπων, που ανήκουν στις αρχές του l6ου αι. οι δυό και του l7ου αι. η τρίτη, και συνδέονται με την Κρητική ζωγραφική προδιαγράφει σε σημαντικό βαθμό την οδό που θα ακολουθήσει στο κατοπινό της έργο. Θα συνεχίσει άλλωστε να κάνει αντίγραφα, όχι πλέον «πιστά» με την έννοια της απόδοσης όλων των λεπτομερειών, των φθορών κ.λπ., αλλά αντίγραφα άλλοτε μεν πολύ συγγενή με τα πρότυπά της κι άλλοτε με μεγαλύτερη ελευθερία ζωγραφισμένα. Άλλοτε αντιγράφει το πλήρες θέμα της εικόνας κι άλλοτε επιλέγει μια λεπτομέρεια που στο χρωστήρα της Ολυμπιάδος χάρη και στην άψογη τεχνική εκτέλεση παίρνει μιαν αυτάρκεια αυτοτελούς σχεδόν έργου (π.χ. οι αμίαντες θυγατέρες των Εβραίων, πιν. 56, κεφάλι από Μυστικό Δείπνο, πίν. 40 κ.ά.). Τα πρότυπά της είναι κυρίως κρητικές εικόνες των μεγάλων δασκάλων όπως του Μιχαήλ Δαμασκηνού (εκτός από τις πιο πάνω λεπτομέρειες βλ. και το «Μη μου άπτου» με την άρτια χρυσοκονδυλιά και την πραεία έκφραση του Κυρίου). Δεν περιορίζεται όμως μόνο στα κρητικά πρότυπα, αλλά ευρύνει τον αισθητικό της ορίζοντα με την μελέτη και αντιγραφή περιωνύμων εικόνων από την Σερβία και την Βουλγαρία. Αυτά τα αντίγραφα συνιστούν όχι μόνο την άσκησή της στο πνεύμα της βυζαντινής ζωγραφικής αλλά και την προϋπόθεση του προσωπικού της δημιουργικού έργου, όπως π.χ. οι εικόνες για τον Ι.Ναο της Αγ. Φωτεινής στο Ηράκλειο Κρήτης. Η γλυκύτητα στην έκφραση, απαύγασμα εσωτερικής ζωής της ζωγράφου, χαρακτηρίζει τις εικόνες του τέμπλου και το όλο της έργο. Αυτή η τρυφερότητα που διαπερνά την τέχνη της δεν ξεπερνά τα όρια της ασκητικής αυτοσυγκράτησης που προσδιορίζει το ήθος της Ορθοδόξου πνευματικότητας. Στην απόδοση των σωμάτων επικρατεί περισσότερο η επιπεδικότητα, που ιλαρύνεται όμως από την πλούσια διακοσμητική φαντασία της ζωγράφου σε προσωπικούς μάλιστα χρωματικούς τόνους ιδίως σε εικόνες που δεν δεσμεύονται από μακρά εικονογραφική παράδοση όπως του Αγ. Νεκταρίου , της Αγ. Ολυμπιάδος κ.ά. Στις τοιχογραφίες του καθολικού της Μονής της, του Ευαγγελισμού, η μοναχή Ολυμπιάς επιχειρεί να συνενώσει δυό διαφορετικές τεχνοτροπικές κατευθύνσεις: την τέχνη των παλαιολογείων χρόνων, όπως διαμορφώνεται κυρίως στις εκκλησίες της Σερβίας απ' τη μια μεριά, και την κομψή τέχνη της Κρητικής Σχολής από την άλλη. Από την παλαιολόγεια τέχνη που αγαπά την απόδοση του όγκου με παράθεση συχνά συμπληρωματικών χρωμάτων επηρεάζεται κυρίως στην ζωγραφική των μεμονωμένων Αγίων τόσο των σεβάσμιων γεροντικών μορφών με πλούσιες λευκασμένες γενειάδες, όσο και των νέων μαρτύρων με αβρότητα και των παρθένων με ευλογημένη χάρη. Η κρητική επίδραση είναι ιδιαίτερα φανερή στις συνθέσεις ενώ οδηγός της κύριος είναι ο Θεοφάνης, που το σημαντικότερο έργο του ομως το γνωρίζει από βιβλία. Ο Επιτάφιος Θρήνος ακολουθεί την τοιχογραφία της Μονής Σταυρονικήτα στο Άγιο Όρος με αρκετή πιστότητα, ενώ και οι άλλες παραστάσεις έχουν περισσότερες ή λιγότερες συγγένειες με τα κρητικά πρότυπα. Ισορροπημένη σύνθεση, ακριβοζυγιασμένο σχέδιο, αρμονικά χρώματα, διακοσμητικό αίσθημα χαρακτηρίζουν την σεμνή αυτή τοιχογραφική της εργασία. Η μοναχή Ολυμπιάς συνεχίζει ταπεινά και μέσα στην ησυχία της Μονής της, όπως έκαναν πανταχού καί πάντοτε οι πατέρες και πρόγονοί της στο μακραίωνο δρόμο της Ορθοδοξίας, να ιστορεί τις εικόνες του Χριστού και των Αγίων του, μένοντας πιστή στίς παραδεδομένες μορφές όπως επιτάσσει η διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά προσθέτοντας και κάτι από την μοναστική ψυχή της μέσα στην φωτόλουστη χάρη της αγάπης και της ελευθερίας του Χριστού. Η Μοναχή Ολυμπιάς είναι γνωστή ως έγκριτη αγιογράφος, από τους πιστότερους εκφραστές της βυζαντινής τέχνης, συνεχίζοντας μάλιστα την παράδοση, που ανέστησε με το έργο του, ο δάσκαλός της Φώτης Κόντογλους (1895-1965). Καταγόμενη από τα Χανιά της Κρήτης, η κατά κόσμον Θωμαΐς Βασιλάκη, ασκήθηκε στη μοναχική ζωή τής Μονής "Μητρός Ηγαπημένου" στήν ιερή νήσο Πάτμο, ασκώντας παράλληλα και την αγαπημένη τέχνη τής αγιογραφίας, στην οποίαν από νωρίς αφοσιώθηκε.

Μοναστηρι ΑΓ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Μοναστήρι Αγ. Ιωάννη Θεολόγου, Πάτμος



Εισαγωγή από Nikos, στις 12 08 2010

Το Μοναστήρι βρίσκεται στην Χώρα και είναι περιτρυγισμένο από ένα παραδοσιακό οικισμό.

Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, στο άγονο αυτό νησί, κατά τους τελευταίους χρόνους της βασιλείας του αυτοκράτορα Δομιτιανού, περί το 95 μ.Χ., εξορίστηκε ο «αγαπημένος» μαθητής του Χριστού, ο Ιωάννης. Κατά την παραμονή του, με τη βοήθεια του μαθητή του Προχόρου, όχι μόνον συνέγραψε την Αποκάλυψη, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης και ιερό κείμενο όλων των χριστιανών, αλλά άρχισε να κηρύττει τον λόγο του Θεού και να βαπτίζει τους κατοίκους, φυτεύοντας τους πρώτους σπόρους της νέας θρησκείας.

Από τότε, το νησί καθαγιάστηκε και το σπήλαιο, όπου ο Ιωάννης είδε, άκουσε και συνέταξε την Αποκάλυψη, σταδιακά αναδείχθηκε σε σημαντικό προσκύνημα. Το θείο αυτό κείμενο μεταφράσθηκε σε όλες τις ομιλούμενες γλώσσες και ενέπνευσε μεγάλους καλλιτέχνες του Μεσαίωνα να δημιουργήσουν σπουδαία έργα τέχνης.

Αργότερα, από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα, όταν ο χριστιανισμός διαδόθηκε στα Δωδεκάνησα και άρχισαν να οικοδομούνται οι μεγάλοι χριστιανικοί ναοί, οι βασιλικές, τότε κτίσθηκαν κάποιες και στην Πάτμο. Η γνωστότερη βρισκόταν, πιθανότατα, στο σημείο όπου σήμερα είναι κτισμένη η Μονή και ετιμάτο στο όνομα του «ενδόξου αποστόλου κ(αι) Θ(ε)ωλόγου Ιωάννου», σύμφωνα με επιγραφή.

Κατά τους κατοπινούς αιώνες, από τον 7ο έως τον 9ο, το νησί ερημώθηκε από τη λαίλαπα των αραβικών επιδρομών, εξαιτίας των οποίων όχι μόνον αφανίσθηκαν τα μνημεία, αλλά και οι κάτοικοι απήχθησαν και πουλήθηκαν ως δούλοι σε τόπους μακρινούς.
 
 
 
 
Γύρω από το Μοναστήρι δημιουργήθηκε ο οικισμός της χώρας. Τον πρώτο πυρήνα οικιστών απετέλεσαν οι τεχνίτες που έκτισαν τη Μονή Εγκατεστημένοι στα βόρεια του νησιού, μακριά από τους ασκητές, αναγκάστηκαν να μετοικήσουν δίπλα στα τείχη της Μονής, κατά το πρώτο μισό του 12ου αιώνα, για λόγους προστασίας από τις πειρατικές επιδρομές. Η ιστορία της Χώρας αρχίζει. Η Μονή κατείχε την απόλυτη κυριότητα του νησιού και απετέλεσε τον ρυθμιστή της ζωής και της κοινωνικής συμπεριφοράς των οικιστών, οι οποίοι καλλιεργούσαν τη γη, φρόντιζαν τα ζώα και επάνδρωναν τα καράβια της. Στο αρχικό αυτό στάδιο, η ζωή δεν άλλαξε ιδιαίτερα, ακόμα και με την έλευση εποίκων από τα γύρω μέρη. Καθοριστική, όμως, για την εξέλιξη του οικισμού ήταν η εγκατάσταση προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη, μετά το 1453, στη νέα συνοικία Αλλοτεινά.