Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

ΟΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Γεωργίου Χρυσοστόμου,


Ὁ σύγχρονος τρόπος ζωῆς, ἡ ἐκκοσμίκευση καί ὁ καταναλωτισμός συχνά ἀποπροσανατολίζουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν σκοπό τῆς ὕπαρξής του. Τά ἐπί μέρους ζητούμενα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ὁπωσδήποτε, δέν συνιστοῦν τόν ἀπώτερο σκοπό τῆς ζωῆς μας.
Ὁ ἀπώτερος σκοπός τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης εἶναι τό νά βρεῖ ὁ ἄνθρωπος στήν ἐπίγεια ζωή του τόν Θεό καί, ἀφοῦ ἑνωθεῖ βιωματικά καί μυστηριακά μαζί Του, νά πορευθεῖ πρός τήν αἰώνια ζωή. Τά λόγια τοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ "ὀδυνόμενοι ἐζητουμεν σε" ἐφαρμόζουν ἀπόλυτα στήν ἐποχή μας. Ὁ Σύγχρονος ἄθρωπος ἀπεγνωσμένα ψάχνει νά βρεῖ, πολλές φορές, τήν εὐτυχία καί τή γαλήνη σέ ὅλα τά ἄλλα, ἐκτός ἀπό τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία.
Ἡ Ἐκκλησία, θέλοντας νά βοηθήσει τόν ἄνθρωπο στό νά κατανοήσει, ἀρχικά, τήν ἀναγκαιότητα νά βρεῖ στή ζωή του τόν Χριστό καί νά πραγματοποιήσει, στή συνέχεια τόν ὕψιστο αὐτό σκοπό, προσφέρει ἕνα τρόπο, δείχνει μιά πορεία: τή Μεγάλη Σαρακοστή.
Ἡ πορεία αὐτή ἀναπτύσσεται λειτουργικά μέ τήν ἐπιτέλεση διαφόρων εἰδικῶν καί μοναδικῶν ἀκολουθιῶν. Κατά τή διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου, ἡ Ἐκκλησία θέλει, μέ το λειτουργικό της κλίμα, νά κάνει αἰσθητή τήν παρουσία τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ καί τῆς λυτρωτικῆς Του δυνάμεως. Πρόκειται γιά τήν ἱερότερη περίοδο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καί λειτουργικοῦ ἔτους. Χωρίς νά θέλει κανέις νά ὑποβιβάσει τή σπουδαιότητα τῶν ἄλλων θρησκευτικῶν ἐκδηλώσεων, ἡ βασική ἀπαίτηση τῆς Ἐκκλησία ἀπό τούς πιστούς εἶναι ἡ συμμετοχή του στή θ. λατρεία. Ἡ Μεγάλη Σαρακοστή καί εὐρύτερα τό Τριώδιο δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μιά ἁλυσίδα λειτουργικῶν εὐκαιριῶν, πού προσφέρονται συνεχῶς καί ἀδιαλείπτως ἀπό τήν Ἐκκλησία. Εἶναι μιά λειτουργική τράπεζα, στήν ὁποία νύκτα καί ἡμέρα παρατίθενται ἐδέσματα πνευματικῆς εὐωχίας.
Ἤδη ἀπό τήν ἔναρξη τοῦ Τριωδίου, τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου, γίνεται ἐμφανής ἡ ἐπιδίωξη τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ δύο ἄνδρες εἶναι ὁ τύπος τῶν πιστῶν, πού καλοῦνται στό ναό γιά τόν ἴδιο σκοπό. Ἀπό τήν ἀρχή παρουσιάζεται σέ ὅλους μας ὁ ἰδεώδης τρόπος τῆς τελωνικῆς συντετριμμένης καί ταπεινῆς προσευχῆς καί ὑπογραμμίζεται ὁ ἀπόβλητος τρόπος τῆς φαρισαϊκῆς ἐπιδεικτικῆς ἐνέργειας.
Ἡ σωστή συμμετοχή, συνεπῶς τοῦ πιστοῦ στίς τελούμενες ἱερές ἀκολουθίες τῆς περιόδου αὐτῆς θά τόν βοηθήσει καί στήν ἐπίτευξη τοῦ ἀπώτερου σκοποῦ, ὅπως περιγράφηκε παραπάνω.
Ἀπό τήν κοινή πείρα μας γνωρίζουμε ὅτι οἱ πιστοί, ἀκόμη καί αὐτοί πού δέν συμμετέχουν τόν ὑπόλοιπο χρόνο στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀρέσκονται νά ἐκκλησιαζονται τό βράδυ τῆς Παρασκευῆς τῶν ἑβδομάδων τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς γιά τήν Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν ἤ νά συμμετέχουν στίς ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Ὅμως, οἱ λαμπρές ἀκολουθίες τῶν Χαιρετισμῶν, οἱ κατανυκτικές ἀκολουθίες τοῦ Νυμφίου καί τῶν Ἁγίων Παθῶν, οἱ πέντε Κυριακές τῶν Νηστεῖων καί τά Σάββατα, πού προηγοῦνται, συναριθμοῦνται μέν σ' αὐτή, ἀλλά οὐσιαστικά ἀποτελοῦν μικρές νησίδες - ὀάσεις στήν τραχεία ἔρημο καί τό μέγα πέλαγος τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.
Ὅλα αὐτά εἶναι τό κέλυφος. Καί δυστυχῶς σ' αὐτό ἐξαντλεῖται, κατά κανόνα, ἡ λειτουργική συμμετοχή τῶν πιστῶν κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Τότε, λοιπόν, ποῦ βρίσκεται ὁ καρπός;
Ὁ καρπός, τό νόημα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς βρίσκεται στίς καθημερινές, στίς ἡμέρες τῆς νηστείας, στίς ἡμέρες τοῦ "Ἀλληλουϊα", ἐάν θέλουμε νά μιλήσουμε μέ τή γλώσσα τοῦ Τυπικοῦ. Σ' αὐτές τίς ἱερές ἀκολουθίες, ἀπό τόν κατανυκτικό ἑσπερινό τῶν Κυριακῶν μέχρι τήν ἀπόλυση τῆς λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων κάθε Παρασκευῆς ὅλων τῶν ἑβδομάδων τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, θά κατανοήσει ὁ πιστός τόν λειτουργικό χαρακτήρα τῆς περιόδου αὐτῆς.
Ἡ Μεγάλη Σαρακοστή ἀρχίζει τήν Καθαρά Δευτέρα. Ἀρχίζει μέ τόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό τῆς Κυριακῆς. Στά εἰδικά τροπάρια τονίζονται οἱ ἐπί μέρους ἀρετές, πού πρέπει νά κοσμοῦν τόν ἀληθῶς νηστεύοντα πιστό: ἡ ἐγκράτεια, ἡ ταπείνωση, ἡ ἀνεξικακία, ἡ νηστεία τροφῶν καί παθῶν, ἡ ταπείνωση. Αὐτό εἶναι τό πνεῦμα καί τό θεματολόγιο ὅλης τῆς ποιητικῆς παραγωγῆς τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ


Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Β. Τζέρπου, δρ. Θ.

Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ κύριος λόγος πού συνετέλεσε στή διαμόρφωση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὡς τῆς τεσσαρακονθήμερης περιόδου νηστείας καί γενικῆς πνευματικῆς προπαρασκευῆς γιά τή μεγάλη ἑορτή τοῦ Σταυραναστάσιμου Πάσχα πού ἀκολουθεῖ, εἶναι τό παράδειγμα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος πρίν ἀρχίσει τή δημόσια δράση Του προετοιμάστηκε στήν ἔρημο "νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καί νύκτας τεσσαράκοντα" γιά νά ἀντιμετωπίσει τούς γνωστούς τρεῖς πειρασμούς τοῦ διαβόλου (Ματθ. δ´ 11). Πρός μιά τέτοια πνευματική ἔρημο παρομοιάζεται ἀπό τούς ἁγίους πατέρες καί ἡ Μ. Τεσσαρακοστή, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ χριστιανός, μιμούμενος τόν Κύριο, ἀποδύεται σ' ἕναν ἀνάλογο πνευματικό ἀγώνα, ἀντιτάσσοντας στόν πρῶτο πειρασμό αὐτή καθαυτή τή νηστεία, στόν δεύτερο τήν ἀδιάλειπτο λατρεία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί στόν τρίτο τήν ταπείνωση ὡς μητέρα ὅλων τῶν ἀρετῶν.
Ὅμως, ἡ χριστοκεντρική αὐτή θεμελίωση τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί ἡ σωτηριολογική θεώρησή της, ὡς μιᾶς ξεχωριστῆς εὐκαιρίας μίμησης τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται ἰδιαίτερα στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διοργανώνεται καί νοηματίζεται κατά τήν περίοδο αὐτή ἡ κοινή προσευχή τῆς Ἐκκλησίας. Καί δέν ἀναφερόμαστε ἐδῶ στήν πνευματική πανδαισία πού προσφέρουν στούς πιστούς οἱ δοξολογικές ἀκολουθίες τῶν πέντε Κυριακῶν τῶν Νηστειῶν ἤ ἡ τόσο λαοφιλής καί πανηγυρική ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου, πού ψάλλεται κατά τίς ἑσπερινές λατρευτικές συνάξεις κάθε Παρασκευῆς, ὡς προεόρτιος ἤ μεθεόρτιος ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ἐννοοῦμε κυρίως τόν κύκλο τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ Νηχθημέρου (Μεσονυκτικό, Ὄρθρος, Ὧρες, Ἑσπερινός, Μέγα Ἀπόδειπνο), στίς ὁποῖες καί ἐγκρύπτεται κυρίως τό ἐσώτερο νόημα τῆς πνευματικότητας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Διότι ἐμπλουτισμένες, κατά τήν περίοδο αὐτή, μ' ἕνα πλῆθος ἐκλεκτῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων καί κατανυκτικῶν ὕμνων, καί σέ συνδυασμό μέ τή νηστεία καί τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, οἱ ἀκολουθίες αὐτές ἀποτελοῦν μιά θαυμάσια ἔκφραση τοῦ ἰδανικοῦ καί τῆς ἀδιάλειπτης δοξολογίας τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα τό πλαίσιο μιᾶς καθημερινῆς πνευματικῆς "ἀποδεκάτωσης" τῆς ζωῆς μας, ὅπως ὁρίζει τήν πνευματικότητα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης.
Ὅσο, ὅμως, κι ἄν οἱ ἀκολουθίες αὐτές ἀποτελοῦν τά εὔοσμα ἐκεῖνα ἄνθη, πού φαιδρύνουν μέ τήν παρουσία τους τήν πνευματική ἔρημο τῆς τεσσαρακονθήμερης νηστείας, εἶναι ἐπίσης γεγονός ὅτι, ἐξ αἰτίας ἱστορικῶν συγκυριῶν καί τῆς προοδευτικῆς ἀλλαγῆς τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἡ πρόσβαση σ' αὐτές ἀποτελεῖ σήμερα προνόμιο μόνο τῶν μοναχῶν καί ὁρισμένων ἄλλων φιλακόλουθων χριστιανῶν. Γι' αὐτό καί εἶναι εὔλογο τό ἀπό πολλές πλευρές διατυπούμενο αἴτημα τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν στά δεδομένα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Κάτω ἀπό τίς προϋποθέσεις αὐτές ἡ περισσότερο ἀξιοποιήσιμη ποιμαντικά εἶναι ἀναμφισβήτητα ἡ Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, πού ἀποτελεῖ τό ἀποκορύφωμα τῆς καθημερινῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν περίοδο αὐτή.

Η ΠΕΡΙ ΣΤΑΥΡΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ.


Ὁ Τίμιος Σταυρός εἶναι τό ἀξιώτερο σημεῖο καί σύμβολο τῆς πίστεώς μας. Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι:
ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ,
ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας.
τό θέλημα τοῦ Πατρός,
ἡ δόξα τοῦ Μονογενοῦς,
τό ἀγαλλίαμα τοῦ Πνεύματος,
ὁ κόσμος τῶν Ἀγγέλων,
ἡ ἀσφάλεια τῆς Ἐκκλησίας,
τό τεῖχος τῶν Ἁγίων,
τό φῶς τῆς Οἰκουμένης.
Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ "ὄχι μόνο ὁ λόγος περί Σταυροῦ καί τό μυστήριο, ἀλλά καί τό σχῆμα εἶναι θεῖο καί προσκυνητό, διότι εἶναι σφραγίδα σεβάσμια, ἁγιαστική καί τελειωτική ὅλων τῶν θαυμασίων καί ἀνεκφράστων ἀγαθῶν, τά ὁποῖα προέρχονται ἀπό τόν Θεό ". Ὅλη ἡ κένωση, ἡ πτωχεία, ἡ ἐξουθένωση, ἡ ὀδύνη, ὁ θάνατος, πού ἔλαβε γιά μᾶς ὁ Χριστός κορυφώνονται στόν Σταυρό.
Ὅλα τά ἅγια μυστήρια τελειώνονται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Ἀγ. Πνεύματος καί τήν σφραγίδα τοῦ Σταυροῦ.
Ὅλες οἱ ἱερατικές εὐλογίες εἶναι σταυρικές. Οἱ Ἱ. Ναοί, τά ἱερά σκεύη καί τά ἄμφια ἁγιάζονται μέ τόν Τίμιο Σταυρό. Δέν νοεῖται λειτουργική πράξη ἤ σύναξη τῶν πιστῶν χωρίς τήν σφραγίδα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Ὁ Σταυρός εἶναι καί ὁ πιστότερος σύντροφος κάθε ὀρθοδόξου ἀπό τή στιγμή πού θά γεννηθοῦμε μέχρι τό θάνατό μας. Καί ὁ τάφος τοῦ Χριστιανοῦ μέ τό σταυρό εὐλογεῖται.
Γι' αὐτό δέν νοεῖται χωρίς τό σταυρό Ἐκκλησία τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ. Γι' αὐτό οἱ αἱρετικοί εἴτε δέν ἐκδηλώνουν τήν ὀφειλόμεν στόν Τίμιο σταυρό εὐλάβεια, ὅπως οἱ Προτεστάντες, εἴτε τόν ἀρνοῦνται τελείως καί τόν ὑβρίζουν ὅπως οἱ Ἰεχωβᾶδες.
Γράφει τό γεροντικό: " Ὁ Ἰωάννης, ἄνθρωπος ἅγιος καί μέ ἐξουσία κατά πνευμάτων ἀκαθάρτων, ρώτησε δαίμονες καί τούς εἶπε: Ποιά πράγματα φοβᾶστε ἀπό τούς Χριστιανούς; καί αὐτοί ἀπάντησαν. Ἔχετε τρία μεγάλα πράγματα· ἐκεῖνο πού φορᾶτε στό λαιμό σας, ἐκεῖνο πού λούζεστε στήν Ἐκκλησία κι ἐκεῖνο πού τρῶτε στή Θ. Λειτουργία. Ἄν φυλάξατε καλά ἐκεῖνο πού μεταλαμβάνετε, κανένας ἀπό ἐμᾶς δέν θά μποροῦσε νά βλάψει χριστιανό ".
Ἡ Χάρη καί ἡ δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ὀφείλεται ὄχι στό σχῆμα του, ὅτι δηλαδή εἶναι σταυρός, ἀλλά στό ὅτι εἶναι ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ, τό ὄργανο διά τοῦ ὁποίου ὁ Χριστός ἔσωσε τόν κόσμο. Εἶναι τό θυσιαστήριο στό ὁποῖο προσέφερε τόν ἑαυτό του θυσία γιά ὅλο τόν κόσμο, ὡς θύτης καί ὡς θῦμα. Στόν Σταυρό ἔζησε τόν βαθύτερο πόνο, και τόν μεγαλύτερο ἐξευτελισμό γιά μᾶς. Ἔγινε ὑπέρ ἡμῶν κατάρα γιά να ἐλευθερώσει ἐμᾶς ἀπό τήν κατάρα τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ νόμου. Ὅλο τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὅλη ἡ φιλανθρωπία του συνοψίζονται στό Σταυρό του. Καί ὅταν ὁ Πέτρος συμβούλευσε τόν Χριστό νά ἀποφύγει τόν σταυρικό θάνατο, ὁ Κύριος τόν ἐπετίμησε αὐστηρά: "Ὕπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ, ὅτι οὐ φρονεῖς τά τοῦ Θεοῦ ἀλλά τά τῶν ἀνθρώπων".
Στόν Σταυρό ἐσταμάτησε ὁ παλαιός αἰώνας τοῦ θανάτου καί μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, πού συνδέεται μέ τόν Σταυρό, ἄρχισε ὁ νέος αἰώνας, ἡ ἐποχή τῆς θεώσεως καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
Στόν Σταυρό ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ἔλυσε τήν τραγωδία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, καί ἐπαναπροσανατόλισε τήν ἐλευθερία μας στόν Δημιουργό της τόν ἅγιο Τριαδικό Θεό.
Στόν Σταυρό ἐνίκησε τό θάνατό μας μέ τό νά κάνει ἰδικό Του τόν ἰδικό μας θάνατο, καί μέ τήν Ἀνάστασή Του μᾶς ἐχάρισε ζωή καί ἀφθαρσία.
Διά τοῦ Σταυροῦ μᾶς συμφιλίωσε μέ τόν Θεό Πατέρα καί μᾶς χάρισε τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας.
Διά τοῦ Σταυροῦ συνήγαγε καί ἕνωσε σέ ἕνα Σῶμα, τά πρώην διασκορπισμένα παιδιά τοῦ Θεοῦ.
Στόν Σταυρό, μέ τήν ἰδική Του γεμάτη ἀπό ταπείνωση ὕψωση, ὕψωσε καί τήν ἰδική μας φύση πού μέ τήν ψεύτικη καί μάταιη οἴηση εἶχε καταβιβασθῆ μέχρι τόν Ἅδη .
Στόν Σταυρό ἐφανέρωσε, ὅτι αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι ἡ τελική πραγματικότητα, ἐάν μέσα σ' αὐτόν ἀγωνισθοῦμε σταυρικά κατά τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Ἀποκατέστησε ἔτσι τό θετικό νόημα τοῦ κόσμου .
Στόν Σταυρό ἀπεκάλυψε τόν ἑαυτό Του ὡς τόν μόνο εὐεργέτη καί σωτῆρα, λυτρωτῆ καί ζωοδότη τοῦ σύμπαντος κόσμου καί κατέλυσε ὁριστικά τό ἔργο τοῦ διαβόλου. 
Συμμετοχή στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ.

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ ἤ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ (ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΒΙΟ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ)



Επισκόπου Φαναρίου κ. Αγαθαγγέλου
 
Ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα προβάλλει καί τιμᾶ τήν ἱερά μνήμη μιᾶς ἁγίας γυναικός, τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ξεκίνησε ἀπό τήν περιθωριακή ζωή καί τελειώθηκε στήν ἄσκηση. Ὁ βίος της εἶναι μιά ἀκραία ὁσιακή ἱστορία, ἱστορία ἀδαμικῆς γυμνότητας, φυσικῆς καί ψυχικῆς ἀπάθειας, ἀποβολῆς τῶν ἀνθρωπίνων ἰδιωμάτων, ἐγκαταλείψεως τῶν ἰδίων νοημάτων καί θελημάτων, ἀνακλήσεως τῆς ἀρχαίας ὑγείας τῆς ψυχῆς, ἱστορία τῆς παρθενίας τοῦ σώματος καί τοῦ πνεύματος, ἱστορία καταδύσεως στό ἄπειρο βάθος τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού ἑορτάζεται πρός τό τέλος τῆς Σαρακοστῆς, γιά ἐξέγερση καί βαθύ προβληματισμό, γιατί ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἔζησε τό χάος τῆς ἁμαρτίας καί ἀπεκάλυψε τό νόημα τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας καί συγγνώμης, ζώντας σαράντα ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου.
Ἀπεκάλυψε τό πόσο ἀπέραντη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς τούς ἀδύναμους καί ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους. Τό πόσο ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ δρόμοι πού κατασκευάζει ὁ Θεός μέσα ἀπό τήν καθημερινότητα τῆς ζωῆς, γιά νά ὁδηγήση τόν καθένα μας στήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Τό μέ πόση ταπείνωση, πραότητα καί μακροθυμία ἑτοιμάζει καί ἀναμένει τήν μετάνοια τοῦ καθενός μας.
Πολλές φορές ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέσα στό Εὐαγγέλιο ἐπαναλαμβάνει, ὅτι οἱ "τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ἡμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν", καί ἡ ἄποψη αὐτή ξενίζει τούς Φαρισαίους κάθε ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι σκανδαλίζονται ἐπί πλέον, γιατί ὁ Ἰησοῦς δέν περιφρονεῖ, ἀλλά ἀγκαλιάζει τούς ἁμαρτωλούς.
Ὁ Χριστός προβαίνει στήν προσφορά ἑνός νέου Νόμου χάριτος καί φιλανθρωπίας. Ἀποκαλύπτει στόν λαό Του ἕνα Θεό ἀγάπης καί συγγνώμης. Ἕνα Θεό σώζοντα τόν κόσμο. Ἕνα Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πατέρας, ὁ φίλος, ὁ ἀδελφός, ὁ ὑπερασπιστής τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Κύριος παραμερίζει ὅλα τά ἀνθρώπινα τεκμήρια καί ἀπευθύνεται στόν κρυπτό τῆς καρδίας ἄνθρωπο. Ἔτσι Τόν βλέπουμε, στό Εὐαγγέλιο, νά ἐμπιστεύεται τήν μοιχαλίδα γυναίκα. Δέν πηγαίνει ἀντίθετα στόν Νόμο, ἀλλά ἀντιμετωπίζει τήν γυναίκα πέρα ἀπό τά φαινόμενα. Ἡ μοιχαλίδα εἶχε καταδικασθῆ σέ λιθοβολισμό. Ὁ Χριστός τήν ἐλευθερώνει, τήν ἀφήνει νά φύγη ἀναστημένη σέ μιά νέα ζωή. Εἶδε τήν καρδιά της, μίλησε στόν βαθύτερο ἑαυτό της. Τά φαινόμενα ξεπεράσθηκαν ἀπό μιά μεγάλη καί σωτηριώδη ἀλήθεια: τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου.
Τό "προνόμιο" ἑνός ἀνθρώπου πού πουλάει τό σῶμα του, τόν ἑαυτό του, καί προσποιεῖται τήν ἀγαπητική σχέση, εἶναι οἱ ἐμπειρίες τῆς ζωῆς του καί τό βίωμα τῆς κολάσεως. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τήν μεγαλύτερη κόλαση. Γιατί πραγματικά ὁ ἄνθρωπος πού ὑποβιβάζει τήν ἱερώτερη σχέση καί τήν κάνει ἀντικείμενο συναλλαγῆς, ζεῖ τήν πιό μεγάλη τραγωδία. Ἀρνεῖται οὐσιαστικά τήν κοινωνία καί τήν δημιουργία.
Ἡ τρομακτική ὅμως ἐμπειρία τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά γίνη ἀφετηρία γιά μιά νέα ζωή. Αὐτό συνέβη καί μέ τήν Ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, πού ἔθεσε ὡς μοναδικό σκοπό τῆς ζωῆς της τήν μετάνοια καί τήν συγγνώμη.
Ἡ μνήμη μιᾶς Ἁγίας γυναικός, πού ἦταν πόρνη στόν πρότερό της βίο, μᾶς κάνει νά ἐμβαθύνουμε στό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας.
Τί ἀνοίγει ἀπό μέρους μας τόν δρόμο πρός τόν Κύριο, πού ἔρχεται νά σταυρωθῆ γιά τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, ἤ τί εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς σώζει; Ἡ εὐσέβεια καί ἡ ἀρετή, ἡ σοφία καί δύναμή μας, ὅλη ἐκείνη ἡ ἀξιόμισθη φλυαρία καί πολυπραγμοσύνη σέ κάποιο σχῆμα τυπικῆς θρησκευτικότητας καί ἐπιβαλλόμενου ἠθικισμοῦ, ἤ οἱ οἰκτιρμοί καί τά ἐλέη, ἡ χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔρχεται μέ ὑπερβολή ἐρωτικῆς ἀγαθότητας, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο;
Ὁ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία μᾶς μαθαίνει, ὅτι ἐκεῖνο πού εἶναι ἀπαιτητό ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας ἤ ἡ ἀπόγνωση ἀπό τόν ἑαυτό μας, πού μᾶς στρέφει, ὅταν μᾶς κατακαίει ἡ δίψα τῆς προσωπικῆς ἐπικοινωνίας καί τῆς ἀγάπης καί μᾶς φλογίζη ὁ ἄνθρωπος τῆς ὀδύνης καί τοῦ θείου πόθου, στήν ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Δέν μποροῦμε νά ἐλπίζουμε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά νά ἔχουμε πεποίθηση μόνο στόν Θεό, πού ἐγείρει τούς νεκρούς, "τούς νεκρωθέντας τῇ ἁμαρτίᾳ". Ἐκεῖνο πού τελικά μᾶς σώζει εἶναι ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σφραγίζει τό μυστήριο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς αἰωνιότητας τοῦ ἀνθρώπου.
Κανένας δέν ἔχει ἐκπέσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οὔτε καί μιά πόρνη. Γιατί ὁ ἄνθρωπος καί μέσα στήν ἁμαρτωλότητά του, ἀκόμη καί στά ἔσχατα ὅρια τῆς ἀξιοπρέπειάς του, δέν παύει νά εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ, καί γιατί "δέν εἶναι κακό ἡ γυναίκα, ἀλλά ἡ πορνεία", γράφει ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός. Μποροῦμε καί πρέπει νά μισοῦμε τήν πορνεία, ἀλλά ὀφείλουμε νά ἀγαπᾶμε τήν πόρνη, πού δέν παύει νά εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κι ὅταν φέρνει τήν πληγή καί τήν ὀδύνη τῶν πταισμάτων της. Ἄλλωστε ποιός μπορεῖ νά μᾶς βεβαιώση, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅ,τι πράττει ἤ ὅτι εἶναι ἐλεύθερος στίς πράξεις του ἤ ἀγαπᾶ αὐτό πού πράττει;
Ἡ Ὁσία Μαρία γίνεται τύπος τῶν πιστῶν, πού τόσο παγιδεύονται στόν πειρασμό τῆς αὐτοδικαίωσης καί τῆς αὐτάρκειας, γιατί δίνει αὐτό πού εἶναι: τό εἶναι της γυμνό, γιά νά τό ἐνδύση καί πάλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δίνει ἀκριβῶς αὐτό πού γνωρίζει καί περιμένει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο: τήν ἄβυσσο τοῦ μυστηρίου τῆς καρδιᾶς, τήν μετάνοια, ἡ ὁποία μᾶς σώζει καί μᾶς ἁγιάζει.
Τό πρότυπο στό ὁποῖο ἀπέβλεπε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία δέν ἦταν ἡ πληρότητα τῆς ἠθικῆς αὐτάρκειας, ἀλλά ὁ θρῆνος τῆς ἀδιάκοπης μετάνοιας, βεβαίωση τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στήν ἁμαρτία, πού προϋποθέτει μιά προσωπική καί βαθειά αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Αὐτό πού μετράει εἶναι, ὅτι ἡ ἀρετή ὑπάρχει γιά τήν ἀλήθεια καί ὄχι ἡ ἀλήθεια γιά τήν ἀρετή. Αὐτό σημαίνει, ὅτι πρέπει νά ἀντιληφθοῦμε, νά ζήσουμε τήν μετάνοια μέ αὐθεντικά ὀρθόδοξο τρόπο.
"Ὁ αἰσθηθείς τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν, κρείττων ἐστί τοῦ ἐγείροντος τούς νεκρούς" καί αὐτό σημαίνει ὄχι ἁπλῶς "νά πουλήσουμε ὅ,τι ἔχουμε" - κατά τόν εὐαγγελικό λόγο - ἀλλά "νά πουλήσουμε ὅ,τι εἴμαστε". Νά τί λέγει ἡ Ὁσία Μαρία στόν Ἀββά Ζωσιμᾶ κατά τήν συνάντησή τους στήν ἔρημο: "Γιά ποιό λόγο ἦλθες ἄνθρωπε σέ μένα τήν ἁμαρτωλή; Γιά ποιό λόγο θέλησε νά δῆς μιά γυναίκα γυμνή ἀπό κάθε ἀρετή;"
Σέ ὁλόκληρη τήν πατερική παράδοση καί διδασκαλία τονίζεται, ὅτι ἡ μετάνοια δέν ἐξαντλεῖται σέ ὁρισμένες ἀντικειμενικές βελτιώσεις τῆς συμπεριφορᾶς, οὔτε σέ τύπους καί σχήματα ἐξωτερικά, ἀλλά ἀναφέρεται σέ μιά βαθύτερη καί καθολική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι μιά παροδική συντριβή ἀπό τήν συναίσθηση διαπράξεως κάποιας ἁμαρτίας, ἀλλά μιά μόνιμη πνευματική κατάσταση, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καί συνεχῆ διάθεση γιά ἀνόρθωση, θεραπεία καί ἀνάληψη τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος.
Μετάνοια εἶναι ἡ ἀλλαγή τοῦ νοῦ, τό νέο φρόνημα, ἡ δυναμική μετάβαση "ἐκ τοῦ παρά φύσιν εἰς τό κατά φύσιν, καί ἐκ τοῦ διαβόλου πρός τόν Θεόν ἐπάνοδος δι' ἀσκήσεως καί πόνων". Αὐτός ὁ ὁρισμός καθιστᾶ σαφές, ὅτι ἡ μετάνοια δέν εἶναι συμμόρφωση πρός τόν Νόμο, ἀλλά συγκλονιστική συνάντηση μέ τόν Χριστό. Δέν εἶναι εἴσοδος σέ μιά κοινότητα Φαρισαίων, ἀλλά στήν Ἐκκλησία τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, τῶν ἐργατῶν τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, τῶν τελωνῶν καί τῶν πορνῶν.
Ἡ ὀρθοδοξία καί ἡ μετάνοια δέν διαδραματίζονται ἀνάμεσα στό καλό καί τό κακό μιᾶς ἀνθρώπινης ἠθικῆς, ἀλλά ἀνάμεσα στούς δύο ληστές, δεξιά καί ἀριστερά στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀνάμεσα στόν μετανοήσαντα καί ἀμετανόητο ληστή. Μέ ἄλλα λόγια καλούμεθα ὄχι νά γίνουμε τοῦτο ἤ ἐκεῖνο, ἀλλά νά εἴμαστε στό μέτρο πού μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Θεό.
"Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ καί ἐγγιεῖ ὑμῖν". Ἐμεῖς ἔχουμε χρέος ν' ἀρχίσουμε. Ἄν κάνουμε ἕνα βῆμα πρός τόν Θεό, Ἐκεῖνος κάνει δέκα πρός ἐμᾶς.
Ἡ κόλαση, ἀδελφοί μου, ξέρετε, δέν εἶναι γιά τούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά γιά τούς ἀμετανόητους. Γιά ἐκείνους, πού δέν αἰσθάνονται τήν ἀναξιότητά τους, πού δέν γνωρίζουν τό μεγαλεῖο τῆς συγγνώμης, πού ἀγνοοῦν τόν παράδεισο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού δέν ζοῦν τήν ἐλπίδα τῆς πίστεως.
Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά λέγη στόν κάθε ἄνθρωπο: Τίποτε μήν φοβᾶσαι, ποτέ μήν φοβᾶσαι καί μήν θλίβεσαι. Μιά καί μετανοεῖς ὅλα θά στά συγχωρέση ὁ Θεός. Μά κι οὔτε ὑπάρχει οὔτε μπορεῖ νά ὑπάρχη, νά γίνη στόν κόσμο τέτοιο κρῖμα, πού νά μήν τό συγχωρέση ὁ Θεός σέ κεῖνον πού μετανοεῖ ἀληθινά. Μά κι οὔτε μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κάνη ἕνα τόσο μεγάλο ἁμάρτημα πού θά μποροῦσε νά ἐξαντλήση τήν ἀστείρευτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ Δ' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣΜΕΣΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Επισκόπου Φαναρίου κ. Αγαθαγγέλου


Ἡ ἐν Χριστῷ ἄσκηση
Μέσα στό Μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας, στό ὁποῖο κτυπᾶ ἡ καρδιά τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποκαλύπτεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τιμᾶμε καί γεραίρουμε πάντοτε τήν ἱερά μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, γιά νά διδαχθοῦμε ἀπό τήν αἰωνόβια πεῖρα του περί τοῦ ὄντως Ὄντος Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά εἰσέλθουμε στό βάθος τῆς μεγαλουργίας τοῦ Θεοῦ, πού σοφά τόν ἐνέπνευσε γιά τήν οὐσιαστική ἀξία τῆς ἐν Χριστῷ ἀσκήσεως.
Τό νόημα τῆς ἀσκήσεως
Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα ταυτίζεται καί ἐκφράζεται μέ τήν ὀρθόδοξη ἄσκηση. Γιατί ἡ ἄσκηση μέσα στή χάρη, πού μεταμορφώνει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο γιά νά ἀρχίσει συνομιλία μέ τό Θεό καί νά ἑνωθεῖ μαζί του, εἶναι ἡ πιό γνήσια καί αὐθεντική καί ἀδιάφθορη ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἤ γιατί ἡ αὐθεντική ἐσωτερική ζωή δέν εἶναι κάποια παθητική-ψυχολογική κατάσταση, ἀλλά πρόοδος πνευματική καί ἀγώνας γιά τήν ἐργασία ὅλων τῶν θεανθρώπινων ἀρετῶν.
Ἡ πίστη, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελοῦν τό μοναδικό νόημα καί σκοπό τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεως. Τό νόημα τῆς ἀσκήσεως μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ φανερή προσπάθεια καί ὁ ἐλεύθερος συνειδητός ἀγώνας γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἐν Χριστῷ τελειότητος. Ἐπειδή ἡ τελειότης δέν εἶναι ἔργο ἀνθρώπινο καί δέν μπορεῖ νά ἀναπτυχθῆ καί νά ἀποκτηθῆ μόνον ἀπό τίς προσπάθειες τῶν φυσικῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά εἶναι δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς ἐκ τούτου ἡ ἄσκηση καθ' ἑαυτήν ποτέ δέν ἀποβαίνει σκοπός, ἀλλά μόνο μέσον πρός ἀπόκτηση τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ.
Ἡ χριστιανική ζωή εἶναι ἡ δυνατότητα νά βρεῖ ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν ἐλεύθερη ἄσκηση καί τή χάρη τῶν μυστηρίων, τόν ἑαυτό του καί τόν προορισμό του, νά γίνει δηλαδή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅλος ὁ χριστιανισμός σάν ὀρθόδοξο δόγμα καί ἦθος εἶναι ἕνα στάδιο ἀσκήσεως. Τό δόγμα καί τό ἦθος εἶναι ἡ κλίση τοῦ ἀνθρώπου στήν ἄσκηση τῆς νέας ζωῆς ἐν Χριστῷ, πού ἐκφράζεται κυρίως μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα αὐτό πού καλοῦμε Ἠθική, δέν εἶναι ἔκθεση τῶν ἀντικειμενικῶν ἠθικῶν ἀρχῶν καί κανόνων, σύμφωνα μέ τούς ὁποίους πρέπει νά πράττει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ἀσκητική ἐργασία, φύλαξη τῶν ἐντολῶν καί ἄσκηση τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτά σημαίνουν ὅτι ἡ ἄσκηση τῶν Χριστιανῶν δέ νοεῖται σάν ἕνα κλειστό τεχνικό σύστημα αὐξήσεως τῶν ἀνθρώπινων δυνατοτήτων, ἀλλά εἶναι προσπάθεια μεταμορφώσεως καί αὐξήσεως τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, κατά τό μέτρο τῆς δωρεᾶς, πού ὁ Θεός χάρισε στούς ἀνθρώπους. Μέ τήν ἐλεύθερη ἄσκηση ἐπιστρέφουμε στήν πληρότητα τῆς Θεανθρώπινης ζωῆς καί χάρης, στή θεόνομη καί χαριτωμένη ζωή, στό πλήρωμα τῆς θείας ἀγάπης καί ἐλεημοσύνης, στήν εὐαγγελική κλήση καί ἐργασία μας, γεγονός πού ἀπαιτεῖ ἀπό μέρους μας αὐτογνωσία καί ἐπίγνωση, ἐλευθερία καί εὐθύνη. Πρόκειται γιά μιά ἐπίπονη καί μακρυνή πορεία, στήν ὁποία καί μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μεταμορφώνει καί ἐλευθερώνει πραγματικά τόν ἑαυτό του.
Ἡ ἄσκηση στήν Ὀρθοδοξία δέν εἶναι μιά στείρα καθηκοντολογία, μιά πιστή τήρηση ἑνός ἄκαμπτου τυπικοῦ, ἕνας τακτικός καθωσπρεπισμός, μιά ὑποκριτική εὐσεβοφάνεια. Ἄσκηση εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἄσκηση εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἄσκηση σημαίνει ὑπακοή στήνἘκκλησία.
Ἄσκηση καί αὐτόνομη ἠθική
Ἡ καθολικότητα τῆς ἀσκήσεως ἀποκλείει κάθε ταύτισή της μέ τήν ἠθικολογία ἤ ἀρετολογία τῆς αὐτόνομης ἠθικῆς. Ἡ ἄσκηση ὅπως ὁρίζεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἕνα σύστημα ἀρετῶν ἤ μία ἠθική φιλοσοφία. Ἡ ἄσκηση δέν ἀποβλέπει σέ ἠθικά πρότυπα, δηλαδή σέ ἀντικειμενικά πιστοποιημένες ἀρετές, πού μπορεῖ νά εἶναι μόνο φυσικά προτερήματα. Ἀποβλέπει στήν δοκιμασία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας πού ἐπιμένει νά στρέφεται πρός τό Θεό παρά τήν ἐπαναστατημένη ἀντίπραξη τῆς ἴδιας τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἄσκηση εἶναι ἕνα προσωπικό γεγονός, ὅπως ἰδιαίτερα ἐκφράζεται στήν πάλη μέ τίς δαιμονικές δυνάμεις καί στόν ἀγώνα γιά τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα ἄθλημα πού δέ σχετίζεται μέ κάποιο σύστημα ἠθικῶν ἀξιῶν καί μαρτυρεῖ τόν ἀνθρώπινο δυναμισμό, πού κινητοποιεῖται ἀπό τή φιλάνθρωπη παρουσία τοῦ Θεοῦ.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Επισκόπου Φαναρίου κ. Αγαθαγγέλου Σταυρός καί Ἐκκλησία



Ὁ Τίμιος Σταυρός εἶναι τό ἀξιώτερο σημεῖο καί σύμβολο τῆς πίστεώς μας. Ὅλα τά ἄξια μυστήρια τελειώνονται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Ἀγ. Πνεύματος καί τήν σφραγίδα τοῦ Σταυροῦ.
Ὅλες οἱ ἱερατικές εὐλογίες εἶναι σταυρικές. Οἱ Ἱ. Ναοί, τά ἱερά σκεύη καί τά ἄμφια ἁγιάζονται μέ τόν Τίμιο Σταυρό. Δέν νοεῖται λειτουργικήπράξη ἤ σύναξη τῶν πιστῶν χωρίς τήν σφραγίδα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Ὁ Σταυρός εἶναι καί ὁ πιστότερος σύντροφος κάθε ὀρθοδόξου, ἀπό τή στιγμή πού θά γεννηθοῦμε μέχρι τό θάνατό μας. Καί ὁ τάφος τοῦ Χριστιανοῦ μέ τό σταυρό εὐλογεῖται.
Γι' αὐτό δέν νοεῖται χωρίς τό σταυρό Ἐκκλησία τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ. Γι' αὐτό οἱ αἱρετικοί εἴτε δέν ἐκδηλώνουν τήν ὀφειλόμεν στόν Τίμιο σταυρό εὐλάβεια, ὅπως οἱ Προτεστάντες, εἴτε τόν ἀρνοῦνται τελείως καί τόν ὑβρίζουν ὅπως οἱ Ἰεχωβᾶδες.
Γράφει τό γεροντικό: " Ὁ Ἰωάννης, ἄνθρωπος ἅγιος καί μέ ἐξουσία κατά πνευμάτων ἀκαθάρτων, ρώτησε δαίμονες καί τούς εἶπε: Ποιά πράγματα φοβᾶστε ἀπό τούς Χριστιανούς; καί αὐτοί ἀπάντησαν. Ἔχετε τρία μεγάλα πράγματα· ἐκεῖνο πού φορᾶτε στό λαιμό σας, ἐκεῖνο πού λούζεστε στήν Ἐκκλησία κι ἐκεῖνο πού τρῶτε στή Θ. Λειτουργία. Ἄν φυλάξατε καλά ἐκεῖνο πού μεταλαμβάνετε, κανένας ἀπό ἐμᾶς δέν θά μποροῦσε νά βλάψει χριστιανό ".
Ἡ Χάρη καί ἡ δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ὀφείλεται ὄχι στό σχῆμα του, ὅτι δηλαδή εἶναι σταυρός, ἀλλά στό ὅτι εἶναι ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ, τό ὄργανο διά τοῦ ὁποίου ὁ Χριστός ἔσωσε τόν κόσμο. Εἶναι τό θυσιαστήριο στό ὁποῖο προσέφερε τόν ἑαυτό του θυσία γιά ὅλο τόν κόσμο, ὡς θύτης καί ὡς θῦμα. Ὅλη ἡ πτωχεία, ἡ κένωσις, ἡ ἐξουθένωσις, ἡ ταλαιπωρία, ἡ ὀδύνη, ὁ θάνατος, πού ἔλαβε γιά μᾶς κορυφώνονται στό Σταυρό. Στόν Σταυρό ἔζησε τόν βαθύτερο πόνο, και τόν μεγαλύτερο ἐξευτελισμό γιά μᾶς. Ἔγινε ὑπέρ ἡμῶν κατάρα γιά να ἐλευθερώσει ἐμᾶς ἀπό τήν κατάρα τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ νόμου. Ὅλο τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὅλη ἡ φιλανθρωπία του συνοψίζονται στό Σταυρό του. Καί ὅταν ὁ Πέτρος συμβούλευσε τόν Χριστό νά ἀποφύγει τόν σταυρικό θάνατο, ὁ Κύριος τόν ἐπετίμησε αὐστηρά: "Ὕπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ, ὅτι οὐ φρονεῖς τά τοῦ Θεοῦ ἀλλά τά τῶν ἀνθρώπων". 
Προτυπώσεις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ
Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ὡς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἐνεργοῦσε προτυπωτικά καί πρίν τή Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ. Στούς πρό Χριστοῦ δίκαιους ἀνθρώπους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀποκαλύπτονταν τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναφερόμενος σ' αὐτό τό θέμα, λέγει γιά τόν Ἀβραάμ: "Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καί ἐκ τῆς συγγενείας σου, καί δεῦρο εἰς γῆν ἥν ἄν σοι δείξω"(Γεν. 12,1). Τό γοῦν μυστήριον τοῦ Σταυροῦ ἐν ἑαυτῇ φέρει αὕτη ἡ φωνή· τοῦτο γάρ ἐστιν ἄντικρυς ὁ Παῦλος ὁ καυχώμενος έν τῷ Σταυρῷ λέγει ὅτι· "ἐμοί ὁ κόσμος ἐσταύρωται" (Γαλ. 6,14). Κατά γάρ τόν φυγόντα τήν πατρίδα ἤ τόν κόσμον ἀμεταστρεπτί, ἡ κατά σάρκα πατρίς καί ὁ κόσμος ἐνεκρώθη καί κατήργηται· καί τοῦτο ἐστιν ὁ Σταυρός... ὁ δέ Ἰσαάκ αὐτός ἦν τοῦ ἐν αὐτῷ προσηλωθέντος τύπος, ὑπήκοος ὡς καί ὁ Χριστός μέχρι θανάτου τῷ πατρί γενόμενος...".
Ἐξάλλου, ὅπως εἶναι γνωστό, κατά τή θαυμαστή διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας ὁ Μωϋσῆς ἐγχάραξε πάνω στά ὕδατα τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Ὅπως ἐπίσης καί τό χάλκινο φίδι πάνω στό ξύλο-τύπος τοῦ ἐπί σταυροῦ ὑψωθέντος Χριστοῦ- ἔφερνε τή θεραπεία στούς δηλητηριασμένους καί μέ πίστη ἀτενίζοντάς το Ἑβραίους.
Ἀλλά βέβαια ὁ Θεός εὐδόκησε νά φανερώσει τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ κατά τόν πλέον ἐμφανῆ τρόπον, ἀφοῦ ὁ ἴδιος δέχθηκε νά ἀνυψωθεῖ πάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, γιά νά ἀπαοκαλύψει ἔτσι τό βαθύτατο νόημα τοῦ Σταυροῦ 
Τό σταυρικό πολίτευμα τῶν Χριστιανῶν
Ὁ Κύριος διδάσκει τούς μαθητές Του νά πορεύωνται σταυρικά, νά ἔχουν στή ζωή τους σταυρώσιμη διάθεση καί ἀναστάσιμο ἦθος.
Ἀλλά τί σημαίνει νά ἀκολουθῶ τόν Ἰησοῦ βαστάζοντας τό σταυρό μου, δηλαδή νά ζῶ σταυρικά.
α. Σταυρώνω τόν παλαιό ἄνθρωπο (τά πάθη μου). Ἀπαρνοῦμαι τόν παλαιό ἄνθρωπο καί ἀγωνίζομαι νά ξεριζώσω ἀπό μέσα μου τά ἁμαρτωλά καί ἐγωϊστικά πάθη, τόν ἐγωκεντρισμό, τή φιλαυτία. Μορφές τῆς φιλαυτίας εἶναι: ἡ ὀλιγοπιστία, ἡ ἀπιστία, ἡ ἀδιαφορία γιά τόν συνάνθρωπο καί τό χειρότερο ἡ ἐκμετάλλευσή του ἡ φιληδονία καί ἡ σαρκολατρεία· ἡ ἀπληστία καί ἡ φιλαργυρία· ἡ μνησικακία καί ἡ συκοφαντία καί κάθε ἐνέργεια, μέ τήν ὁποία πληγώνουμε καί στενοχωροῦμε τούς συνανθρώπους μας ἡ φιλοδοξία καί ματαιοδοξία.

Σχόλια στην Κυριακή της Ορθοδοξίας Εκκλησία: Σώμα Χριστού Επισκόπου Φαναρίου κ. Αγαθαγγέλου


Ἡ μαρτυρία μας
Κάθε χρόνο, κατ' αὐτήν τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας καλούμεθα νά κηρύξωμε, νά ἀπολογηθοῦμε γιά τήν πίστη μας, τή ζωή μας, τήν ταυτότητά μας καί τήν ἐλπίδα μας.
Στή σημερινή ἡμέρα, πού εἶναι ἡ γιορτή τῆς εἰκόνας καί ἡ ἑορτή τῆς εἰκόνας εἶναι ἡ γιορτή τοῦ ἀνθρώπου, εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε νά μαρτυρήσουμε περί τῆς Ἐκκλησίας ὡς πασχαλίου κοινότητος, πορευομένης πρός τό ὁριστικό πάσχα, περί τῆς Ἐκκλησίας ὡς Εὐαγγελικῆς καί Εὐχαριστιακῆς Κοινότητας, πού ἀναλαμβάνει στήν προσευχή της ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα καί τήν προσκαλεῖ νά λάβει μέρος στήν τριαδική ἀγάπη. Ὀφείλουμε νά μαρτυρήσουμε γιά τήν πνευματική σημασία τῆς γῆς καί τοῦ κάλλους, γιά τόν ἄνθρωπο σάν ὑπέρβαση καί κοινωνία, χαραγμένης μέ τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ γιά τήν κλήση του, τή σπίθα, τήν πνοή πού τόν ἁρπάζει ἀπό αὐτόν τόν κόσμο καί τοῦ δίνει τήν δύναμη νά τόν μεταμορφώσει. Ἔχουμε νά μαρτυρήσουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἡ ἐλευθερία, ἡ χαρά καί ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά τόν γνωρίσει μέ μία ἀδιαχώριστη ἀπό τήν ἀγάπη γνώση, ἑνώνοντας τό πνεῦμα του καί τήν καρδιά του καί εὑρίσκοντας τήν καρδιά του στόν Χριστό, "καρδιά τῆς Ἐκκλησίας", ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας.
Το μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας
Ὅταν γίνεται λόγος γιά τήν Ὀρθοδοξία, γίνεται λόγος γιά τό πολυτιμώτερο τῆς πίστης καί τῆς ἐλπίδας, τήν Ἐκκλησία, ἀλλά εἶναι δυνατό νά ὁριστῆ ἤ νά περιγραφῆ αὐτό πού μετέχει στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ στή θεία ζωή, σ' αὐτήν τήν ἀνεξάντλητη ζωή τοῦ Θεοῦ πού γεμίζει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξή μας καί μέσα στήν ἁμαρτία μας καί μέσα στήν πτώση μας; Πῶς θά μποροῦσε νά μιλήσει κανείς γιά τήν Ἐκκλησία ἡ ὁποία ἐργάζεται ἀδιάκοπα γιά νά ἀναγάγει τόν ἄνθρωπο στήν προσωπική του καί ἐκκλησιαστική του ζωή στά σκαλοπάτια τῆς θέωσης;
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶμα Χριστοῦ, ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἕνωση καί ἑνότητα τῶν πιστῶν στήν θεωμένη -δοξασμένη ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ. Χριστός καί Ἐκκλησία εἶναι ἑνότητα ἀδιάσπαστη καί ἀσύγχυτη. Εἶναι, κατά τόν Ἱ. Χρυσόστομο, "γένος ἕνα, Θεοῦ καί ἀνθρώπων". Ὁ Χριστός εἶναι ὁ "ἐκκλησιαστής μας" γιατί μᾶς συνάγει στό Πανάγιο σῶμα Του ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία μας, γιατί γίνεται ὁ πνευματικός τόπος τῆς συνάξεώς μας. Νά γιατί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ποτέ χωρίς τόν ἀληθινό Χριστό Ἐκκλησία, οὔτε πάλι νά στηριχθεῖ σέ καμμιά ἰδεολογία, ἔστω λεγομένη "Χριστιανική ".

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ἀποσπάσματα ἀπό κείμενα τοῦ Μοναχοῦ Μωϋσῆ, Ἁγιορείτου, καί τοῦ Ἰωάννου Κορναράκη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου


Μιά ἰσχυρή πρόκληση
Ζοῦμε δυστυχῶς σ' ἕναν κόσμο μ' ἕνα ἐπαναστατημένο θέλημα, ὁ ὁποῖος σήμερα παρά ποτέ, δέν εἶναι "ἐπίγειος οὐρανός, ἀφιλόνικος, ἀπολέμητος, ἀστασίαστος, ἄφθονος, εἰρηνικός, ἀζήμιος καί ἀναμάρτητος". Αὐτό μᾶς βοηθᾶ νά κατανοήσωμε συνειδητά καί βαθειά τήν σπουδαιότητα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Ἡ ὕπαρξή μας μέσα σ' ἕναν κόσμο συγκεχυμένο καί ἀντιφατικό στίς ἀναζητήσεις του, καταπιεστικό καί ἐξουθενωτικό στίς καθημερινές καταστάσεις πού δημιουργεῖ, ἀκολουθεῖ μοιραίως τήν ὁδό τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος πού βιώνει ἀνεξέλεγκτα καί ἀνεύθυνα τίς καθημερινές ἐμπειρίες τῆς ζωῆς, ἀποξενώνεται συνεχῶς ὄχι μόνο ἀπό τόν Θεό, ἀλλά καί ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Γι' αὐτό τόν λόγο ἡ σωτηρία του ἐξαρτᾶται ἀπό τήν δυνατότητα τήν ὁποία μπορεῖς νά ἀποκτήσεις νά ἀντιλαμβάνεται κάθε στιγμή τήν ποιότητα τῆς ζωῆς πού ζῆ καί ἐκφράζει. Χρειάζεται, λοιπόν, ἰσχυρές προκλήσεις γιά νά ἀφυπισθῆ καί νά ἀναζητήση τήν ἀληθινή ὁδό τῆς ζωῆς.
Μία τέτοια ἰσχυρή πρόκληση-νυγμός γιά τήν θρησκευόμενη συνείδηση, εἶναι ἡ κατανυκτική εὐχή τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου:
"Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου,
πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί
ἀργολογίας μή μοι δῷς,
πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς
καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ,
ναί Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν
τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου".
Ἡ ἁγιοπνευματική αὐτή εὐχή ἀφυπνίζει τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί μᾶς προτρέπει νά ἀνέλθουμε στίς βαθμίδες τῆς καταξιώσεως τῆς ἀνθρωπιᾶς μας καί τῆς πνευματικῆς ποιότητος τῆς ζωῆς μας.

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ τοῦ ᾿Αρχιμ. Μαξίμου Ματθαίου



῾Η νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μαζί μέ τή νηστεία τῆς Τετάρτης καί τῆς Παρασκευῆς, εἶναι οἱ ἀρχαιότερες καί μόνες νηστεῖες, πού ἔχουν Οἰκουμενική κάλυψη, δηλαδή ἐπικυρώθηκαν μέ Κανόνες Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ξθ΄ ῾Αγ. ᾿Αποστ., ε΄ τῆς Α΄, β΄, κθ΄ καί πθ΄ τῆς ΣΤ΄). Οἱ λοιπές καθιερωμένες νηστεῖες τοῦ ἔτους, βασίζονται στήν ῾Ιερή Παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας μας, πού κι αὐτή εἶναι ἰσχυρή καί ἔγκυρη.
῾Η νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀνάγεται ἤδη στούς ἀποστολικούς χρόνους καί θεσμοθετήθηκε κατά μίμηση τῆς σαραντάμερης νηστείας τοῦ Κυρίου μας (Ματθ. δ΄, 2), ὡς καί τῶν σαραντάμερων νηστειῶν τῶν Προφητῶν Μωυσέως (᾿Εξοδ. λδ΄, 28) καί ᾿Ηλιοῦ (Γ΄ Βασ. ιθ΄ 8).
῾Η ἀρχαιότητά της, ἔγκειται καί στό γεγονός, ὅτι μόνον κατ᾿ αὐτή, σέ ἀντίθεση μέ τίς ἄλλες μεταγενέστερες μακρές νηστεῖες, δέν ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση τῆς ἀναιμάκτου θυσίας (τελείας Λειτουργίας), παρά μόνο τά Σάββατα καί τίς Κυριακές.
᾿Από νωρίς συνδέθηκε μέ τήν ἀρχαία νηστεία τοῦ Πάσχα, τῆς μιᾶς, δύο καί μετά ἕξι ἡμερῶν πρό τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα (Μεγάλη ῾Εβδομάδα). Μιά ἐκδοχή, ὅτι ἀρχικά ἡ Τεσσαρακοστή συνδέθηκε μέ τά Θεοφάνεια, κατά ἀκριβῆ μίμηση τῆς σαραντάμερης νηστείας τοῦ Κυρίου στήν ἔρημο μετά τό Βάπτισμα Του, ἀρχόμενη ἀπό τίς 7 ᾿Ιανουαρίου, δέν ἔχει ἀποκτήσει σταθερά ἐρείσματα καί θεμελιωμένες ἀποδείξεις.
᾿Αρχικό νόημα
Τό νόημα τῆς νηστείας τῶν σαράντα ἡμερῶν, ἀρχικά ἦταν ταυτισμένο μέ τήν προετοιμασία τῶν Κατηχουμένων καί "τῶν πρός τό ἅγιον φώτισμα εὐτρεπιζομένων", γιά τό βάπτισμά τους, κατά τή νύκτα τοῦ Μ. Σαββάτου, στήν παννυχίδα - ἀγρυπνία τοῦ Πάσχα. Στή "Λειτουργία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς", τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἤ Προηγιασμένη, οἱ σχετικές "δεήσεις", πού μέχρι σήμερα ἔχουν διατηρηθεῖ ἀνέπαφες, μαρτυροῦν αὐτό τό ἀρχικό νόημα. Τό αὐτό μαρτυρεῖ καί ἡ καθημερινή ᾿Ανάγνωση, στίς ᾿Ακολουθίες αὐτῆς τῆς περιόδου, τῶν Βιβλίων, πού χρησιμοποιοῦσε ἡ ᾿Αρχαία ᾿Εκκλησία γιά Κατήχηση, ἤτοι τῆς Γενέσεως, τοῦ ᾿Ησαΐα καί τῶν Παροιμιῶν.
Τό Πάσχα παρέχει τή μεγάλη ἱερότητα πού ἔχει τό Μυστήριο τοῦ ῾Αγίου Βαπτίσματος, ὡς συμμετοχή (συνταφή καί συνανάσταση) στόν ἐκούσιο Θάνατο καί τήν ᾿Ανάσταση τοῦ Κυρίου, κατά τήν θεμελιώδη ἑρμηνεία τοῦ θείου Παύλου: "συνετάφημεν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος εἰς τόν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν" (Ρωμ. ς΄ 4). ῾Η Λειτουργία τῆς Παννυχίδας τοῦ Πάσχα ἦταν μιά καθαρά "βαπτισματική" Λειτουργία, στοιχεῖα τῆς ὁποίας, ἔχουν μέχρι σήμερα διατηρηθεῖ στήν ἀντίστοιχή της ἑσπερινή Λειτουργία τοῦ Μ. Σαββάτου (῾Εσπερινός ᾿Αναστάσεως μέ τή Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου). Αὐτά εἶναι:
α) τά 15 Παλαιοδιαθηκικά ᾿Αναγνώσματα τοῦ ῾Εσπερινοῦ (σήμερα ἀναγινώσκονται τρία) γιά τήν κάλυψη τοῦ χρόνου Βαπτίσεως τῶν Κατηχουμένων στό Βαπτιστήριο καί σέ ἀναμονή τῶν πιστῶν γιά τήν ὑποδοχή τους στό Ναό, πού γινόταν μέ τήν ψαλμωδία τοῦ εἰσοδικοῦ ὕμνου "῞Οσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε...", γιά τήν τέλεση τῆς Λειτουργίας,

Τυρινή: Ο τελετουργικός προθάλαμος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής Γεώργιος Ζαραβέλας, Θεολόγος


Η εβδομάδα της Τυροφάγου ή Τυρινής αποτελεί το πρόπυλο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου έχει ξεκινήσει η σταδιακή εισαγωγή των πιστών στο κλίμα της τεσσαρακονθήμερης περιόδου με τη χρήση του λειτουργικού βιβλίου του Τριωδίου. Την εβδομάδα της Τυρινής όμως, το Τριώδιο χρησιμοποιείται κατά κόρον όλες τις ημέρες και όχι μόνο την Κυριακή (Τελώνου και Φαρισαίου, Ασώτου, Απόκρεω) ή και το Σάββατο (προ της Απόκρεω – των Ψυχών), όπως συνέβαινε τις δυο προηγούμενες εβδομάδες.
tyrinh1
            Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της παρούσας εβδομάδας, ως εισαγωγικής στο πνεύμα και την ουσία της Σαρακοστής, είναι εμφανής και στην τυπική διάταξη των ακολουθιών των καθημερινών. Από το εσπέρας της Κυριακής των Απόκρεω, έως και την Παρασκευή της Τυρινής παρατηρείται η χρήση του Τριωδίου σε όλες τις ακολουθίες, με αποκορύφωμα την Τετάρτη και την Παρασκευή, οπότε η αδυναμία τέλεσης Θείας Λειτουργίας μεταβάλλει την τυπική διάταξη σε σχεδόν όμοια με εκείνη των καθημερινών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
            Εξετάζοντας το τυπικό των ημερών αυτών, προβαίνουμε στις ακόλουθες τελετουργικές επισημάνσεις: 1) Στην ακολουθία του Εσπερινού παρατηρούμε τις εξής μεταβολές: α) Στα Απόστιχα δεν ψάλλονται τα συνήθη τροπάρια από το βιβλίο της Παρακλητικής, αλλά τα ανάλογα από το Τριώδιο. Αυτά είναι ένα ιδιόμελο των αποστίχων, το οποίο ψάλλεται δύο φορές, την πρώτη χωρίς στίχο και τη δεύτερη με το στίχο «Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου», ενώ ακολουθεί μαρτυρικό με στίχο «Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς» και στο «Δόξα. Καὶ νῦν» Θεοτοκίο (ή Σταυροθεοτοκίο, κατά το εσπέρας Τρίτης και Πέμπτης) ή τυχόν δοξαστικό του Αγίου από το Μηναίο (εκτός Τρίτης και Πέμπτης). β) Το απόγευμα της Τρίτης και της Πέμπτης, αντί για το σύνηθες απολυτίκιο του αγίου της ημέρας, ψάλλεται το «Θεοτόκε Παρθένε» και τα λοιπά τροπάρια· ακολουθούν το «Κύριε Ἐλέησον» μ’ φορές, «Δόξα. Καὶ νῦν», «Τὴν Τιμιωτέραν», «Ἐν ὀνόματι Κυρίου», η εκφώνηση «Ὁ ὢν εὐλογητός», η ευχή «Ἐπουράνιε Βασιλεῦ» και οι τρεις μεγάλες μετάνοιες με την ευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρου «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου». Η διάταξη αυτή ακολουθείται, διότι στον όρθρο της επομένης δεν θα ψαλλεί «Θεὸς Κύριος», αλλά «Ἀλληλούια», αφού δεν μπορεί να τελεσθεί κανενός είδους Θεία Λειτουργία αυτές τις δύο ημέρες (Τετάρτη και Παρασκευή).

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

«Ως Κύριος έρχεται αμαρτωλοὺς κολάσασθαι, δικαίους σώσαι»Ραφαήλ Χ. Μισιαούλης, θεολόγος


«Ὡς Κύριος ἔρχεται ἁμαρτωλοὺς κολάσασθαι, δικαίους σῶσαι»[1]
Η σημερινη Κυριακή, ονομάζεται Κυριακή της Απόκρεω. Ο λόγος είναι διότι στη διάρκεια της εβδομάδος που ακολουθεί, αρχίζει μια περιορισμένη νηστεία, η λεγόμενη λευκή νηστεία, δηλαδή αποχή από το κρέας. Η Αγία μας Εκκλησία αρχίζει να μας προετοιμάζει για την μεγάλη νηστεία που θα αρχίσει μετά από μια βδομάδα.
Οι Κυριακές που προηγούνται αλλά ταυτόχρονα και μας εισάγουν στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μας παρουσιάζουν κάποιες συγκεκριμένες αρετές, τις οποίες καλό θα ήταν να καλλιεργήσουμε ιδιαίτερα αυτή την περίοδο. Η Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μας προβάλλει την αξία και τη δύναμη της ταπείνωσης, η περασμένη Κυριακή του Ασώτου μας προβάλλει τη δύναμη που έχει η Μετάνοια στον άνθρωπο και η σημερινή Κυριακή μας παρουσιάζει τη σημαντικότητα της φιλανθρωπίας, ευσπλαχνίας και αγάπης προς το συνάνθρωπό μας.
Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή του Ευαγγελιστού Ματθαίου[2], ακούσαμε την παραβολή του Χριστού για τη μέλλουσα κρίση κατά την Δευτέρα Έλευση του Κυρίου, η οποία αποτελεί θεμελιώδη πίστη της χριστιανικής διδασκαλίας και θα λάβει χώρα στο τέλος αυτού του μάταιου κόσμου. Είναι η κρίση που θα βασιστεί αποκλειστικά και μόνο στην αγάπη που δείχνει ο άνθρωπος για το συνάνθρωπό του και αυτό μας το τονίζει ο ίδιος ο Χριστός: «ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου, ἐμοὶ ἐποιήσατε[3]».
Ο Θεός κατοικεί μέσα μας όταν εμείς οι άνθρωποι είμαστε ενωμένοι και δείχνουμε αγάπη μεταξύ μας, θα μας πει ο Ευαγγελιστής της αγάπης Ιωάννης[4]. Ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρει ότι αν το να μείνουμε στο Θεό εξαρτάται από την αγάπη και η αγάπη από την τήρηση των θείων του εντολών και η εντολή είναι να αγαπάμε ο ένας τον άλλο, το να απομείνουμε κοντά στο Θεό εναπόκειται από την αγάπη που επιδεικνύουμε ο ένας για τον άλλο[5].
Εκείνος που αγαπά το Θεό δεν μπορεί να μην αγαπάει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του[6]. Εκείνος που αγαπά το Θεό έχει προαγαπήσει τον αδελφό του, επειδή η δεύτερη αγάπη είναι απόδειξη της πρώτης. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος αναφέρει «εκείνος που λέει ότι αγαπά τον Κύριο και συγχρόνως οργίζεται κατά του αδελφού του, μοιάζει με εκείνον που τρέχει στον ύπνο του[7]». Επίσης, ο Ιερός Χρυσόστομος λέει «όταν αγαπούμε ένα ή δύο φίλους μας ή τους δικούς μας ανθρώπους, δεν αγαπάμε για χάρη του Θεού, αλλά για να αγαπηθούμε κι εμείς από αυτούς. Θα ομοιάσουμε πραγματικά με το Θεό όχι όταν κάνουμε θαύματα, αλλά όταν αγαπάμε όλους τους ανθρώπους, ακόμη και τους εχθρούς μας[8]».

Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom (†) Κυριακή της Τελικής Κρίσεως


10 Φεβρουαρίου 2018
Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Η σημερινή παραβολή είναι ιδιαίτερα σημαντική στις μέρες μας, όπου ο πόνος, η εξαθλίωση, η πείνα, το πρόβλημα στέγης, η αρρώστεια, ο θάνατος αυξάνονται ώρα την ώρα. Λέγεται, ότι όταν έρθει η Μέρα της Κρίσεως, εκείνοι που θα σταθούν ενώπιον του Θεού – και είμαστε όλοι εμείς- δεν θα ερωτηθούν για την πίστη, για την θεολογική τους γνώση, για τις πεποιθήσεις τους. Θα τους τεθούν συγκεκριμένες και άμεσες ερωτήσεις, που μπορούμε να τις συνοψίσουμε σε μία: υπήρξες άνθρωπος στη ζωή σου, ή όχι; Είχες συμπόνοια γι’ αυτούς που την χρειάστηκαν; Συγχώρεσες εκείνους που είχαν ανάγκη την συγχώρεση σου;

Υπάρχει ένα άλλο ανάγνωσμα του Ευαγγελίου που μας λέει ότι δεν πρόκειται για εκείνους που ξόδεψαν το χρόνο τους στις εκκλησίες λατρεύοντας και προσευχόμενοι στον Θεό, αλλά για εκείνους που τήρησαν τις εντολές Του. Και όλες οι εντολές συνοψίζονται σε μία, την αγάπη· «Αγαπήστε ο ένας τον άλλον, καθώς εγώ σας αγάπησα», με μια αγάπη που είναι ολοκληρωτική, μια αγάπη όχι συναισθηματική, αλλά που είναι δώρο, προσφορά του εαυτού σας, μια αγάπη θυσιαστική, όπου προσφέρουμε τον εαυτό μας στον πλησίον, ακόμα και με τίμημα την ίδια μας τη ζωή, για να μην αναφέρουμε την προσφορά αγαθών. Και αυτό είναι κάτι τόσο σημαντικό.
Αλλά η Κρίση είναι από τώρα παρούσα στη ζωή μας, καθώς οι μέρες περνούν και ετοιμάζεται να λάμψει με μια καθαρότητα τρομακτική, επειδή κάθε μέρα που περνά, μας πληροφορεί αν είμασταν εντάξει ή όχι· αν φερθήκαμε κατά τρόπο αντάξιο του ονόματός μας ως Χριστιανοί, άξιοι μαθητές του Χριστού, του ίδιου μας του εαυτού.
Μέρα με τη μέρα, ο,τι και να λέμε μεταξύ μας, ο,τι κι αν κάνουμε, τούτο το ερώτημα στέκει ενώπιον μας: «Ο,τι είπα, ο,τι έκανα άξιζε στον Θεό, άξιζε σε μένα;
Και θα έλθει η μέρα που θα σταθούμε ενώπιον του Θεού, και δεν θα μας ρωτήσει τίποτα. Θα μας κοιτάξει με απέραντη συμπόνια και πόνο, και τότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι βρισκόμαστε μέσα στην παρουσία Αυτού που ήταν για μας η Οδός, η Αλήθεια, που μπορούσε να είναι Ζωή· και Τον απορρίψαμε ως αλήθεια και τρόπο ζωής· και μπορούμε να υπολογίζουμε στην ζωή; Είναι τρομερή η στιγμή όταν θα βρισκόμαστε ενώπιον Εκείνου που πληγώσαμε βαθιά και ξαφνικά θα δούμε πόσο βαθιά ήταν αυτή η πληγή. Και όταν θα σταθούμε ενώπιον του Χριστού θα δούμε Εκείνον για τον οποίο κάθε μας πράξη δεν ήταν αντάξια της ζωής μας, της πίστης μας, του Χριστού, που καλούμε Κύριο και Θεό μας- κάθε πράξη και λόγος μας είναι καρφί που μπήξαμε στον σταυρωμένο Χριστό.
Ας το σκεφτούμε. Μια μέρα θα σταθούμε ενώπιόν Του, θα μας συναντήσει με απέραντη αγάπη, αλλά τότε θα δούμε ότι ήταν για εμάς θύμα, επειδή το κάθε πρόσωπο που Εκείνος αγάπησε, εμείς το ταπεινώσαμε, το απορρίψαμε, το αμελήσαμε, του προκαλέσαμε πόνο. Και πόσο τρομερό θα είναι τότε να Τον κοιτάξουμε και να ξέρουμε ότι δεν υπάρχει θυμός, μίσος σ’ Εκείνον, παρά ένας βαθύς πόνος. Ας το σκεφτούμε και ας θυμηθούμε την σημερινή εντολή: αν θέλεις να μοιάσεις στον Θεό, γίνε πρώτα αληθινός άνθρωπος. Αμήν.

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Χριστιανική χρονολογία



Χριστιανική χρονολογία
 Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός 
O χρόνος εννοείται χριστιανικά ως το πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται η αποκάλυψη του Θεού και συντελείται η σωτηρία του ανθρώπου και ο αγιασμός της κτίσεως της ιστορίας. Έχει δηλαδή σωτηριολογική σημασία, συνδεόμενος πάντοτε με την ανάπτυξη του σχεδίου της «θείας οικονομίας». Γι’ αυτό και δεν νοείται κυκλικά, ως ατέρμονη ανακύκληση, αλλά γραμμικά. Η ροή του είναι ανεπανάληπτη, με γεγονότα μοναδικά και σωτήρια, «εφ’ άπαξ» και «εις το διηνεκές». Κέντρο και «εντελέχεια» του γραμμικού – ευθύγραμμου – χρόνου είναι ο Χριστός, το Α και το Ω της ιστορίας, η Αρχή και το Τέλος. Η χριστιανική προοπτική είναι μόνιμα εσχατολογική και από αυτού αντλούν το περιεχόμενό τους οι περί χρόνου αντιλήψεις της Εκκλησίας.
Κόσμος και χρόνος νοούνται στο χριστιανισμό ως δημιουργία του Τριαδικού Θεού «εκ του μηδενός», έξω από κάθε έννοια «αρχετύπων» ή «ιδεών» στο Θεό. Κάθε έννοια «αναλογίας», άλλωστε, μεταξύ «κτιστού» (δημιουργίας) και «Ακτίστου» (Τριαδικού Θεού) είναι χριστιανικά (ορθόδοξα) ανύπαρκτη. Ο κόσμος και ο χρόνος έχουν αρχή και τέλος, προορισμό δηλαδή και «πλήρωμα» (Γαλ. 4,4). Ο Θεός, λοιπόν, δημιουργεί το χρόνο ως των «πάντων ποιητής, των τε αιώνων και πάντων των όντων» (Ι. Δαμασκηνός). Ο Θεός είναι «ο την του χρόνου φύσιν κατασκευάσας» (Μ. Βασίλειος). Ο άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος προσδιορίζει μάλιστα και τη σχετικότητα του χρόνου, αφού τον ορίζει ως «το κινήσει τινί μεριζόμενον και μετρούμενον». 

Ἱκεσία στό Ἅγιο Πνεῦμα


 
  Το Άγιο Πνεύμα, που με τρόπο ανέκφραστο εκπορεύεσαι από τον Πατέρα και επισκέπτεσαι διά μέσου του Υιού εμάς τους πιστούς, το Πνεύμα της ζωής και της σύνεσης, το Πνεύμα της αγιοσύνης και της τελειότητας, το Πνεύμα το αγαθό, το σοφό, το φιλάνθρωπο, το γλυκύ, το ένδοξο, που τρέφεις και ποτίζεις συγχρόνως, που ελεείς, που φωτίζεις, που δυναμώνεις, το θείο Πνεύμα της υπομονής,το Πνεύμα που προσφέρεις τη χαρά, την
ευφροσύνη, τη σωφροσύνη, τη σοφία, τη γνώση, την πραότητα, την αμνησικακία, την αμεριμνησία των γήινων πραγμάτων, τη θέαση των ουρανίων,
το Πνεύμα που διώχνεις την ακηδία, που απομακρύνεις την αμέλεια, που φυγαδεύεις την περιέργεια και την πονηρία, το Πνεύμα που φανερώνεις τα μυστήρια, που είσαι ο αρραβώνας της βασιλείας των ουρανών, η πηγή της προφητείας, ο κρατήρας της διδασκαλίας, το Πνεύμα που καταργείς την αμαρτία, που είσαι η θύρα της μετάνοιας, που δείχνεις σαν θυρωρός την είσοδο σε αυτούς που αγωνίζονται, το Πνεύμα της αγάπης, της ειρήνης, της πίστης, της εγκράτειας, το Πνεύμα του πόθου (της αγάπης προς τον Θεό), που προκαλείς μέσα μας τον πόθο (της ψυχής προς τον Θεό)
, έλα και κατοίκησε και μείνε μέσα μας αχώριστα, αδιαίρετα, αγιάζοντας και αλλάζοντας και φωτίζοντας τις καρδιές μας, ως ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα και τον Υιό, κάνοντας σαν θεούς εκείνους που Σε δέχονται, εξαφανίζοντας κάθε αμαρτία και βάζοντας μέσα μας με την είσοδό Σου κάθε αρετή, χωρίς να μεταφέρεις αυτά (τα θεία δωρήματα) μαζί Σου από έξω, αλλά με το να είσαι το Ίδιο κάθε τι που είναι αγαθό· διότι αυτοί, στους οποίους θα κατοικήσεις, έχουν πραγματικά μέσα τους όλο το αγαθό.
ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ (956–1037)
https://paraklisi.blogspot.gr/2017/06/blog-post_266.html#more

Τί ἀνδρειότερο ὑπάρχει ἀπό μία καρδιά συντριμμένη καί ταπεινωμένη …


Μυστικές ὁπτασίες τοῦ Ὁσίου Συμεών τοῦ νέου θεολόγου


ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
«ΤΕΤΟΙΟΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΑΙΩΝΑ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΕΡΙΒΕΒΛΗΜΕΝΟΙ ΑΣΩΜΑΤΩΣ ΜΕ ΣΩΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ…»
Μια μέρα, καθώς προσευχόταν με καθαρότητα καί συνομιλούσε με το Θεό, είδε πώς ο αέρας άρχισε να φωτίζει το νου του, και ενώ ήταν μέσα στο κελλί του νόμιζε ότι βρισκόταν έξω, σ’ ανοιχτό χώρο.
Ήταν νύχτα, που μόλις είχε ξεκινήσει. Τότε άρχισε να φέγγει από ψηλά όπως το πρωινό ροδοχάραμα –ω των φρικτών οπτασιών του ανδρός!–, και το οίκημα κι όλα τ’ άλλα εξαφανίστηκαν, και νόμιζε ότι δεν ήταν καθόλου σε οίκημα.
Τόν συνέπαιρνε ολότελα θεία έκσταση αντιλαμβανόμενος καλά με το νου του το φώς εκείνο που του εμφανιζόταν. Αυτό μεγάλωνε λίγο-λίγο κι έκανε τον αέρα να φαίνεται πιο λαμπερός κι αισθανόταν τον εαυτό του μ’ ολόκληρο το σώμα του να βρίσκεται έξω από τα γήινα.
Αλλά επειδή εξακολουθούσε να λάμπει ακόμη περισσότερο εκείνο το φως και του φαινόταν σαν ήλιος που μεσουρανώντας έλαμπε από ψηλά, αισθανόταν σαν να στέκεται στο μέσο του φωτός που φαινόταν και ότι ολόκληρος ο εαυτός του μαζί με το σώμα του ήταν γεμάτος από χαρά και δάκρυα λόγω της γλυκύτητας που του προξενούσε η παρουσία του. Παράλληλα έβλεπε ότι το ίδιο φως κατά τρόπο θαυμαστό ήρθε σε επαφή με το σώμα του και σιγά-σιγά διαπερνούσε τα μέλη του. Η έκπληξη αυτής της οπτασίας τον απομάκρυνε από την προηγούμενη θεωρία και τον έκανε να αισθάνεται μόνο αυτό το εξαίσιο πράγμα που συνέβαινε μέσα του. Έβλεπε, λοιπόν, ότι το φως εκείνο σιγά-σιγά εισχώρησε σ’ ολόκληρο το σώμα του, την καρδιά και τα έγκατά του και τον έκανε ολόκληρο σαν φωτιά και φως. Και όπως προηγουμένως το οίκημα, έτσι και τώρα τον έκανε να χάσει την αίσθηση του σχήματος, της θέσεως, του βάρους και της μορφής του σώματος και σταμάτησε να κλαίει.
Τότε ακούει μια φωνή από το φώς να του λέει: «Κατά τόν ίδιο τρόπο είναι αποφασισμένο ν’ αλλάξουν οι Άγιοι που θα ζουν και θα βρίσκονται ακόμη εδώ κατά την ώρα τής έσχατης σάλπιγγας, κι έτσι μεταμορφωμένοι θ’ αρπαγούν, όπως λέει καί ο απόστολος Παύλος».
Για πολλές ώρες όντας ο μακάριος σ’ αυτή τήν κατάσταση, ανυμνώντας μυστικά και ακατάπαυστα το Θεό καί κατανοώντας τη δόξα που τόν περιέβαλλε και τήν αιώνια μακαριότητα που πρόκειται να δοθεί στούς Αγίους, άρχισε νά σκέφτεται και να μονολογεί μέσα του: «Άραγε θά ξαναγυρίσω πάλι στήν προηγούμενη κατάσταση τού σώματός μου η θα ζήσω έτσι συνέχεια;».

Πίστη σέ ὅλες τίς ἅγιες ἐντολές (Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος)


  Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣΟ Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός, που είναι γνήσιος Υιός του Θεού και Πατέρα, ομοούσιος και ομοφυής και ομόδοξος, σύνθρονος και ομόθρονος, που μένει ενωμένος με τον Πατέρα, αλλά και ο Πατέρας μένει ενωμένος με τον Υιό, αφού έριξε το βλέμμα του στη δική μας ταλαιπωρία και κακοπάθεια, αλλά και στην ίδια τη δουλεία μας, που υποστήκαμε εξαιτίας της αμαρτίας και υπηρετήσαμε τον εχθρό (διάβολο), που μας εξαπάτησε, και αφού μας ελέησε με την ανέκφραστη φιλανθρωπία του και θέλησε να μας ελευθερώσει από τη δουλεία και από την αισχρότατη πλάνη μας, κατέβηκε από τον ουρανό, χωρίς διόλου να εγκαταλείψει τις πατρικές αγκάλες, όπως ο ίδιος γνωρίζει, και αφού ήρθε στη γη, περπάτησε ανάμεσά μας, και συναναστράφηκε μ’ εμάς τους ανθρώπους, αν και ήμασταν αμαρτωλοί, και αφού έδωσε σωτήρια προστάγματα στους αγίους μαθητές του και αποστόλους, ανέβηκε πάλι στον Πατέρα του με δόξα, παραγγέλλοντας σ’ αυτούς και λέγοντας: «Να πάτε και να κηρύξετε το Ευαγγέλιο σε όλη την κτίση, διδάσκοντας όλους τους ανθρώπους να τηρούν», όχι αυτό ή εκείνο, αλλά «όλα όσα σας παρήγγειλα» (Ματθ. 28:20). Και λέγοντας «όλα», δεν άφησε τίποτε, που δεν παρήγγειλε να φυλάξουν. Στη συνέχεια, τι λέει; «Αυτός, που θα πιστέψει και θα βαπτισθεί, θα σωθεί· εκείνος όμως που δεν θα πιστέψει, θα κατακριθεί» (Μαρκ. 16:15-16).

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος Ισόβια και με γενναιότητα


20160913-1Τότε μόνο θ’ αποφύγουμε την κατάκριση της συνειδήσεως, το μολυσμό της καρδίας και, προπαντός την αποστροφή του Θεού, όταν εκμεταλλευθούμε συνετά τον καιρό μας και περάσουμε με δικαιοσύνη και σωφροσύνη το δρόμο της ζωής αυτής, σηκώνοντας ισόβια με γενναιότητα «το βάρος της ημέρας και τον καύσωνα».
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος Τόσα, όσα χρειάζεται


20160905-2Ας εξαγοράσουμε τη δικαιοσύνη – με την οποία γινόμαστε οικείοι του Θεού – με την ευσέβεια, και ας προτιμάμε την αρετή από την κακία, για να μην ανοίξουμε την πόρτα της ψυχής μας στο διάβολο. Και στο μεν σώμα να δίνουμε «διατροφάς και σκεπάσματα» τόσα, όσα χρειάζεται για να ζει. Την ψυχή πάλι να την τρέφουμε με προσευχές και δάκρυα και μελέτη των ιερών Γραφών και βιβλίων.
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος Δεν θέλω να σώσεις ούτε έμενα


20161023-3«Γνώρισα έναν άνθρωπο, ο οποίος αγαπούσε τόσο πολύ τους αδελφούς του, που έλεγε: «Θεέ μου, θέλω να σώσεις τους αδελφούς μου· και να τους σώσεις όλους. Αν τυχόν δεν σώσεις όλους τους αδελφούς μου, δεν θέλω να σώσεις ούτε έμενα. Γιατί δεν μπορώ να καταλάβω τί σημαίνει παράδεισος, χωρίς τους αδελφούς μου».
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (12 Μαρτίου)


Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος γεννήθηκε στην Γαλάτη της Παφλαγονίας (Μικρά Ασία) το 948 ή το 958 (κατά τον Π.Κ.Χρήστου).
Η ζωή του αγίου Συμεών συμπίπτει σε μεγάλο μέρος με τη βασιλεία του Βασίλειου Β’ του Βουλγαροκτόνου (976-1025).Σε ηλικία περίπου έντεκα χρονών οι γονείς του τον έφεραν στην Κωνσταντινούπολη, για να σπουδάσει στα σχολεία της πρωτεύουσας και να μπει στη συνέχεια στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Ο θείος του Βασίλειος κατείχε σημαντική θέση στην αυλή. Ο νεαρός όμως Συμεών αρνήθηκε την μεγάλη αυτή τιμή καθώς και το να συνεχίσει τις σπουδές του μετά το γυμνασιακό στάδιο, σε ανώτατες σχολές. Φαίνεται ότι για ένα διάστημα έζησε την άτακτη ζωή ενός νέου της πρωτεύουσας. Τελικά γνώρισε τον άγιο Συμεών τον Ευλαβή (917-987), γέροντα μοναχό της Μονής του Στουδίου. Συνεχίζει να εργάζεται όπως και πριν μέσα στον κόσμο, αλλά επισκέπτεται συχνά τον πνευματικό του πατέρα.
Ο Συμεών ο Στουδίτης στην αρχή του έδωσε ένα ελάχιστο πρόγραμμα ασκητικής ζωής, και για ανάγνωσμα τον “Πνευματικό Νόμο” του Μάρκου του Μοναχού. Τότε έζησε και την πρώτη του εμπειρία. Τον πλημμύρισε το άκτιστο φως και τον γέμισε χαρά, έτσι που έχασε τον εαυτό του και τον γύρω του κόσμο. Αυτή όμως η πρώτη καρποφόρα περίοδος, που ο άγιος Συμεών απέδιδε στις προσευχές του πνευματικού του πατέρα, δεν κράτησε πολύ. Ξαναγύρισε στην κοσμική και άστατη ζωή που ζούσε πριν. “Εις λάκκον και και ιλύν βυθού αισχρών εννοιών τε και πράξεων εμαυτόν ο άθλιος εναπέρριψα, κακεί κατελθών τοις εγκεκρυμμένοις εν τω σκοτεί περιέπεσον, εξ ων ουκ εμαυτόν εγώ μόνον, αλλ’ ουδέ ο σύμπας κόσμος εις εν αθροισθείς εκείθεν αναγαγείν με και των χειρών αυτών εξελέσθαι ηδύνατο”. Φαίνεται ότι ακόμα και σ’ αυτή την περίοδο, που κράτησε έξι ή επτά χρόνια, ο άγιος Συμεών δεν διέκοψε ολότελα τις σχέσεις του με τον πνευματικό του πατέρα.
Τελικά θαυματουργικά απελευθερώνεται και μπαίνει δόκιμος στη Μονή του Στουδίου σε ηλικία 27 ετών. Λίγο αργότερα ο ηγούμενος τον κάλεσε και του ζήτησε να εγκαταλείψει τον πνευματικό του πατέρα. Ο Συμεών αρνήθηκε και εγκατέλειψε την Μονή του Στουδίου. Μπήκε ως δόκιμος στο γειτονικό μοναστήρι του αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου. Έγινε σύντομα μοναχός, χειροτονήθηκε ιερέας και μετά τρία χρόνια σε ηλικία 31 χρονών εκλέχθηκε ηγούμενος από τους μοναχούς του αγίου Μάμαντος με τη συγκατάθεση του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη. Γίνεται διάσημος στην Κωνσταντινούπολη, άλλοι τον τιμούν και άλλοι του επιτίθενται.