Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ


                                                             ∆Ι∆ΑΧΕΣ

... Ο υπερήφανος δεν αναζητεί το θέληµα του Θεού , αλλά προτιµά να
κατευθύνει ο ίδιος τη ζωή του . Και δεν καταλαβαίνει πώς , χωρίς τον
Θεό , δεν επαρκεί το λογικό του ανθρώπου για να τον καθοδηγεί . Κι εγώ
, όταν εζούσα στον κόσµο προτού να γνωρίσω τον Κύριο και το Άγιο
Πνεύµα , εστηριζόµουν στο λογικό µου . Όταν όµως εγνώρισα µε το Άγιο
Πνεύµα τον Κύριο µας Ιησού Χριστό , τον Υιό του Θεού , τότε
παραδόθηκε η ψυχή µου στον Θεό και δέχοµαι οτιδήποτε θλιβερό µου
συµβεί και λέω : «Ο Κύριος µε βλέπει ... Τι να φοβηθώ ;»
Προηγουµένως όµως δεν µπορούσα να ζω κατ ‘ αυτό τον τρόπο .
Για όποιον παραδόθηκε στο θέληµα του Θεού η ζωή γίνεται πολύ
ευκολότερη , γιατί στις αρρώστιες , στη φτώχεια και στο διωγµό
σκέφτεται : «Έτσι ευδόκησε ο Θεός και πρέπει να υποµείνω για τις
αµαρτίες µου» .
Να , εδώ και πολλά χρόνια πάσχω από πονοκέφαλο και δύσκολα τον
υποφέρω , αλλά µε ωφελεί , γιατί µε την ασθένεια ταπεινώνεται η ψυχή .
Η ψυχή µου επιθυµεί διακαώς να προσεύχεται και να αγρυπνεί αλλά η
ασθένεια µε εµποδίζει , διότι το άρρωστο σώµα απαιτεί ανάπαυση . Και
παρακάλεσα πολύ τον Κύριο να µε θεραπεύσει , αλλά δεν µε άκουσε . Κι
αυτό σηµαίνει πώς αυτό δεν θα ήταν προς όφελός µου .
Να όµως και µια άλλη περίπτωση , που ο Κύριος µε άκουσε και µε
έσωσε . Σε µια γιορτή πρόσφεραν στην τράπεζα ψάρι . Ενώ λοιπόν
έτρωγα , ένα κόκαλο µπήκε πολύ βαθιά στο λαιµό µου . Επικαλέστηκα
τον Άγιο Παντελεήµονα , παρακαλώντας να µε θεραπεύσει , γιατί ο
γιατρός του Μοναστηριού δεν θα µπορούσε να µου βγάλει το κόκαλο
από το φάρυγγα . Και µόλις είπα : «γιάτρεψέ µε» , η ψυχή µου πήρε
απάντηση : «Βγες , έξω από την τράπεζα , κάνε µια βαθιά εισπνοή και
µια απότοµη εκπνοή και το κόκαλο θα βγει µε αίµα» . Έτσι κι έκαµα
και βγήκε ένα µεγάλο κόκαλο µε αίµα . Και κατάλαβα πώς , αν ο Κύριος
δεν µε θεραπεύει από τον κεφαλόπονο , αυτό σηµαίνει ότι είναι ωφέλιµο
για την ψυχή µου να υποφέρω τον πόνο . ...
... Όταν η χάρη είναι µαζί µας , είµαστε δυνατοί στο πνεύµα . Όταν όµως
την χάσοµε , βλέποµε την αδυναµία µας , βλέποµε πως χωρίς τον Θεό δεν
µπορούµε ούτε να σκεφτούµε το καλό . Πώς µπορείς να ξέρεις αν ζεις
σύµφωνα µε το θέληµα του Θεού ; Να η ένδειξη : Αν στενοχωριέσαι για
κάτι , αυτό σηµαίνει πως δεν παραδόθηκες τελείως στο θέληµα του Θεού

, έστω κι αν σου φαίνεται πως ζεις σύµφωνα µε το θέληµα του Θεού .
Όποιος ζει κατά το θέληµα του Θεού , αυτός δεν µεριµνά για τίποτε . Κι
αν κάτι του χρειάζεται , παραδίνει τον εαυτό του και την ανάγκη του
στον Θεό . Κι αν πάρει ότι θέλει , µένει ήρεµος , σαν να το είχε . Ψυχή
που παραδόθηκε στο θέληµα του Θεού δεν φοβάται τίποτε : ούτε θύελλες
ούτε ληστές ούτε τίποτα άλλο . ‘Ότι κι αν έλθει , λέγει : «Έτσι ευδοκεί ο
Θεός» , κι έτσι διατηρείται η ειρήνη στην ψυχή και στο σώµα . Το
καλύτερο έργο είναι να παραδοθούµε στο θέληµα του Θεού και να
βαστάζοµε τις θλίψεις µε ελπίδα . Ο Κύριος βλέποντας τις θλίψεις µας
δεν θα επιτρέψει ποτέ κάτι που να ξεπερνά τις δυνάµεις µας . Αν οι
θλίψεις µας φαίνονται υπερβολικές , αυτό σηµαίνει πως δεν έχοµε
παραδοθεί στο θέληµα του Θεού . ...
... Όποιος κάνει το θέληµα του Θεού , είναι ευχαριστηµένος µε όλα ,
έστω κι αν είναι φτωχός και ίσως ασθενής και πάσχει , γιατί τον
ευφραίνει η χάρη του Θεού . Όποιος όµως δεν είναι ικανοποιηµένος µε
την µοίρα του και γογγύζει για την αρρώστια του ή εναντίον εκείνου που
τον προσέβαλε , αυτός να ξέρει πως κατέχεται από υπερήφανο πνεύµα
και έχασε την ευγνωµοσύνη για τον Θεό . Αλλ ‘ ακόµα και σε µια τέτοια
περίπτωση µη στενοχωριέσαι , αλλά ζήτησε µ ‘ επιµονή από τον Κύριο
πνεύµα ταπεινό . Κι όταν έλθει σ ‘ εσέ το ταπεινό Πνεύµα του Θεού που
αναζητάς , τότε θα Τον αγαπήσεις και θα έχεις βρει ανάπαυση , παρ ‘
όλες τις θλίψεις σου . Ψυχή που απέκτησε την ταπείνωση θυµάται πάντα
τον Θεό και αναλογίζεται : «Ο Θεός µε έκτισε ΄ έπαθε για µένα ΄
συγχωρεί τις αµαρτίες µου και µε παρηγορεί ΄ µε τρέφει και φροντίζει
για µένα . Γιατί λοιπόν να µεριµνώ εγώ για τον εαυτό µου ή τι έχω να
φοβηθώ , έστω κι αν µε απειλή ο θάνατος» . ...
... Κάθε ψυχή που ταράζεται από οποιαδήποτε αιτία πρέπει να
καταφεύγει στον Κύριο και ο Κύριος θα την καθοδηγήσει . Αυτό όµως
γίνεται κυρίως σε καιρό συµφοράς και απροσδόκητου συγχύσεως -
κανονικά πρέπει να ρωτάµε τον πνευµατικό , γιατί αυτό είναι
ταπεινότερο . ...
Και όλα , όλα δίνουν τότε αγάπη στην καρδιά , διότι όλα είναι του Θεού.
Ο Κύριος νουθετεί µε το έλεος Του τον άνθρωπο , για α δέχεται µ ‘
ευγνωµοσύνη τις θλίψεις . Ποτέ σ ‘ όλη µου τη ζωή , ούτε µια φορά δεν
εγόγγυσα για τις θλίψεις , αλλά τα δεχόµουν όλα σαν φάρµακο από τα
χέρια του Θεού και πάντα Τον ευχαριστούσα και γι ‘ αυτό ο Κύριος µου
έδωσε να υποµένω ελαφρά τον αγαθό ζυγό Του . Όλοι οι κάτοικοι της
γης υφίστανται αναπόφευκτα θλίψεις . Και παρόλο που δεν είναι µεγάλες
οι θλίψεις που παραχωρεί ο Κύριος , όµως φαίνονται στους ανθρώπους
αφόρητες και συντριπτικές . Κι αυτό γίνεται , διότι οι άνθρωποι δεν

ΑΓΙΟΥ ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ


ΑΓΙΟΥ ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ


ΙΔ' Διδασκαλία

ΓΙΑ ΤΟ ΚΤΙΣΙΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΜΟΛΟΓΗΜΑ

ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ



  149. Ἡ Ἁγία Γραφή λέει ὅτι ἐκεῖνες οἱ μαῖες πού χάριζαν τή ζωή στά ἀρσενικά παιδιά τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἐπειδή εἶχαν φόβο Θεοῦ ἔκτισαν γιά τούς ἑαυτούς τους σπίτια ( Ἐξ. 1, 21). Ἄραγε μιλάει γιά ὁρατά κτίσματα; Καί ποιά σημασία ἔχει τό ὅτι κτίστηκαν αὐτά τά σπίτια ἀπό τό φόβο τοῦ Θεοῦ; Γιατί βέβαια ἐμεῖς διδασκόμαστε καί τά σπίτια πού ἔχουμε νά τά ἐγκαταλείπουμε, ἄν χρειαστεῖ γιά νά κερδίσουμε τό φόβο τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 19, 29). Ὥστε λοιπόν δέν μιλάει γιά ὁρατό σπίτι, ἀλλά γιά τό οἰκοδόμημα τῆς ψυχῆς, πού τό κτίζει κανείς γιά τόν ἑαυτόν του, τηρώντας τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Μ' αὐτό μᾶς διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή, ὅτι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ προετοιμάζει τήν ψυχή νά τηρεῖ τίς ἐντολές καί μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν κτίζεται καί τό οἰκοδόμημα τῆς ψυχῆς. Ἄς φροντίσουμε καί ἐμεῖς τούς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί μου, ἄς φοβηθοῦμε καί ἐμεῖς τό Θεό καί ἄς κτίσουμε γιά τούς ἑαυτούς μας σπίτια, γιά νά στεγαστοῦμε σ' αὐτά, ὅταν ἔρθει ὁ χειμώνας, οἱ βροχές, οἱ ἀστραπές, οἱ βροντές. Γιατί βρίσκεται σέ πολύ μεγάλη δυσκολία, ὅποιος δέν ἔχει τό χειμώνα σπίτι.
  150. Πῶς ὅμως κτίζεται τό οἰκοδόμημα τῆς ψυχῆς; Ἀπό τό κτίσιμο τοῦ ὁρατοῦ σπιτιοῦ μποροῦμε νά διδαχθοῦμε πῶς ἀκριβῶς ἔχει τό πράγμα. Γιατί αὐτός πού θέλει νά κτίσει ἕνα ὑλικό σπίτι, πρέπει νά τό σιγουρέψει ἀπ' ὅλες τίς μεριές καί νά ὑψώσει τήν οἰκοδομή ταυτόχρονα καί ἀπό τίς τέσσερις πλευρές καί ὄχι τόν ἕναν τοῖχο νά φροντίζει καί τούς ἄλλους νά τούς παραμελεῖ - γιατί ἔτσι δέν κερδίζει τίποτα, μόνο κάνει ἄδικο κόπο καί ἔξοδα. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν ψυχή. Πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀμελεῖ κανένα μέρος ἀπό τό οἰκοδόμημά του, ἀλλά νά τό ὑψώνει συμμετρικά. Αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει ἐκεῖνο πού λέει ὁ ἀββάς Ἰωαννης: ''Θέλω ὁ ἄνθρωπος νά κατορθώσει λίγο ἀπό κάθε ἀρετή καί νά μήν κάνει ὅπως μερικοί, πού ἀγωνίζονται γιά μιά μόνο ἀρετή καί ἐπιμένουν σ' αὐτή καί γι' αὐτή μόνον ἐργάζονται, παραμελώντας τίς ὑπόλοιπες''. Γιατί αὐτοί ἴσως νά ἔχουν καί κάποια προτίμηση σ' αὐτή τήν ἀρετή καί γι' αὐτό δέν ἐνοχλοῦνται ἀπό τό πάθος πού τῆς ἐναντιώνεται. Ἔτσι τούς ξεγελᾶνε καί τούς βαραίνουν τ' ἄλλα πάθη, καί δέν τούς ἐνδιαφέρει, ἀλλά ἔχουν τήν ἐντύπωση ὅτι κάνουν καί μεγάλο κατόρθωμα. Αὐτοί μοιάζουν μ' ἐκεῖνον πού κτίζει ἕνα τοῖχο καί τόν ὑψώνει ὅσο μπορεῖ, συγκεντρώνοντας ὅλη του τήν προσοχή στό ὕψος του καί ἔχοντας τήν ἐντύπωση ὅτι κατόρθωσε κάτι μεγάλο. Δέν καταλαβαίνει ὅμως ὅτι ἄν ἔρθει δυνατός ἄνεμος θά τόν γκρεμίσει, γιατί στέκεται μόνος του, χωρίς νά ἔχει σύνδεσμο μέ τούς ἄλλους τοίχους. Οὔτε σκεπή δέν μπορεῖ νά φτιάξει γιά τόν ἑαυτόν του, μέ ἕνα μόνο τοῖχο, ἐπειδή εἶναι ἐκτεθειμένος ἀπ' ὅλες τίς τίς ἄλλες πλευρές. Δέν πρέπει ὅμως νά γίνεται ἔτσι. Ἀλλά ὅποιος θέλει νά κτίσει τό σπίτι του καί νά φτιάξει γιά τόν ἑαυτόν του στέγη, πρέπει νά ὑψώσει τήν οἰκοδομή ἀπ' ὅλες τίς πλευρές καί νά τήν σιγουρέψει ἀπό κάθε κίνδυνο.
  151. Καί σᾶς λέω πῶς: Πρῶτα - πρῶτα πρέπει νά ρίξει τό θεμέλιο πού εἶναι ἡ πίστη -γιατί ''χωρίς τήν πίστη'', ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, ''εἶναι ἀδύνατον νά εὐαρεστήσει κανείς στό Θεό'' ( Ἑβρ. 11, 6)- καί ἔτσι πάνω σ' αὐτό τό θεμέλιο, νά κτίζει συμμετρικά τήν οἰκοδομή. Τοῦ δόθηκε μιά εὐκαιρία νά κάνει ὑπακοή; Πρέπει νά βάλει ἕνα λιθάρι ὑπακοῆς. Συνέβηκε νά ὀργισθεῖ κάποιος ἀδελφός μαζί του; Πρέπει νά βάλει ἕνα λιθάρι μακροθυμίας. Τοῦ δόθηκε μιά εὐκαιρία γιά ἐγκράτεια; Πρέπει νά βάλει ἕνα λιθάρι ἐγκράτειας. Ἔτσι σέ κάθε εὐκαιρία πού συναντάει γιά νά ἀσκήσει μιά ἀρετή, πρέπει νά βάζει ἕνα λιθάρι στήν οἰκοδομή καί ἔτσι ὁλόγυρα νά τήν ὑψώνει μ' ἕνα λιθάρι συμπάθειας, ἕνα λιθάρι ἐκκοπῆς θελήματος, ἕνα λιθάρι πραότητας καί μέ τά παρόμοια. Πάνω ἀπ' ὅλα πρέπει νά καλλιεργεῖ τήν ἀρετή τῆς ὑπομονῆς καί τῆς ἀνδρείας. Γιατί αὐτές εἶναι οἱ γωνίες καί μ' αὐτές στερεώνεται ἡ οἰκοδομή καί ἑνώνονται οἱ τοῖχοι μεταξύ τους, χωρίς νά γέρνουν καί νά κάνουν ἐνδιάμεσα ρωγμές. Χωρίς αὐτές δέν ἔχει κανείς τή δύναμη νά ὁλοκληρώσει καμιά ἀπολύτως ἀρετή. Γιατί ἄν δέν ἔχει κανείς ἀνδρεία στήν ψυχή, οὔτε ὑπομένει. Καί χωρίς ὑπομονή δέν μπορεῖ κανείς νά κατορθώσει τίποτα. Γι' αὐτό καί ὁ Κύριος εἶπε: ''Μέ τήν ὑπομονή σας θά κερδίσετε τίς ψυχές σας'' (Λουκ. 21, 19).
   Πρέπει ἀκόμα αὐτός πού κτίζει νά βάλει ἐνδιάμεσα στά λιθάρια λάσπη. Γιατί ἄν βάλει λιθάρι πάνω σέ λιθάρι, χωρίς νά βάλει ἐνδιάμεσα λάσπη, σπάζουν τά λιθάρια καί γκρεμίζεται ἡ οἰκοδομή. Λάσπη εἶναι ἡ ταπείνωση, ἐπειδή γίνεται ἀπό χῶμα καί πατιέται ἀπ' ὅλους. Κάθε ἀρετή λοιπόν πού γίνεται χωρίς ταπείνωση δέν εἶναι ἀρετή, ὅπως ἀκριβῶς λέει καί τό Γεροντικό: ''Ὅπως εἶναι ἀδύνατον νά φτιάξουμε βάρκα χωρίς καρφιά, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο νά σωθεῖ κανείς χωρίς ταπεινοφροσύνη''. Πρέπει λοιπόν, ὅ,τι καλό κάνει κανείς νά τό κάνει μέ ταπείνωση, ὥστε μέ τήν ταπείνωση νά διατηρηθεῖ τό καλό. Ἀκόμα πρέπει ἡ οἰκοδομή νά ἔχει καί τά λεγόμενα ἰμαντώματα. Αὐτά εἶναι ἡ διάκριση πού στερεώνει τήν οἰκοδομή καί ἑνώνει τό ἕνα λιθάρι μέ τό ἄλλο, τή δένει γερά καί τήν ὀμορφαίνει.
   Ἡ στέγη εἶναι ἡ ἀγάπη, πού εἶναι ἡ τελείωση ὅλων τῶν ἀρετῶν, ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ στέγη τοῦ σπιτιοῦ (Κολ. 3, 14). Κατόπιν μετά τή στέγη τό περιτείχισμα τῆς ταράτσας. Ποιό εἶναι τό περιτείχισμα; Εἶναι γραμμένο στό Νόμο: ''Ἄν κτίσετε τό σπίτι σας καί φτιάξετε τό δῶμα, φτιάξτε καί περιτείχισμα ὁλόγυρά του, γιά νά μή πέσουν κάτω τά παιδιά σας (Δευτ. 22, 8). Τό περιτείχισμα εἶναι ἡ ταπείνωση. Αὐτή εἶναι ἐκείνη πού ζώνει ὁλόγυρα καί φυλάει ὅλες τίς ἀρετές. Καί ὅπως ἀκριβῶς κάθε ἀρετή πρέπει νά γίνεται μέ ταπείνωση -σύμφωνα μέ τόν τρόπο πού εἴπαμε ὅτι κάθε λιθάρι τοποθετεῖται πάνω σέ λάσπη- ἔτσι καί ἡ τελείωση τῆς ἀρετῆς ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν ταπείνωση. Καί ὅταν οἱ ἅγιοι προοδεύουν στήν ἀρετή, φτάνουν φυσικά στήν ταπείνωση. Ὅπως ἀκριβῶς πάντοτε σᾶς λέω: ''Ὅσο πλησιάζει κανείς στό Θεό, τόσο πιό ἁμαρτωλό βλέπει τόν ἑαυτόν του''.
   Ποιά ὅμως εἶναι τά παιδιά, πού εἶπε ὁ Νόμος ''νά μήν πέσουν ἀπό τό δῶμα''; Τά παιδιά εἶναι οἱ λογισμοί πού γεννιοῦνται στήν ψυχή τούς ὁποίους πρέπει νά φυλάει κανείς μέ τήν ταπείνωση, γιά νά μήν πέσουν κάτω ἀπό τό δῶμα, πού εἴπαμε ὅτι εἶναι ἡ τελείωση τῶν ἀρετῶν.

AΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

AΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

1.Γιά τή μετάνοια


                         Ο Κύριος πού κατέβηκε στή γη από τήν αγκάλη[1] του Θεου Πατρός καί εγινε γιά μας δρόμος[2] σωτηρίας, μας διδάσκει γιά τή μετάνοια μέ τήν ευλογημένη καί θεϊκή φωνή του, λέγοντας· «Δέν ηρθα νά καλέσω σέ μετάνοια τούς δικαίους αλλά τούς αμαρτωλούς[3]· ουτε, πάλι εχουν ανάγκη από γιατρό οι υγιεις, αλλά οι αρρωστοι[4]».  Αν εγώ τά λέω αυτά, ποτέ νά μή μέ ακούσεις· αν ομως τά λέει ο ιδιος ο Κύριος, γιατί δείχνεις καταφρόνηση, αμελώντας γιά τή ζωή σου;  Αν συναισθάνεσαι οτι εχεις μέσα σου τραύματα λογισμων καί πράξεων, γιατί αδιαφορεις εσύ γιά τά κρυφά τραύματά σου; Γιατί φοβασαι τόν Γιατρό; Δέν ειναι αγριος, ουτε επίσης σκληρός, ουτε ασπλαχνος. Δέ μεταχειρίζεται τό μαχαίρι, ουτε επίσης μεταχειρίζεται φάρμακο πικρό καί καυστικό· γιατρεύει μόνο μέ τό λόγο.  Αν θέλεις νά ερθεις σ΄ αυτόν, ειναι γεμάτος αγαθά καί γεμάτος ευσπλαχνία. Γιά σένα ηρθε από τήν αγκάλη του Πατρός· γιά σένα εσαρκώθη· γιά νά ερθεις σ΄ αυτόν δίχως φόβο· γιά σένα εγινε ανθρωπος· γιά νά σέ γιατρέψει από τά φοβερά τραύματά σου. Μέ πολλή αγάπη καί μέ ολη τήν αγαθότητά του σέ καλει κοντά του.
                        Πλησίασε, αμαρτωλέ· γιατρέψου ευκολα· πέταξε από πάνω σου τό βάρος των αμαρτιων· πρόσφερε τήν προσευχή, καί βάλε πάνω στό σάπιο μέρος δάκρυα. Αυτός ο Γιατρός ειναι ουράνιος.  Επειδή ειναι αγαθός, μέ δάκρυα καί στεναγμούς θεραπεύει τά τραύματα. Πλησίασε, αμαρτωλέ, στόν αγαθό Γιατρό προσφέροντας τά δάκρυα, σάν τό καλύτερο φάρμακο. Διότι καί ο ουράνιος Γιατρός ετσι θέλει, νά θεραπευθει ο καθένας μέ τά δικά του δάκρυα, καί νά σωθει· διότι αυτό τό φάρμακο δέν ενεργει περισσότερο απ΄ οσο πρέπει, ουτε ερεθίζει τό τραυμα, αλλά σέ γιατρεύει αμέσως.  Ο Γιατρός περιμένει νά δει τά δάκρυά σου· πλησίασε· μή φοβηθεις· δειξε του τό τραυμα σου, προσφέροντας καί φάρμακο, τό δάκρυ καί τό στεναγμό. Νά, λοιπόν, εχει ανοιχθει η θύρα της μετανοίας· σπευσε, αμαρτωλέ, προτου νά τήν κλείσει. Δέν περιμένει τόν καιρό, γιά νά αδιαφορεις εσύ, ουτε αυτή η θύρα της μετανοίας, καθώς σέ βλέπει ράθυμο, ανέχεται νά περιμένει τή δική σου καταφρόνηση.
                        Γιατί μίσησες τή ζωή σου, αθλιε; Τί λοιπόν υπάρχει ανώτερο από τήν ψυχή σου, ανθρωπε;  Εσύ ομως, αμαρτωλέ, τήν περιφρόνησες. Δέ γνωρίζεις, αγαπητέ, ποιά ωρα θά προστάξει ο ουράνιος Γιατρός νά κλείσει η θύρα της γιατριας του.
                        Πλησίασε, παρακαλω. Σπευσε νά γιατρευθεις. Θά κάνεις νά χαρει η ουράνια στρατιά μέ τή μετάνοιά σου.  Ο ηλιος κόντεψε πρός τό βράδυ· γιά χάρη σου περιμένει, γιά νά προφθάσεις στόν προορισμό σου[5].  Ως πότε θά ανέχεσαι τόν σιχαμερό  Εχθρό σου, κάνοντας χωρίς ντροπή τό θέλημά του; Διότι εκεινος θέλει καί στή φωτιά νά σέ ρίξει· αυτό ειναι τό δικό του μέλημα· αυτό ειναι τό δωρο του σ΄ εκείνους πού τόν αγαπουν. Αυτός εκμεταλλευόμενος τίς κακές καί σιχαμερές επιθυμίες, κάνει πόλεμο μέ ολους τούς ανθρώπους· αυτός πάλι ο σιχαμερός οδηγει στήν απελπισία οσους πειθαρχουν σ΄ αυτόν· σκληραίνει τήν καρδιά, ξηραίνει τά δάκρυα, γιά νά μήν αισθανθει κατάνυξη ο αμαρτωλός.  Απόφευγέ τον εντελως, ανθρωπέ μου, μίσησε καί σιχάσου τίς δικές του γοητειες. Μίσησε τόν Πονηρό καί απόφευγε τόν Πανουργο· διότι ειναι ανθρωποκτόνος από τήν αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου[6]   ως τή συντέλεια.  Απόφευγέ τον, ανθρωπέ μου, γιά νά μή σέ φονεύσει.  Ακουσε, αγαπητέ, τήν μακαρία φωνή πού καθημερινά λέει· « Ελατε σ΄ εμένα ολοι εσεις πού ειστε κουρασμένοι καί φορτωμένοι, καί εγώ θά σας δώσω ανάπαυση. Πάρτε τόν ζυγό μου επάνω σας, καί μάθετε από μένα οτι ειμαι ησυχος, πράος καί επιεικής, καί θά βρειτε ανάπαυση στίς ψυχές σας»[7]. Καθημερινά σου ομιλει γιά ανάπαυση, καί σου υπόσχεται ζωή. Πλησίασε, μή φοβηθεις.  Ο Κύριος ειναι αγαθός καί δέν εχει ανάγκη από τίποτε· δέ ζητα λογαριασμό γιά καμιά αμαρτία. Ειναι καταφύγιο γιά νά προστατευθει κανείς από ολα τά κακά· γιατρεύει τά τραύματα· πλουσιοπάροχα χαρίζει τή ζωή, επειδή ειναι αγαθός· μέ ευκολία δέχεται αυτούς πού γονατιστοί τόν ικετεύουν, επειδή ειναι Θεός μέγας καί προγνώστης, καί γνωρίζει ολες μας τίς σκέψεις.  Οταν κάποιος ερχεται σ΄ αυτόν νά γιατρευθει, ο Θεός βλέπει τήν καρδιά του καί ολη τήν προθυμία του.  Οταν πλησιάζοντας κανείς εχει σταθερό τόν ευσεβή λογισμό του, ο ιδιος ο αγαθός Θεός, χάρη στήν αγαθότητά του, αμέσως αποκαλύπτεται σ΄ εκείνους πού τόν ζητουν· και προτου νά σηκώσει ο ανθρωπος τά μάτια του στόν Θεό, ο Θεός του λέει, «Ειμαι εδω» · καί προτου ο ανθρωπος νά τόν πλησιάσει, ανοίγει τό θησαυρό του μπροστά σ΄ αυτόν πού τόν ζητα· προτου νά χύσει[8] δάκρυα, χύνει τούς θησαυρούς του, καί προτου νά τόν παρακαλέσει ο ανθρωπος, ο Θεός συμφιλιώνεται μαζί του· προτου ο ανθρωπος νά προσευχηθει, βρίσκει τό ελεος, διότι η αγάπη του Θεου ετσι ποθει καί θέλει νά ειναι αυτοί πού μέ ειλικρίνεια τόν πλησιάζουν. Δέν αργει νά ακούσει· ουτε πάλι κατηγορει τόν ασεβή, πού τόν πλησίασε, λεγοντας· «Γιατί τόσον καιρό υπηρέτησες ως δουλος τόν  Εχθρό, καί περιφρόνησες μέ τή θέλησή σου εμένα τόν Κύριό σου;». Δέν εξετάζει τήν ποσότητα του καιρου πού πέρασε, αλλά μονάχα τήν ταπείνωση.  Ο Κύριος βλέπει τά δάκρυα καί τούς στεναγμούς εκείνου πού τόν ικετεύει γονατιστός.  Επειδή ειναι προγνώστης, ως Θεός καί πλάστης μας, αμέσως συγχωρει ολες τίς αμαρτίες μας, ολα τά σφάλματα των λογισμων καί των πράξεων· καί ορίζει νά φέρουν τήν πρώτη στολή[9] γι΄ αυτόν πού ερχεται κοντά του, καί πάλι του βάζει δαχτυλίδι στό δεξί χέρι· καί προστάζει ολους τούς  Αγγέλους νά χαρουν μαζί του γιά τήν ανεύρεση αυτης της ψυχης του αμαρτωλου.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ - ΠΡΟΣΕΥΧΗ


ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ


  1. ΠΡΟΣΕΥΧΗ


Ο ΜΕΓΑΣ Αρσένιος, λέγουν οι βιογράφοι του, ύψωνε τα χέρια του, σαν άλλος Μωϋσής, στην προσευχή, ενώ ο ήλιος έδυε πίσω του και τα κατέβαζε, όταν έλαμπε πάλι στο πρόσωπο του.

***
Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ενός Μοναστηριού που είχε ιδρύσει ο Άγιος Επιφάνιος, ο Επίσκοπος Κύπρου, επισκέφθηκε κάποτε τον Άγιο και του είπε με κάποια ικανοποίηση:
- Με την ευχή σου, Δέσποτα, δεν παραμελούμε τον κανόνα της προσευχής που μας έδωσες. Διαβάζομε με προθυμία την πρώτη ώρα, την Τρίτη, την έκτη και την ενάτη.
- Και τις άλλες ώρες τί κάνετε; Ρώτησε με έκπληξι ο Άγιος Ιεράρχης. Δεν ασχολείσθε με την προσευχή; Τότε δεν είσθε Μοναχοί.
Και βλέποντας την απορία του Ηγουμένου, εξήγησε:
- Εκείνος που ανήκει στην τάξι του Μοναχού έχει καθήκον ν’ ασχολήται διαρκώς με την προσευχή και την ψαλμωδία. Ο προφήτης Δαυίδ, αν και βασιλιάς μαζί και πολεμιστής, το βράδυ προσευχόταν, τα μεσάνυχτα σηκωνόταν από το στρώμα του – το ομολογεί ο ίδιος – για να δοξολογήσει μαζί με τους Αγγέλους το Θεό. Πριν από τα ξημερώματα τον βρίσκομε ακόμη να δέεται. Μόλις ξημέρωνε, ύψωνε την καρδιά του για να ευχαριστήση τον Πλάστη του. Το πρωί παρακαλούσε και πάλι, το μεσημέρι και το βράδυ έκλινε το γόνυ για να ικετεύση τον Θεόν. Γι’ αυτό μας βεβαιώνει πως επτά φορές την ημέρα αινούσε τον Κύριο.

***
Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, που θυμάται να συνομιλήση με τον Θεόν μόνον όταν φθάση η ωρισμένη ώρα της προσευχής, δεν έχει ακόμη μάθει να προσεύχεται, λέει ένας από τους Πατέρας.

***
ΑΠΟ ΤΟΥΤΑ τα τέσσερα έχει πιο πολύ ανάγκη η ψυχή, έλεγε κάποιος Γέροντας: Να φοβάται την κρίσι του Θεού, να μισή την αμαρτία, ν’ αγαπά την αρετή και να προσεύχεται αδιαλείπτως.

***
ΟΤΑΝ ήμουν νέος, έλεγε στους αδελφούς ο Αββάς Ισίδωρος, ο Πρεσβύτερος της σκήτης, δεν είχα ωρισμένο καιρό για προσευχή. Προσευχόμουν χωρίς διακοπή όλη την ημέρα και το μεγαλύτερο μέρος της νύκτας.

***
ΑΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΗ ο Θεός την αμέλεια μας στην προσευχή και τον σκορπισμό του νου μας στην ψαλμωδία, είναι αδύνατον να σωθούμε, έλεγε ο Αββάς Θεόδωρος.

***
ΟΙ ΝΕΩΤΕΡΟΙ μοναχοί μιας σκήτης επισκεφθήκανε έναν από τους Γέροντας για να τον συμβουλευθούν. Εκείνος τους υποδέχθηκε με χαρά κι αφού είπε την συνηθισμένη προσευχή, κάθισε μαζί τους κι απαντούσε σ’ όλες τις ερωτήσεις τους. Όταν πια σηκώθηκαν να φύγουν, είπαν στον Γέροντα να κάνη προσευχή.
- Δεν προσευχηθήκαμε; Είπε μ’ απορία εκείνος.
- Προσευχηθήκαμε, Αββά όταν ήρθαμε· ύστερα όμως αρχίσαμε την συνομιλία.
- Συγχωρήσατέ με, παιδιά μου, αλλά ξέρω καλά πως ένας από μας είπε εκατό ευχάς στο διάστημα της συνομιλίας.

***
Ο ΑΒΒΑΣ ΗΣΑΙΑΣ, ο Πρεσβύτερος του Πηλουσίου, μάλωνε τους αδελφούς, όταν συνωμιλούσαν στην τράπεζα.
- Μη μιλάτε, παιδιά μου, τους έλεγε. Η τράπεζα του μοναχού πρέπει να είναι δεύτερη Εκκλησία. Είδα κάποτε ένα φτωχό που ενώ έτρωγε εδώ μαζί με όλους, η προσευχή του σαν φωτεινή στήλη άγγιζε τον ουρανό.

***
ΠΕΡΑΣΑΝ κάποτε από το κελλί του Αββά Λουκίου οι λεγόμενοι Ευχίται Μοναχοί. Ο Γέροντας τους κράτησε και συνωμίλησε μαζί τους.
- Ποιό είναι το έργο σας, αδελφοί; Τους ρώτησε.
- Εμείς δεν ασχολούμεθα με καμμιά υλική εργασία, αποκρίθησαν εκείνοι. Ακολουθούμε τη σύστασι του θείου Παύλου: αδιαλείπτως προσευχόμεθα.
- Δεν τρώτε καθόλου;
- Τρώμε.
- Δεν κοιμάσθε;
- Κοιμώμεθα λίγο.
- Όταν κοιμάσθε, ποιός προσεύχεται για σας;

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

              

 

 

  1.ΜΑΘΕΤΕ ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΕΝΑΡΕΤΟΙ

 “Θέλεις νά γίνεις ἐνάρετος; Κάνε μόνο τήν ἀρχή. Ἀλήθεια, πές μου, στήν περίπτωση ὅλων τῶν τεχνῶν, ὅταν θέλουμε ν’ ἀσχοληθοῦμε μ’ αὐτές, ἀρκούμαστε μόνο στή θέληση, ἤ καί ἐπιδιδόμαστε μέ δραστηριότητα στά ἔργα; ... δέν ἀρκεῖ μόνο τό νά θέλης, ἀλλά πρέπει νά προστεθῆ καί τό ἔργο, ἐνῶ ἐδῶ θέλοντας ν’ ἀνεβῆς στόν οὐρανόν, λές «θέλω», μόνο; Πῶς τότε, λέγει, ἔλεγες, ὅτι ἀρκεῖ τό νά θέλη κανείς; Ἡ θέλησις πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό τά ἔργα, πρέπει καί νά ἐπιχειρῆται τό πρᾶγμα, πρέπει καί νά κοπιάση κανείς. Ἔχουμε βέβαια συνεργό καί συμβοηθό τό Θεό, μόνο νά τό ἐπιχειρήσουμε, μόνο νά καταπιαστοῦμε μ’ αὐτό τό ἔργο, μόνο νά ἐνδιαφερθοῦμε, μόνο νά τό βάλουμε στό μυαλό μας, καί ὅλα τά ἄλλα ἀκολουθοῦν. Ἐάν ὅμως κοιμώμαστε καί περιμένουμε ροχαλίζοντας νά μποῦμε στόν οὐρανό, τότε θά μπορέσουμε νά κατακτήσουμε τήν κληρονομία τῶν οὐρανῶν;”[1]


              2. ΜΑΘΕΤΕ ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΕΛΕΗΜΟΝΕΣ

“Παρ’ ὅλο πού ἡ παρθενία, ἡ νηστεία καί τό νά κοιμᾶται κανείς στό χῶμα ἔχουν πιό δύσκολο κόπο ἀπό τήν ἐλεημοσύνη, ὅμως τίποτε δέν εἶναι τόσο δυνατό στό νά σβήνει τή φωτιά τῶν ἁμαρτημάτων, ὅσο αὐτή. Αὐτή εἶναι ἀνώτερη ἀπ’ ὅλα, στήνει τούς ἐραστές της κοντά στόν ἴδιο τό βασιλιᾶ. Καί πολύ σωστά. Γιατί ἡ παρθενία, ἡ νηστεία καί τό νά κοιμᾶται κανείς στό χῶμα σταματάει μόνο γύρω ἀπ’ αὐτόν πού τήν ἀσκεῖ καί δέν σώνει κανέναν ἄλλο, ἡ ἐλεημοσύνη ὅμως ἁπλώνεται σέ ὅλους καί ἀγκαλιάζει τά μέλη τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε τά κατορθώματα ἐκεῖνα πού ἁπλώνονται σέ πολλούς εἶναι πολύ μεγαλύτερα ἀπ’ αὐτά πού σταματοῦν γύρω ἀπό ἕναν.
Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἡ μητέρα τῆς ἀγάπης, τῆς ἀγάπης πού χαρακτηρίζει τό χριστιανισμό, πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλα τά θαύματα, μέ τά ὁποῖα φαίνονται οἱ μαθηταί τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι φάρμακο γιά τά δικά μας ἁμαρτήματα, σαπούνι γιά τήν ἀκαθαρσία τῆς ψυχῆς μας, σκάλα στηριγμένη στόν οὐρανό, αὐτή συνδέει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Θέλετε νά μάθετε πόσο μεγάλο ἀγαθό εἶναι αὐτή; Στήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων ὅλοι πουλοῦσαν τά ὑπάρχοντά τους καί ἔφερναν σ’ αὐτούς τά χρήματα, τά ὁποῖα καί μοιράζονταν... “Ὅλοι εἶχαν μιά καρδιά καί μιά ψυχή”[1] καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἦταν ἐπάνω σέ ὅλους αὐτούς καί ζοῦσαν μέ πολύ ὄφελος.”[2]
“Γιατί βέβαια αὐτό κυρίως σημαίνει νά περιφρονεῖς τά χρήματα, αὐτό σημαίνει νά θρέψεις ἀληθινά τό Χριστό, ὅταν δέν τό κάνεις αὐτό μέ ἀλαζονεία καί ἐγωϊσμό, ὅταν δίνεις σάν νά εὐεργετεῖς τόν ἑαυτό σου περισσότερο παρά ἐκεῖνον πού τά παίρνει. Γιατί ἄν θεωρεῖς ὅτι δίνεις μᾶλλον παρά παίρνεις, μή δίνεις.[i]
Γι’ αὐτό θαυμάζουμε καί τόν Ἀβραάμ, ὄχι μόνον γιατί θυσίασε μοσχάρι οὔτε γιατί ζύμωσε ἀλεύρι, ἀλλά γιατί μέ πολλή εὐχαρίστηση καί ταπεινοφροσύνη ὑποδεχόταν τούς ξένους, τρέχοντας κοντά του, ἐξυπηρετώντας τους, ἀποκαλώντας τους κυρίους, νομίζοντας πώς βρῆκε θησαυρό ἀπείρων ἀγαθῶν, ἄν κάποτε ἔβλεπε νά πλησιάζει ξένος. Ἔτσι λοιπόν γίνεται διπλή ἡ ἐλεημοσύνη, ὅταν καί δίνουμε καί δίνοντας τά προσφέρουμε μέ προθυμία. Γιατί λέγει “Ἱλαρόν γάρ δότην ἀγαπᾶ ὁ Θεός”[3]. Γιατί καί ἄν ἀκόμη ἄπειρα τάλαντα προσφέρεις μέ ἀλαζονείς καί ἐγωϊσμό καί ματαιοδοξία, ἔχασες τά πάντα, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνος ὁ Φαρισαῖος πού πρόσφερε τό ἕνα δέκατο ἀπό τά ὑπάρχοντά του, ἐπειδή ὑπερηφανευόταν καί φούσκωνε ἀπό ὑπερηφάνεια γι’ αὐτό, ἀφοῦ τά ἔχασε ὅλα, ἔτσι κατέβηκε ἀπό τό ναό.”[4]

3. ΜΑΘΕΤΕ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ

“καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν”. Τρία ἀγαθά διακηρύττει μέ τά λόγια αὐτά. Τούς ἄριστους στήν ἀρετή τούς διδάσκει μετριοφροσύνη καί τούς συμβουλεύει νά μήν ὑπερηφανεύονται γιά τά κατορθώματά τους ἀλλά νά φοβοῦνται καί νά τρέμουν καί νά μνημονεύουν τά προηγούμενα ἁμαρτήματά τους ὅπως ὁ θεσπέσιος Παῦλος, λέγοντας ὕστερα ἀπό τά ἄπειρα κατορθώματά του “ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦρθε στόν κόσμο γιά νά σώσει τούς ἁμαρτωλούς καί πρῶτος ἀνάμεσά τους εἶμαι ἐγώ” (Α΄ Τιμ. α΄ 15). Τούς ἄριστους λοιπόν στήν ἀρετή τούς ἀσφάλισε μέ τήν ταπεινοφροσύνη, λέγοντας τά λόγια αὐτά. Ἐκείνους ὅμως πού ἔσφαλαν ὕστερα ἀπό τή χάρη τοῦ ἁγίου βαπτίσματος δέν τούς ἀφήνει νά ἀπελπίζονται γιά τή σωτηρία τους, ἀλλά τούς διδάσκει νά ζητοῦν ἀπό τό γιατρό τῶν ψυχῶν τά φάρμακα τῆς συγχώρησης. Μαζί ὅμως μ’ αὐτά ὁ λόγος προϋποθέτει καί διδασκαλία φιλανθρωπίας. Γιατί μᾶς θέλει νά εἴμαστε ἥμεροι στούς ἐνόχους, ἀμνησίκακοι σ’ αὐτούς πού σφάλουν σέ μᾶς καί μέ τή συγγνώμη μας σ’ αὐτούς νά χαρίζουμε στόν ἑαυτό μας συγγνώμη, καί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι πρῶτα νά προσφέρουμε τά μέτρα τῆς φιλανθρωπίας. Γιατί τόσο ζητοῦμε νά λάβουμε, ὅσο παρέχουμε στούς συνανθρώπους μας καί ἀξιώνουμε νά ἐπιτύχουμε τόση συγγνώμη, ὅση χαρίζουμε στούς ὀφειλέτες μας.”[1]
“Ἐσύ ὅμως ἐνῶ στέκεσαι καί μεριμνᾶς γιά τά ἁμαρτήματά σου, δέ φρίττεις πού θυμᾶσαι τά ξένα; καί πῶς παρακαλεῖς τό Θεό; γιατί αὐτά πού ζητᾶς ἀπό τό Θεό ἐναντίον ἐκείνου, μέ αὐτά ἑτοιμάζεις γιά σένα φοβερότερα, μή ἀφήνοντας τό Θεό νά συγχωρήσει τά δικά σου ἁμαρτήματα. Πῶς λοιπόν, λέγει, ἐάν θέλεις νά γίνω αὐστηρός ἐξεταστής τῶν πλημμελημάτων πού ἔγιναν σέ βάρος σου, ζητᾶς νά συγχωρήσω αὐτά πού ἔκαμες ἐσύ σέ μένα; Ἄς μάθουμε κάποτε νά εἴμαστε χριστιανοί; Ἄν δέ γνωρίζουμε νά προσευχόμαστε, πράγμα πού εἶναι εὔκολο καί πολύ ἁπλό, τί θά γνωρίσουμε ἀπό τά ἄλλα; Ἄς μάθουμε νά προσευχόμαστε σάν χριστιανοί, ἐκεῖνες οἱ προσευχές εἶναι τῶν εἰδωλολατρῶν, ἐκεῖνες οἱ δεήσεις εἶναι τῶν Ἰουδαίων, ἐνῶ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἀντίθετες, μέ αὐτές ζητοῦμε ἄφεση καί ἀμνηστία τῶν σφαλμάτων πού ἔγιναν σέ μᾶς. “Ὅταν μᾶς βρίζουν, εὐλογοῦμε, ὅταν μᾶς καταδιώκουν, δείχνουμε ἀνοχή, ὅταν μᾶς βλασφημοῦν, παρακαλοῦμε”[2]. Ἄκου τόν Στέφανο πού λέγει “Κύριε, μή λογαριάσεις σέ αὐτούς αὐτό τό ἁμάρτημα”. Ὄχι μόνο δέν καταριόταν, ἀλλά καί προσευχόταν γιά αὐτούς, ἐνῶ ἐσύ ὄχι μόνο δέν προσευχήθηκες ὑπέρ αὐτῶν, ἀλλά καί τούς καταράστηκες. Ὅσο θαυμάσιος λοιπόν ἦταν ἐκεῖνος, τόσο πιό κακός εἶσαι ἐσύ... Θέλεις νά πλήξεις τόν ἐχθρό σου; Προσευχήσου γιά αὐτόν, ὄχι ὅμως μέ τέτοια διάθεση, ὄχι σάν νά πλήττεις, αὐτό βέβαια γίνεται, ἐσύ ὅμως μήν τό κάνεις μέ αὐτό τό σκοπό. Ἄν καί βέβαια ἐκεῖνος ὁ μακάριος ὅλα τά πάθαινε ἄδικα, κι ὅμως προσευχόταν γι’ αὐτούς, ἐνῶ ἐμεῖς πολλά καί δίκαια τά παθαίνουμε ἀπό τούς ἐχθρούς. Ἄν λοιπόν αὐτός πού ἔπαθε ἄδικα δέν τόλμησε νά μήν προσευχηθεῖ ὑπέρ αὐτῶν, ἐμεῖς πού πάσχουμε δίκαια, κι ὄχι μόνο δέν προσευχόμαστε, ἀλλά καί καταριόμαστε, ποιάς τιμωρίας δέν εἴμαστε ἄξιοι; Νομίζεις βέβαια ὅτι δίνεις σέ ἐκεῖνον τό χτύπημα, ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι τραβᾶς τό ξίφος ἐναντίον σου, μή ἀφήνοντας τό δικαστή νά γίνει πρᾶος γιά τά ἁμαρτήματά σου μέ τά ὁποῖα τόν ἐξοργίζεις μέ τήν προσευχή σου ἐναντίον τῶν ἄλλων. Γιατί λέγει “μέ ὅποιο μέτρο μετρᾶτε, μέ τό ἴδιο θά μετρηθεῖτε καί σεῖς, καί μέ ὅποιο κριτήριο κρίνετε, θά κριθῆτε”[3]. Ἄς γίνουμε λοιπόν συγχωρητικοί, γιά νά ἔχουμε τέτοιον καί τό Θεό.”[4]
“Αὐτός πού εὐλογεῖ τόν ἐχθρό, εὐλογεῖ τόν ἑαυτό του, καί αὐτός πού καταριέται, καταριέται τόν ἑαυτό του, καί αὐτός πού προσεύχεται γιά τόν ἐχθρό, προσεύχεται γιά τόν ἑαυτό του, ὄχι γιά ἐκεῖνον.”[5]

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Εις την Κυριακήν των Βαΐων

Εις την Κυριακήν των Βαΐων

Γρηγόριος ο Παλαμάς: Ομιλία 15
1. Σε καιρό ευνοίας σε επήκουσα και σε ημέρα σωτηρίας σ” εβοήθησα», είπε ο Θεός δια του Ησαΐα (Ησ. 49,8). Καλό λοιπόν είναι να ειπώ σήμερα το αποστολικό εκείνο προς την αγάπη σας· «Ιδού καιρός εύνοιας, ιδού ημέρα σωτηρίας· ας απορρίψωμε λοιπόν τα έργα του σκότους και ας εκτελέσωμε τα έργα του φωτός, ας περιπατήσωμε με σεμνότητα, σαν σε ημέρα»(Β΄ Κορ. 6,2·Ρωμ. 13,12). Διότι προσεγγίζει η ανάμνησις των σωτηριωδών παθημάτων του Χριστού και το νέο και μέγα και πνευματικό Πάσχα, το βραβείο της απαθείας, το προοίμιο του μέλλοντος αιώνος.
Και το προκηρύσσει ο· Λάζαρος που επανήλθε από τα βάραθρα του άδη, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς την τετάρτη ημέρα με μόνο τον λόγο και το πρόσταγμα του Θεού, που έχει την εξουσία ζωής και θανάτου, και προανυμνούν παιδιά και πλήθη λαού άκακα με την έμπνευση του θείου Πνεύματος αυτόν που λυτρώνει από τον θάνατο, που ανεβάζει τις ψυχές από τον άδη, που χαρίζει αΐδια ζωή στην ψυχή και το σώμα.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Οι μητέρες των Τριών Ιεραρχών – Αρχιμ. Μελετίου Βαδραχάνη

Οι μητέρες των Τριών Ιεραρχών – Αρχιμ. Μελετίου Βαδραχάνη   


   
     
Όποιος μελετά τη ζωή και το έργο των Τριών Ιεραρχών, διαπιστώνει ότι οι μεγάλοι παιδαγωγοί εις την εν Χριστώ ζωή και στη σμίλευση, κατά Θεόν, της προσωπικότητός τους, υπήρξαν κυρίως οι άγιες μητέρες τους. Αυτές υπήρξαν σαρκικές μητέρες αλλά και πνευματικές. Αυτές τους κυοφόρησαν, τους γέννησαν, τους ανέθρεψαν, τους στήριξαν με τις προσευχές τους, τις συμβουλές τους, το παράδειγμά τους. Στο βίο των Τριών Ιεραρχών δεν βρίσκουμε γέροντες και πνευματικούς οδηγούς. Αν εξαιρέσουμε τον άγιο Χρυσόστομο, ο οποίος αφού χειροτονήθηκε αναγνώστης σε ηλικία 21 ετών, έφυγε στην έρημο όπου και μόνασε κοντά σε γέροντα 4 έτη, δεν έχουμε άλλο στοιχείο καθοδηγήσεως τους.
Ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος μόνασαν μόνοι τους στα κτήματά τους, ή συντροφιά μαζί στο κτήμα του Βασιλείου στον Πόντο, παρά τον Ίριν ποταμό, και ανεδείχθησαν δια της ιδιωτικής ασκήσεως τους, όπως και ο Χρυσόστομος, ο οποίος μόνασε και 2 έτη μόνος του σε σπήλαιο, της θεολογικής κατά μόνας μελέτης τους, και οπωσδήποτε βάσει των γνωριμιών αγίων ανδρών που συνάντησαν, κυρίως ο Βασίλειος, στα ταξίδια και τις περιηγήσεις τους.
Οι κατά σάρκα πατέρες τους, του μεν Βασιλείου απέθανε όταν ήταν σε ηλικία 15 ετών, αφήνοντάς τον έτσι αβοήθητο στην δύσκολη περίοδο της εφηβείας, του δε Γρηγορίου ήταν στην αρχή αιρετικός («Υψιστάριος”, θρήσκευμα που αποτελείτο από ιουδαϊκά και εθνικά στοιχεία, ενώ η λατρεία του υψίστου Θεού συνδυαζόταν με τη λατρεία του πυρός) και αργότερα χώλαινε στην διάκριση των θεολογικών εννοιών μ’ αποτέλεσμα να υπογράψει και φιλοαρειανικό σύμβολο πίστεως ως επίσκοπος. Γι’ αυτό βοηθήθηκε από τον υιό του στη διαποίμανση, χωρίς αυτός να τον βοηθήσει ουσιαστικά. Και ο πατέρας του Χρυσοστόμου πέθανε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Συνεπώς οι πατέρες των Τριών Ιεραρχών δεν μπόρεσαν ν’ ασκήσουν ουσιαστική αγωγή στα παιδιά τους.
Οι μητέρες τους λοιπόν ήταν αυτές που διαμόρφωσαν, μετά τον Θεό, τις προσωπικότητές τους και τον χαρακτήρα τους. Ας δούμε ξεχωριστά την επίδραση που είχε κάθε μητέρα στον υιό της.
Α΄. Μ. Βασίλειος.
Από τη μητέρα του Εμμέλεια ομολογεί ότι γνώρισε το Θεό. Η μητέρα του γέννησε δέκα παιδιά, από τα οποία το ένα δεν επέζησε. Τέσσερα αγόρια και πέντε κορίτσια. Όλα τ’ αγόρια και μία κόρη, η Μακρίνα, αφιερώθηκαν. Τρεις επίσκοποι (Βασίλειος, Γρηγόριος, Πέτρος) και δύο μοναχοί (Ναυκράτιος και Μακρίνα).
Η Εμμέλεια είχε κάνει το σπίτι τους Εκκλησία, ενώ οι περισσότερες μητέρες και γονείς το κάνουν θέατρο. Τους δίδαξε Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Τα έμαθε να προσεύχονται. Τα στήριξε στην κατά Θεόν αφιέρωση. Πρώτη αυτή, μετά το θάνατο του συζύγου της, μαζί με την κόρη της Μακρίνα, συνέπηξε μονή στα κτήματα της οικογενείας, στον Πόντο. Κοντά τους πήγε και ο Ναυκράτιος, ο οποίος μόνασε σε ανάλογη ανδρική. Αργότερα μετά το τέλος των σπουδών του, ακολούθησε και ο Βασίλειος.
Η Εμμέλεια είχε σύντροφο πιστό και μόνιμο σ’ όλη τη ζωή της τον πόνο. Πέθανε ο πατέρας της ως μάρτυρας στους διωγμούς, πέθανε ο άνδρας της νέος, ο γιος της Ναυκράτιος σκοτώθηκε, 27 ετών, σε κυνήγι, και ο Βασίλειος ήταν μόνιμα άρρωστος και καταβεβλημένος. Κι όμως παρέμεινε στητή και ολόρθη. Ασκούσε την ελεημοσύνη σε μεγάλο βαθμό και στήριζε τα παιδιά της. Η γιαγιά του Μ. Βασιλείου Μακρίνα και η μεγάλη του αδελφή που πήρε το ίδιο όνομα με τη γιαγιά τους, ήταν άλλες δύο γυναίκες που στήριξαν και καθοδήγησαν τον Βασίλειο.
Β΄. Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Η μητέρα του Νόννα ήταν δάσκαλος της ευσεβείας όλης της οικογενείας τους. Πέτυχε ώστε τον άνδρα της από αιρετικό να τον κάνει ορθόδοξο και μάλιστα να τον καλλιεργήσει τόσο, ώστε αργότερα να γίνει ιερέας και επίσκοπος Ναζιανζού. Επίσης, αν και υπήρξε άτεκνη για πολλά χρόνια και έφθασε σε προχωρημένη ηλικία, χωρίς παιδιά, πέτυχε με τις προσευχές και τα δάκρυά της να καταργήσει την ατεκνία της και απέκτησε 3 παιδιά: την Γοργονία, τον Γρηγόριο και τον Καισάριο. Έχασε όμως τον Καισάριο σε ηλικία 38 ετών το 368, και την Γοργονία σε ηλικία 42 ετών το 369. Ο μόνος που επέζησε και τους έκλεισε τα μάτια, αυτής και του άνδρα της, ήταν ο Γρηγόριος, τον οποίον αφιέρωσαν στον Θεό εξ αρχής, σαν το πρώτο αγόρι τους. Έτσι αυτή ήταν όσο ζούσε το στήριγμά του.
Γ΄. Χρυσόστομος.
Η μητέρα του Ανθούσα μένει χήρα στη ζωή της πολύ νωρίς, ενώ ήταν 20 ετών. Δεν ξαναπαντρεύτηκε και δεν χάρηκε τίποτα, αφού η έγγαμος ζωή της ήταν τόσο σύντομος. Ουσιαστικά έζησε σαν παρθένος, έχοντας όμως τα βάρη του γάμου: μία κόρη, που μόνο μία φορά την αναφέρει ο Παλλάδιος και της οποίας αγνοούμε και το όνομά της, και τον Ιωάννη, στον οποίο έκτοτε αφιερώθηκε. Του δίδαξε την αγία Γραφή, τον στήριξε με την προσευχή και τη συμπαράστασή της, καλλιέργησε την ψυχή. Έμεινε μαζί του 23 ολόκληρα χρόνια, ως τον θάνατό της. Ο Χρυσόστομος ομολογεί στα έργα του ότι η μητέρα του τον έσωσε από τα πάθη του, τον διεφύλαξε από το αισχρό και ειδωλολατρικό περιβάλλον της Αντιοχείας, και τον στήριξε στην κατά Θεόν ζωή.
* * *
Σήμερα γίνεται πολύς λόγος, μέσα στα πλαίσια της πλήρους εξισώσεως ανδρών και γυναικών, σχετικά με το να δοθεί από την Εκκλησία η ιερωσύνη και στις γυναίκες. Και ήδη στα παρακλάδια του προτεσταντισμού γίνεται αυτό. Η καθ’ ημάς όμως Ορθόδοξη Ανατολή, έχει ως ιερωσύνη της γυναίκας την μητρότητα και την αγωγή των παιδιών. Η μητέρα τα φέρνει στον υλικό κόσμο μετά από εννεάμηνη κύηση και η μητέρα καλείται με πνευματικές ωδίνες και πνευματικό τοκετό να τα φέρει και στον πνευματικό κόσμο του ορθοδόξου δόγματος και της ηθικής. Στην μητέρα κυρίως οφείλουμε το ζην, το ευ ζην, και το αιωνίως και κατά Θεό ζην. Η μητέρα είναι ο πρώτος και αναντικατάστατος γέροντάς μας και παιδαγωγός εν Χριστώ. Δεν γίνεται ιερεύς η ίδια, γεννά όμως τους ιερείς και τους στηρίζει. Ο πλούτος της καρποφορίας των μεγάλων αυτών ανδρών και εν γένει όλων των αγίων υπήρξε καρπός, μετά τη χάρη του Θεού βέβαια, της ταπεινώσεως, της αγάπης, της θυσίας, και της ευσεβείας των μητέρων τους.
Το έργο της μητρότητος και της κατά Χριστόν ανατροφής και αγωγής είναι τόσο μεγάλο, όσο και το έργο της ιερωσύνης.
Η/Υ ΠΗΓΗ:
ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
Παράβαλε και:
30 Ιανουαρίου, μνήμη των τρειών Ιεραρχών και ανάμνησις της ευρέσεως της θαυματουργού εικόνος της Θεοτόκου εν Τήνω: λόγος πανηγυρικός, Υμνολογική εκλογή.
Οι Τρεις Ιεράρχαι – του αοιμνήστου καθηγητού, Ιωάννου Φουντούλη.
Η πρόταση των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία της Ευρώπης – Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλλυνού.
30 Ιανουαρίου, μνήμη των τριών Ιεραρχών – εγκώμια εις τους τρις Ιεράρχας.