Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

Το Γεροντικό του Σινά. (αποσπάσματα)

 

ΜΕΓΕΘΙΟΣ
Είπε ο αββάς Μεγέθιος: » Στην αρχή συναντιόμασταν μεταξύ μας και συζητούσαμε για την ωφέλεια μας οικοδομώντας ο ένας τον άλλο, γινόμασταν παρέες – παρέες που ανέβαιναν στον ουρανό. Τώρα όμως μαζευόμαστε και μιλώντας ο ένας εναντίον του άλλου πέφτουμε χαμηλά».
ΜΩΣΗΣ
Ο Μωσής αυτός, από τον καιρό που έγινε μοναχός ψωμί στο στόμα του δεν έβαλε, ενώ άλλοι έτρωγαν. Γιατί οι ντόπιοι μεταφέροντας από την Αίγυπτο σιτάρι, πωλούσαν λίγους άρτους στους μοναχούς παίρνοντας για πληρωμή το εργόχειρο τους και καρπούς από τα φοινικόδεντρα. Η τροφή του Μωσή ήταν νερό και τρυφερά βλαστάρια των φοινίκων. Με κλωστές από τα ίδια δέντρα έκαμνε και τα ρούχα του. Αγαπούσε όσο κανένας άλλος την ησυχία, αλλά πρόθυμα και με συμπάθεια δεχόταν τους επισκέπτες που έρχονταν να τον συμβουλευτούν για τους λογισμούς τους. Κοιμόταν μόνο μετά από τις νυχτερινές ακολουθίες κι όλες τις άλλες ώρες αγρυπνούσε. Κατά τη διάρκεια της αγίας Σαρακοστής κι ως την ευλογημένη μέρα της Πεντηκοστής σε κανένα δεν άνοιγε την πόρτα του κελλιού του και ως απόθεμα από τροφές δεν είχε παρά μοναχά είκοσι χουρμάδες κι ένα σταμνί νερό. Ωστόσο και αυτά διατηρούνταν πολλές φορές ανέπαφα ως την ημέρα που άνοιγε την πόρτα του κελλιού του, όπως μας διηγείται ο υποτακτικός του.

Τη Σαρακοστή τούτη του έφεραν για θεραπεία από τη Φαράν κάποιον που τον δέσμευσε το ακάθαρτο πνεύμα, Οβεδιανός τ’ όνομα του, ηγεμόνας στη φυλή του. Όταν ο άρρωστος πλησίασε στο κελλί του γέροντα σε απόσταση περίπου εκατό ογδόντα μέτρων, τον τράνταξε το ακάθαρτο πνεύμα και με δυνατές φωνές άρχισε να κραυγάζει:
» Ω δύναμη ανυπόφορη, δεν μπόρεσα ούτε για ένα λεπτό της ώρας να εμποδίσω τον καλόγερο από την άσκηση του κανόνα του».
Με τα λόγια αυτά βγήκε μέσα από τον άρρωστο κι αμέσως γιατρεύτηκε ο άνθρωπος. Τότε πίστεψε στο Χριστό με πολλούς άλλους, που δεν είχαν αξιωθεί ακόμα να βαπτιστούν Χριστιανοί. Έτσι γύρισε στο σπίτι του γερός, αλλά και ο δούλος του Θεού δεν εμφανίστηκε σε άνθρωπο.
ΝΕΙΛΟΣ
Είπε ο αββάς Νείλος:
«Αν θέλεις να προσευχηθείς σωστά, να μη πικράνεις καμιά ψυχή, γιατί αλλιώς άδικα κοπιάζεις».
Είπε πάλι:
» Μη θέλεις να έρχονται τα πράγματα όπως σε συμφέρει, αλλά όπως είναι αρεστό στο Θεό. Έτσι θα είσαι την ώρα της προσευχής γεμάτος γαλήνη και χαρούμενος»
ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Ένας γέροντας, Νικόλας τ’ όνομα του, έμενε στη μονή του αββά Πέτρου, κοντά στον άγιο Ιορδάνη. Αυτός μας αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία:
» Έμενα κάποτε στην Ραϊθου, όταν τρείς αδελφούς μας έστειλαν στη Θηβαΐδα για διακονία. Καθώς περνούσαμε την έρημο, χάσαμε τον δρόμο και περιπλανιόμασταν πέρα-δώθε. Σαν ξοδέψαμε λοιπόν το νερό μας και για μέρες δεν βρίσκαμε άλλο, οι δυνάμεις μας άρχισαν τότε να μας εγκαταλείπουν από τη δίψα και τον καύσωνα. Τότε μη μπορώντας να συνεχίσουμε το βάδισμα βρήκαμε στην ίδια την έρημο κάτι στεγνούς θάμνους κι εκεί παρατήσαμε τον εαυτό μας, ο καθένας όπου βρήκε σκιά, περιμένοντας πια να πεθάνουμε από τη δίψα.
Για μια στιγμή εγώ ανακάθισα λίγο και πέφτω σε έκσταση. Βλέπω μια κολυμπήθρα γεμάτη νερό, ξεχειλισμένη. Ήταν και δύο άντρες πάνω στο χείλος της κολυμπήθρας κι έπαιρναν νερό μ’ ένα ξύλινο κύπελο.
Άρχισα τότε να παρακαλώ τον ένα λέγοντας:
– Δείξε μου αγάπη, κύριε, δώσ’ μου λίγο νερό, πάω να σβήσω.
Εκείνος όμως δεν ήθελε να μου δώσει. Τότε του λέει ο άλλος:
– Δωσ’ του λιγάκι.
Κι ο πρώτος αποκρίνεται:
– Να μην του δώσουμε, γιατί είναι ράθυμος ( βαριέται και δεν κάνει τις δουλειές που πρέπει) και παραμελεί τον εαυτό του.
Απαντάει ο δεύτερος:
– Ότι είναι ράθυμος , σίγουρα ναι, είναι ράθυμος. Όμως τώρα είναι ξένος, ας του δώσουμε».
Έτσι μου δώσανε νερό και πρόσφερε, λέει, και στους άλλους. Ήπιαμε λοιπόν και κάναμε και άλλες τρείς μέρες δρόμο χωρίς νερό. Και τότε φτάσαμε σε μέρος κατοικημένο.

ΝΙΣΤΕΡΩΟΣ
Ο σεβαστός αββάς Νιστερώος περπατούσε μ’ ένα αδελφό στην έρημο και όταν είδαν ένα μεγάλο φίδι απομακρύνθηκαν βιαστικά. Του λέγει ο αδελφός:
– Και συ φοβάσαι πάτερ;
Αποκρίνεται ο γέροντας:
– Δεν φοβάμαι παιδί μου. Έπρεπε όμως να φύγω, επειδή δεν θα μπορούσα να ξεφύγω από το πνεύμα της κενοδοξίας.
* * *
Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον γέροντα:
– Τι καλό έργο υπάρχει για να κάνω και να ζήσω μ’ αυτό;
Είπε ο γέροντας:
– Ο Θεός γνωρίζει τι είναι καλό. Άκουσα όμως ότι κάποιος από τους πατέρες ρώτησε τον σεβαστό αββά Νιστερώο, τον φίλο του αββά Αντωνίου:
– Τί καλό έργο υπάρχει για να κάνω;
Αυτός του αποκρίθηκε:
– Δεν είναι όλες οι εργασίες το ίδιο; Η Γραφή λέει ότι ο Αβραάμ ήταν φιλόξενος και ο Θεός ήταν μαζί του, ο προφήτης Ηλίας αγαπούσε την ησυχία και ο Θεός ήταν μαζί του και ο Δαβίδ ήταν ταπεινός και ο Θεός ήταν μαζί του. Ότι λοιπόν καταλαβαίνεις πως θέλει η ψυχή σου και είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού, κάνε το και προφύλαξε την καρδιά σου.

ΞΟΪΟΣ
Ένας πατέρας έλεγε για τον αββά Ξόϊο τον Θηβαίο ότι πήγε κάποτε στο Σινά. Όταν έφευγε από κει τον συνάντησε ένας αδελφός και του είπε στενάζοντας:
– Στεναχωριόμαστε αββά, επειδή δεν βρέχει.
Του απαντά ο γέροντας:
– Γιατί δεν προσεύχεστε και δεν παρακαλείτε τον Θεό;
Του αποκρίνεται ο αδελφός:
– Και προσευχόμαστε και λιτανείες κάνουμε και πάλι δεν βρέχει.
Του λέει ο γέροντας:
– Η αλήθεια είναι ότι δεν προσεύχεστε με ένταση. Θέλεις να μάθεις ότι αυτό είναι αλήθεια.
Σήκωσε το χέρια του στον ουρανό προσευχόμενος και αμέσως έβρεξε. Μόλις το είδε αυτό ο αδελφός φοβήθηκε, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και τον προσκύνησε, αλλά ο γέροντας έφυγε. Ο αδελφός γνωστοποίησε σ’ όλους το γεγονός και αυτοί όταν το άκουσαν δόξασαν το Θεό.
ΠΕΤΡΟΣ
Διηγούνταν για τον αββά Πέτρο και τον αββά Επίμαχο ότι ήταν συνασκητές στη Ραϊθού. Ενώ έτρωγαν όλοι οι ασκητές μαζί, πίεσαν τους δύο αββάδες τον αββά Πέτρο και Επίμαχο να καθίσουν στο τραπέζι που ήταν για τους γέροντες. Ύστερα από πολλές προσπάθειες πήγε μόνο ο αββάς Πέτρος.
Σαν σηκώθηκαν από το φαγητό του λέει ο αββάς Επίμαχος του αββά Πέτρου:
– Πως τόλμησες να πας στο τραπέζι των γερόντων;
Αποκρίθηκε αυτός:
– Εάν καθόμουν μαζί σας οι αδελφοί θα με είχαν σαν γέροντα και θα με ανάγκαζαν να σερβιριστώ πρώτος και θα με θεωρούσαν μεγαλύτερο σας. Τώρα όμως που πήγα κοντά στους γέροντες, ήμουν μικρότερος απ’ όλους και ταπεινότερος στους λογισμούς.
ΣΕΡΓΙΟΣ
Μας διηγήθηκαν απ’ τους πατέρες του Σινά για τον αββά Σέργιο, τον αναχωρητή λέγοντας ότι:
» Όταν έμενε στο Σινά., ο οικονόμος τον τοποθέτησε στα μουλάρια. Μιά μέρα καθώς επέστρεφε, ένα λιοντάρι ήταν ξαπλωμένο στο δρόμο. Μόλις το είδαν τα μουλάρια και οι οδηγοί τους ζάρωσαν από το φόβο τους, το έβαλαν στα πόδια. Τότε ο αββάς Σέργιος αφού πήρε από το σάκκο του ένα κομμάτι ψωμί, πλησίασε το λιοντάρι και του λέει:
– Πάρε την ευλογία των πατέρων και φύγε από τον δρόμο για να περάσουμε.
Αφού πήρε το λιοντάρι την τροφή, έφυγε».
* * *
Για τον ίδιο τον αββά Σέργιο, τον αναχωρητή, μας διηγήθηκε ο μαθητής του, ο αββάς Σέργιος ο Αρμένης ότι:
– Με ενοχλούσε πολύ που ο αββάς Γρηγόριος, ο οποίος ήταν ηγούμενος του μοναστηριού των Φάρων να τον πάω στο γέροντα (αββά Σέργιο). Μια μέρα λοιπόν τον πήγα στον γέροντα . Βρισκόταν εκείνη την εποχή ο γέροντας στα μέρη της Νεκράς θάλασσας. Μόλις λοιπόν τον αντίκρυσε ο γέροντας, τον ασπάσθηκε με πάρα πολύ χαρά και αφού έφερε νερό του έπλυνε τα πόδια και ολόκληρη τη μέρα συζητούσε μαζί του για την ωφέλεια της ψυχής. Την επόμενη μέρα τον ξεπροβόδισε.
Όταν λοιπόν έφυγε ο αββάς Γρηγόριος λέω στον γέροντα:
– Γνωρίζεις πάτερ, ότι σκανδαλίσθηκα, γιατί ενώ σου έφερα πολλούς επισκόπους και πρεσβύτερους και μερικούς άλλους, ποτέ κανενός απ’ αυτούς δεν έπλυνες τα πόδια παρά μόνο του αββά Γρηγορίου;
Τότε μου απαντά ο γέροντας:
– Εγώ, ποιός είναι ο αββάς Γρηγόριος δεν γνωρίζω· αυτό μόνο γνωρίζω, ότι πατριάρχη δέχτηκα στη σπηλιά μου. Γιατί είδα να φορά ωμοφόριο και να κρατά το Ευαγγέλιο.
Πράγματι αυτό πραγματοποιήθηκε, γιατί ύστερα από έξι χρόνια αξίωσε ο Θεός τον αββά Γρηγόριο να γίνει πατριάρχης στη Θεούπολη. όπως προέβλεψε ο γέροντας.
ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Όταν κάποτε ασκήτευε ο αββάς Σιλουανός στο όρος Σινά, ο μαθητής του Ζαχαρίας καθώς έφευγε για κάποιο διακόνημα λέγει στο γέροντα·
» Άφησε να τρέξει νερό και πότισε τον κήπο».
Κι εκείνος βγήκε να ποτίσει έχοντας σκεπασμένο το πρόσωπο του με κουκούλα και έβλεπε μόνο εκεί που πατούσε. Εκείνη την ώρα τον συνάντησε ένας αδελφός και, όταν τον είδε από μακριά, κατάλαβε τι έκανε. Μπήκε κατόπιν μέσα στο κελλί ο αδελφός και τον ρώτησε·
– Πές μου αββά γιατί σκέπασες τελείως το πρόσωπο σου με κουκούλα και πότιζες έτσι τον κήπο;
Του λέγει ο γέροντας:
– Το έκανα αυτό παιδί μου, για να μη βλέπουν τα μάτια μου τα δέντρα και απασχοληθεί με αυτά ο νούς μου εξ αιτίας αυτής της εργασίας.
* * *
Ρώτησαν κάποτε τον αββά Σιλουανό:
– Ποιόν τρόπο ζωής ακολούθησες, πάτερ, ώστε να αποκτήσεις αυτή τη φρόνηση;
Κι εκείνος αποκρίθηκε:
– Ουδέποτε άφησα στην καρδία μου λογισμό που να εξοργίζει το Θεό.
* * *
Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Σιλουανό:
– Τι να κάνω, αββά; Πως θα αποκτήσω την κατάνυξη; Πολύ ενοχλούμε από την πνευματική αδράνεια, τον ύπνο και τη νύστα. Και όταν σηκώνομαι από τον ύπνο, παλεύω πολύ με την ψαλμωδία,  αλλά δεν μπορώ να νικήσω τη νύστα και δεν λέγω ψαλμό χωρίς μελωδία.
Κι ο γέροντας του αποκρίθηκε:
– Παιδί μου, το να ψάλλεις ψαλμούς με μελωδία πρώτα-πρώτα αποτελεί υπερηφάνεια · γιατί σου υποβάλλει την ιδέα ότι· εγώ ψάλλω, ο αδελφός δεν ψάλλει· και δεύτερο σου σκληραίνει την καρδιά και δεν σε αφήνει να αισθανθείς κατάνυξη. Εάν λοιπόν θέλεις κατάνυξη άφησε το ψάλσιμο. Και όταν στέκεσαι προσευχόμενος, να ερευνά ο νούς σου τη δύναμη του στίχου και να αναλογίζεσαι ότι βρίσκεσαι μπροστά στο Θεό που γνωρίζει τις σκέψεις και τις επιθυμίες του ανθρώπου. Όταν σηκωθείς από τον ύπνο, πριν απ’ όλα να δοξάσεις τον Θεό, ύστερα απάγγειλε το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ημών» και τότε άρχισε τον κανόνα σου χωρίς βιασύνη, στενάζοντας και ενθυμούμενος τις αμαρτίες σου και την κόλαση στην οποία πρόκειται να βασανίζεσαι.
* * *
Λέγει ο αδελφός:
– Εγώ αββά, από τότε που άρχισα να μονάζω, ψάλλω την ακολουθία του κανόνα των ωρών σύμφωνα με την Οκτώηχο.
Αποκρίθηκε ο γέροντας:
– Γι’ αυτό ακριβώς φεύγουν από σένα η κατάνυξη και το πένθος. Θυμήσου τους μεγάλους πατέρες, πως, παρόλο που ήταν αμόρφωτοι και δεν γνώριζαν ούτε ήχους ούτε τροπάρια παρά μόνο λίγους ψαλμούς, έλαμψαν σαν αστέρες στον κόσμο. Τέτοιοι ήταν ο αββάς Παύλος ο απλός, ο αββάς Παμβώ, ο αββάς Απολλώ και οι λοιποί θεοφόροι πατέρες, οι οποίοι και νεκρούς ανέστησαν και μεγάλα θαύματα έκαναν και την εξουσία εναντίων των δαιμόνων είχαν λάβει από το Θεό όχι με τα ψαλσίματα, τα τροπάρια και τις μελωδίες, αλλά με την προσευχή που γίνεται με συντετριμένη καρδία και με τη νηστεία. Με αυτά παραμένει αδιαλείπτως ο φόβος του Θεού μέσα στην καρδία και δυναμώνει το πένθος, που καθαρίζει τον άνθρωπο από κάθε αμαρτία και κάνει το νου καθαρότερο από το χιόνι. Γιατί η ομορφιά του ψαλσίματος δεν σώζει τον άνθρωπο, αλλά ο φόβος του Θεού και η τήρηση των εντολών του Χριστού τον σώζουν. Το ψάλσιμο όμως πολλούς κατέβασε στα τρίσβαθα της γής, όχι μόνο κοσμικούς αλλά και ιερείς, γιατί αδυνάτισε τον χαρακτήρα τους και τους γκρέμισε στην πορνεία και σε άλλα αισχρά πάθη. Το ψάλσιμο λοιπόν είναι για τους κοσμικούς, γι’ αυτό και ο λαός μαζεύεται στις εκκλησίες. Σκέψου, παιδί μου, πόσα αγγελικά τάγματα υπάρχουν στον ουρανό και για κανένα από αυτά δεν λέγει η Γραφή ότι ψάλλουν σύμφωνα με την Οκτώηχο, αλλά ότι το ένα τάγμα ψάλλει ακαταπαύστως το «Αλληλούϊα», άλλο το «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ» και άλλο «Ευλογημένη η δόξα Κυρίου εκ του τόπου και εκ του οίκου αυτού». Εσύ λοιπόν, παιδί μου, να μιμηθείς τους πατέρες, εάν θέλεις στις προσευχές σου ν’ αποκτήσεις κατάνυξη, φυλάγοντας το νου σου όσο μπορείς συγκεντρωμένο και μακριά από ρεμβασμούς. Αγάπησε την ταπείνωση του Χριστού και πρόσεχε τον εαυτό σου περιφρουρώντας το νου σου την ώρα της προσευχής. Και όπου βρεθείς, μη προβληθείς ως σοφός και δάσκαλος, αλλά ως αμόρφωτος και μαθητής, και ο Θεός θα σου χαρίσει την κατάνυξη.
* * *
Είπε κάποιος από τους πατέρες ότι:
» Δίπλα στο ποτάμι, κοντά στην κωμόπολη όπου ζούσε ο μακάριος Σιλουανός στην Παλαιστίνη, διέμενε κάποιος αδελφός που προσποιούταν ότι είναι μωρός. Όταν τον συναντούσε κανένας  αδελφός, αυτός αμέσως γελούσε και γι’ αυτό τον λόγο τον άφηναν και έφευγαν. Συνέβη να επισκεφθούν τον αββά Σιλουανό τρείς πατέρες ( κάποιοι απεσταλμένοι της Αγίας Τριάδος ή η ίδια η Αγία Τριάς) και αφού προσευχήθηκαν τον παρακάλεσαν να στείλει κάποιον μαζί τους, για να δουν τους αδελφούς στα κελλιά τους.
Λέγουν στο γέροντα:
– Δείξε αγάπη και δώσε εντολή στον αδελφό να μας οδηγήσει σε όλους.
Κι ο γέροντας είπε στον αδελφό μπροστά τους:
– Πήγαινε τους σε όλους τους πατέρες.
Ιδιαιτέρως όμως του παράγγειλε:
– Πρόσεξε να μην τους πας σ’ εκείνο τον σαλό ( τρελλό, με σαλεμένο μυαλό), για να μη σκανδαλισθούν.
Καθώς πήγαιναν από κελλί σε κελλί των αδελφών, έλεγαν οι πατέρες στον οδηγό τους:
– Δείξε αγάπη, πήγαινε μας σε όλους.
κι εκείνος έλεγε:
– Καλά.
Δεν τους πήγε όμως στο κελλί του σαλού, σύμφωνα με την παραγγελία του γέροντα. Όταν επέστρεψαν στον γέροντα, τους ρώτησε:
– Είδατε τους αδελφούς;
Κι εκείνοι απάντησαν:
– Ναι ευχαριστούμε· τούτο μόνο μας κάνει λυπημένους· ότι δεν πήγαμε σε όλους.
Και λέγει ο γέροντας σ’ αυτόν που τους συνόδευε:
– Δεν σου είπα να τους πας σε όλους;
Είπε ο αδελφός:
– Έτσι έκανα πάτερ.
Πάλι λοιπόν είπαν οι πατέρες στον γέροντα φεύγοντας:
– Ευχαριστούμε πραγματικά που είδαμε τους αδελφούς, αλλά αυτό μόνο μας προκαλεί λύπη, ότι δεν τους είδαμε όλους.
Τότε λέγει ιδιαιτέρως ο αδελφός στον γέροντα:
– Στον σαλό( τρελλό) αδελφό δεν τους πήγα.
Όταν λοιπόν έφυγαν οι πατέρες, ξανασκέφθηκε μέσα του με διάκριση ο γέροντας το γεγονός ( πως τρείς ξένοι να υπενθυμίζουν στον γέροντα ότι δεν πήγαν σε όλους χωρίς να έχουν ξαναφανεί στα μέρη τους  ), πηγαίνει στον αδελφό εκείνο που προσποιούταν μωρία χωρίς να κτυπήσει την πόρτα, αλλά ανοίγοντας αθόρυβα το μάνταλο αιφνιδιάζει τον αδελφό και τον βρίσκει να ασκείται έχοντας δύο καλάθια, ένα στα δεξιά και ένα στα αριστερά. Μόλις είδε τον γέροντα, σύμφωνα με την συνήθεια του άρχισε να γελάει.
Του λέει ο γέροντας:
– Άφησε τα αυτά και πες μου ποιά είναι η άσκηση σου.
Κι αυτός πάλι γελούσε. Του λέει τότε ο αββάς Σιλουανός:
– Γνωρίζεις ότι δεν βγαίνω από το κελλί μου παρά μόνο Σάββατο και Κυριακή, αλλά τώρα ήλθα στα μέσα της εβδομάδας, γιατί με έστειλε ο Θεός σ’ εσένα.
Εκείνος φοβήθηκε, έβαλε μετάνοια στο γέροντα και του λέει:
– Συγχώρεσε με, πάτερ. Από το πρωί κάθομαι έχοντας τα πετραδάκια αυτά, μπροστά μου. Και όταν μου έλθει λογισμός αγαθός, βάζω μιά πετρούλα στο δεξιό καλάθι, εάν όμως μου έλθει λογισμός πονηρός βάζω στο αριστερό. Το βράδυ λοιπόν μετρώ τις πετρούλες. Και εάν βρεθούν περισσότερες στο δεξιό, τρώγω· εάν όμως βρεθούν περισσότερες στο αριστερό, δεν τρώγω. Και την επόμενη μέρα πάλι· εάν μου έλθει πονηρός λογισμός, λέω στον εαυτό μου· Πρόσεχε τι κάνεις, γιατί πάλι δεν θα φας.
Όταν τ’ άκουσε αυτά ο αββάς Σιλουανός θαύμασε και είπε:
– Πράγματι, οι πατέρες που με επισκέφθηκαν ήταν άγιοι άγγελοι, που ήθελαν να κάνουν γνωστή την αρετή του αδελφού· γιατί η παρουσία τους μου έδωσε πολλή χαρά και πνευματική ευφροσύνη.
ΣΙΣΟΗΣ
Ένας αδελφός αδικήθηκε από άλλο αδελφό και πήγε στον αββά Σισόη και του λέει:
– Αδικήθηκα από κάποιον αδελφό και θέλω να εκδικηθώ.
Ο γέροντας τον παρακαλούσε λέγοντας:
– Όχι, παιδί μου,  άφησε καλύτερα την εκδίκηση στο Θεό.
Αυτός όμως έλεγε:
– Δεν θα ησυχάσω ώσπου να πάρω εκδίκηση.
Τότε ο γέροντας είπε:
– Ας προσευχηθούμε αδελφέ.
Και αφού σηκώθηκε ο γέροντας είπε:
» Θεέ μου, δεν έχουμε ανάγκη να φροντίζεις εσύ για μας, γιατί εμείς την εκδίκηση μας την παίρνουμε μόνοι μας.»
Όταν άκουσε αυτά ο μοναχός έπεσε στα πόδια του γέροντα λέγοντας:
– Δεν έχω πια αντιδικία με τον αδελφό μου, συγχώρεσε με, αββά».
* * *
Έλεγε στον αββά Σισόη ο μαθητής του:
– Πάτερ, γέρασες, ας πάμε κοντά σε κατοικημένο τόπο.
Του λέγει ο γέροντας:
– Πάμε εκεί όπου δεν υπάρχει γυναίκα.
Λέγει ο μαθητής:
– Και σε ποιόν τόπο δεν υπάρχει γυναίκα εκτός από την έρημο;
Λέγει τότε ο γέροντας:
– Οδήγησε με στην έρημο.
* * *
Είπε κάποτε ο αββάς Σισόης με παρρησία:
» Θάρρος· να έχω τριάντα χρόνια που δεν παρακαλώ το Θεό για αμαρτία, αλλά αυτό προσεύχομαι· ‘ Κύριε Ιησού φύλαξε με από τη γλώσσα μου’. Και ως τώρα, κάθε μέρα πέφτω εξ’ αιτίας της και αμαρτάνω».
* * *
Ένας αδελφός είπε στον αββά Σισόη:
– Γιατί δεν φεύγουν τα πάθη από μέσα μου;
Του λέγει ο γέροντας:
– Τα σκεύη τους είναι μέσα σου. Δώσε τους την πληρωμή τους και θα φύγουν.
* * *
Έλεγε κάποτε ο αββάς Σισόης στο όρος του αββά Αντωνίου επειδή άργησε ο διακονητής του να πάει κοντά του, για δέκα μήνες περίπου δεν είδε άνθρωπο. Ενώ βάδιζε στο όρος βρίσκει ένα Φαρανίτη που κυνηγούσε άγρια ζώα και τον ρωτά ο γέροντας:
– Από που έρχεσαι και πόσο καιρό είσαι εδώ;
Κι αυτός είπε:
– Αλήθεια, αββά, έχω ένδεκα μήνες σ’ αυτό το όρος και δεν είδα άλλο άνθρωπο εκτός από σένα.
Όταν άκουσε αυτά ο γέροντας μπήκε μέσα στο κελλί του και χτυπιόταν λέγοντας:
– Να, Σισόη, νόμισες πως κάτι έκανες, αλλά ούτε αυτόν το λαϊκό δεν έφτασες.
* * *
Έγινε προσφορά στο όρος του αββά Αντωνίου και βρέθηκε εκεί ένα αγγείο με κρασί. Ένας από τους γέροντες πήρε μικρό αγγείο και ποτήρι, το πήγε στον αββά Σισόη και του έδωσε και εκείνος ήπιε. Έπειτα του έδωσε δεύτερο, και το δέχτηκε. Του έδωσε και τρίτο, αλλά δεν το πήρε λέγοντας:
– Σταμάτα αδελφέ, ή δεν ξέρεις ότι υπάρχει Σατανάς;
* * *
Πήγε κάποτε ένας Θηβαίος στον αββά Σισόη θέλοντας να γίνει μοναχός. Ο γέροντας τον ρώτησε αν έχει κανένα στον κόσμο. Αυτός είπε:
– Έχω ένα γιό.
Του λέει ο γέροντας:
– Πήγαινε ρίξε τον στο ποτάμι και έπειτα γίνεσαι μοναχός.
Όταν έφυγε αυτός για να ρίξει τον γιό του, ο γέροντας έστειλε ένα αδελφό για να τον εμποδίσει.
Του λέει ο αδελφός:
– Σταμάτα τι κάνεις εκεί;
Κι εκείνος απάντησε:
– Ο αββάς μου είπε να τον ρίξω.
Λέγει τότε ο αδελφός:
– Ναι, αλλά ύστερα είπε να μην τον ρίξεις.
Και αφού τον άφησε πήγε στο γέροντα και έγινε δόκιμος μοναχός χάρη στην υπακοή του.
* * *
Ένας αδελφός ζήτησε τη γνώμη του αββά Σισόη λέγοντας:
– Αισθάνομαι ότι η παρουσία του Θεού υπάρχει μέσα μου.
Του λέει ο γέροντας:
– Δεν είναι σπουδαίο πράγμα να είναι μέσα στους λογισμούς σου ο Θεός, σπουδαίο είναι να βλέπεις τον εαυτό σου κάτω από όλη τη δημιουργία. Γιατί αυτό και ο σωματικός κόπος οδηγούν στο να ζεις με ταπεινοφροσύνη.
* * *
Πήγαινε κάποτε ένας λαϊκός μαζί με το γιό του προς τον αββά Σισόη στο όρος του αββά Αντωνίου και συνέβη να πεθάνει ο γιός του στο δρόμο. Αυτός δεν ταράχτηκε, αλλά τον πήρε και πήγε με πίστη στο γέροντα και πρόσπεσε με τον γιό του, σαν να έκανε μετάνοια, ώστε να τον ευλογήσει ο γέροντας. Έπειτα σηκώθηκε ο πατέρας, άφησε το παιδί μπροστά στα πόδια του γέροντα και βγήκε έξω.
Ο γέροντας νομίζοντας ότι βάζει μετάνοια του λέει·
– Σήκω, βγες έξω,
γιατί δεν ήξερε ότι ήταν νεκρός. Αμέσως το παιδί σηκώθηκε και βγήκε. Όταν το είδε ο πατέρας του έμεινε εκστατικός. Μπήκε μέσα, προσκύνησε τον γέροντα και του ανακοίνωσε τι συνέβη. Όταν άκουσε ο γέροντας λυπήθηκε, γιατί δεν ήθελε να γίνει αυτό. Τότε ο μαθητής του γέροντα παρήγγειλε στον πατέρα να μην το πει σε κανένα, ως το τέλος της ζωής του γέροντα.
* * *
Τρείς γέροντες πήγαν στον αββά Σισόη, επειδή άκουσαν γι’ αυτόν. Και του λέει ο πρώτος:
– Πάτερ, πως μπορώ να σωθώ από τον πύρινο ποταμό;
Αυτός δεν απάντησε. Λέει ο δεύτερος:
– Πάτερ, πως μπορώ να σωθώ από τον βρυγμό των οδόντων και τον σκώληκα τον ακοίμητο;
Και ο τρίτος του λέει:
– Πάτερ, τι να κάνω; Γιατί η μνήμη του εξωτέρου σκότους με σκοτώνει;
Ο γέροντας απάντησε:
– Εγώ κανένα από αυτά δεν θυμάμαι, γιατί ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος και ελπίζω ότι θα μου δώσει το έλεος του.
Ακούοντας αυτά τα λόγια οι γέροντες έφυγαν λυπημένοι. Επειδή όμως ο γέροντας δεν ήθελε να τους αφήσει να φύγουν λυπημένοι, ξαναγύρισε κοντά τους και τους είπε:
– Μακάριοι είστε, αδελφοί. Σας ζήλεψα. Γιατί ο πρώτος είπε για τον πύρινο ποταμό, ο δεύτερος για τον Τάρταρο και ο τρίτος για το σκότος. Αν ο νους σας έχει τέτοια μνήμη, είναι αδύνατο να αμαρτήσετε. Τι να κάνω εγώ ο σκληρόκαρδος, που δεν συγχωρούμαι να ξέρω ότι ενώ υπάρχει κόλαση για τους ανθρώπους, παρ’  όλα αυτά κάθε μέρα αμαρτάνω;
Και αφού μετάνοιωσαν του είπαν:
– Αυτό που ακούσαμε, το διαπιστώσαμε.
* * *
Ρώτησαν κάποιοι τον αββά Σισόη:
– Αν πέσει σε αμαρτία ένας αδελφός, δεν έχει ανάγκη ενός χρόνου για να μετανοήσει;
Αυτός είπε:
– Είναι σκληρός ο λόγος.
Αυτοί του λένε:
– Αλλά έξι μήνες;
Και πάλι είπε:
– Πολύ είναι.
Και αυτοί έλεγαν:
– Μέχρι σαράντα ημέρες;
Πάλι είπε:
– Πολύ είναι.
Του λένε:
– Τι θα γίνει αν πέσει ένας αδελφός και αμέσως τύχει να γίνει τραπέζι αγάπης και αυτός παρουσιαστεί στο τραπέζι;
Τους λέει ο γέροντας:
– Όχι, γιατί έχει ανάγκη να μετανοήσει ολόψυχα ακόμη και σε τρείς μέρες τον δέχεται ο Θεός.
* * *
Ρώτησε ο αββάς Ιωσήφ τον αββά Σισόη:
– Σε πόσο χρόνο οφείλει ο άνθρωπος να κόψει τα πάθη του;
Του λέει ο γέροντας:
– Τους χρόνους θέλεις να μάθεις;
Ο αββάς Ιωσήφ λέει:
– Ναι.
Τότε του λέει ο γέροντας:
– Την ώρα που έρχεται το πάθος ξερίζωσε το αμέσως.
* * *
Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη:
– Πως άφησες τη Σκήτη όπου έμενες με τον αββά Ωρ και ήλθες να καθίσεις εδώ;
Λέει ο γέροντας:
– Επειδή άρχισε να γεμίζει η Σκήτη και άκουσα ότι κοιμήθηκε ο αββάς Αντώνιος, σηκώθηκα και ήλθα εδώ στο όρος. Και επειδή βρήκα ησυχία κάθισα λίγο καιρό.
Του λέει ο αδελφός:
– Πόσο καιρό έχεις εδώ;
Του λέει ο γέροντας:
– Είναι εβδομήντα δύο χρόνια.
* * *
Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη:
– Αν ενώ βαδίζουμε ο οδηγός μας χάσει τον δρόμο, πρέπει να του το πούμε;
Ο γέροντας λέει:
– Όχι.
Του λέει ο αδελφός:
– Αλλά θα τον αφήσουμε να μας πλανήσει;
Του λέει ο γέροντας:
– Τι λοιπόν, θα πάρεις ραβδί να τον δείρεις; Εγώ ξέρω ότι κάποιοι αδελφοί πεζοπορούσαν και ο οδηγός τους τη νύχτα πλανήθηκε. Ήταν δώδεκα και όλοι ήξεραν ότι έχασαν το δρόμο, αλλά καθένας αγωνιζόταν να μη μιλήσει. Όταν ξημέρωσε κατάλαβε ο οδηγός ότι έκαμε λάθος και τους λέει· ‘ Συγχωρέστε με ‘. Και όλοι του είπαν ‘ Κι εμείς το ξέραμε, αλλά δεν μιλήσαμε’. Κι αυτός θαύμασε και είπε· ‘ Ως τον θάνατο εγκρατεύονται οι μοναχοί να μη μιλήσουν’. Και δόξασε τον Θεό. Και το μήκος του δρόμου που πήραν κατά λάθος ήταν δώδεκα μίλια.
* * *
Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη:
– Τι να κάνω, αββά, γιατί έπεσα σε αμαρτία;
Του λέει ο γέροντας:
– Σήκω πάλι.
Λέει ο αδελφός:
– Σηκώθηκα και πάλι έπεσα.
Λέει ο γέροντας:
Σήκω πάλι και πάλι.
Και τότε είπε ο αδελφός:
– Ως πότε;
Και λέει ο γέροντας:
– Ώσπου να σε βρει ο θάνατος, είτε στο καλό είτε στη πτώση. Γιατί όπως βρεθεί ο άνθρωπος, έτσι και θα φύγει.
* * *
Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη:
– Πες μου αδελφέ ωφέλιμο λόγο.
Κι εκείνος είπε:
– Γιατί με αναγκάζεις να μιλήσω άδικα; Κάνε αυτό που βλέπεις.
* * *
Έλεγαν για τον αββά Σισόη ότι αρρώστησε και ενώ κάθονταν κοντά του γέροντες μίλησε σε κάποιους.
Του λένε:
– Τι βλέπεις, αββά;
Και τους απαντά:
– Βλέπω κάποιους που ήλθαν σε μένα και τους παρακαλώ να μ’ αφήσουν λίγο να μετανοήσω.
Του λέει ένας από τους γέροντες:
– Κι αν σ’ αφήσουν, τι μπορείς να κάνεις από δω και πέρα με τη μετάνοια;
Του λέει ο γέροντας:
– Κι αν δεν μπορώ, μπορώ όμως να στενάζω ακόμη λίγο για την ψυχή μου κι αυτό μου είναι αρκετό.
* * *
Έλεγε ο αββάς Σισόης:
– Όταν ήμουν στη Σκήτη με τον Μακάριο πήγαμε να θερίσουμε μαζί του επτά μοναχοί. Και να πίσω μας μια χήρα σταχομαζώχτρα, που έκλαιγε ασταμάτητα.
Φώναξε ο γέροντας τον ιδιοκτήτη του χωραφιού και τον ρώτησε:
– Τι έχει αυτή η γριά και κλαίει συνεχώς;
Αυτός απαντά:
– Ο άνδρας της φύλαγε κάτι πολύτιμο που του εμπιστεύθηκαν σαν παρακαταθήκη, αλλά πέθανε ξαφνικά και δεν είπε που το έκρυψε και ο ιδιοκτήτης της παρακαταθήκης θέλει να πάρει δούλους αυτήν και τα παιδιά της.
Του λέει ο γέροντας:
– Πες της να ‘ρθεί σε μας εκεί που αναπαυόμαστε από τη ζέστη.
Όταν ήλθε η γυναίκα της λέει ο γέροντας:
– Γιατί κλαις συνέχεια;
Κι αυτή είπε:
– Ο άνδρας μου πέθανε ενώ είχε την παρακαταθήκη κάποιου και πεθαίνοντας δεν είπε που την έβαλε.
Της είπε ο γέροντας:
– Έλα δείξε μου που τον έθαψες.
Τότε πήρε τους αδελφούς του και βγήκε μαζί της. Όταν έφτασε στον τόπο του μνήματος της λέει:
– Πήγαινε σπίτι σου.
Τότε προσευχήθηκαν αυτοί και ο γέροντας φώναξε στο νεκρό:
– Ε, συ, που έβαλες τη ξένη παρακαταθήκη;
Αυτός απάντησε:
– Είναι κρυμμένη στο σπίτι μου κάτω από το πόδι του κρεβατιού.
Του λέει τότε ο γέροντας:
Κοιμήσου πάλι ως την ημέρα της αναστάσεως.
Όταν είδαν αυτά οι αδελφοί έπεσαν από φόβο στα πόδια του.
Και τους είπε ο γέροντας:
– Αυτό δεν έγινε για μένα, γιατί δεν έχω τίποτε, αλλά ο Θεός το έκανε για τη χήρα και τα ορφανά. Αυτό είναι το σπουδαίο· επειδή ο Θεός θέλει τη ψυχή αναμάρτητη και ότι ζητήσει το παίρνει.
Και πήγε και ανήγγειλε στη χήρα που βρίσκεται η παρακαταθήκη. Αυτή την πήρε και την έδωσε στον ιδιοκτήτη της και ελευθέρωσε τα παιδιά της. Και όλοι όσοι το άκουσαν, δόξασαν τον Θεό.
* * *
Έλεγαν ότι:
» Όταν επρόκειτο να πεθάνει ο αββάς Σισόης, ενώ όλοι οι πατέρες κάθονταν κοντά του, το πρόσωπο του έλαμψε σαν ήλιος και τους λέει·
– Να ήλθε η χορειά των Προφητών.
Και πάλι το πρόσωπο του έλαμψε ακόμη πιο πολύ και είπε:
– Να ήλθε η χορειά των Αποστόλων.
Και πάλι έλαμψε διπλά το πρόσωπο του και ήταν σαν να μιλούσε με κάποιους. Τον ρώτησαν οι γέροντες:
– Με ποιόν μιλάς πάτερ;
Και αυτός είπε:
– Να, οι άγγελοι ήλθαν να με πάρουν και τους παρακαλώ να μ’ αφήσουν να μετανοήσω ακόμη περισσότερο.
Του λένε οι γέροντες:
– Δεν έχεις ανάγκη να μετανοήσεις, πάτερ.
Και ο γέροντας είπε:
– Πραγματικά δεν ξέρω αν έχω αρχίσει να μετανοώ.
Και όλοι έμαθαν ότι έφτασε στην τελειότητα. Και πάλι ξαφνικά έγινε το πρόσωπο του σαν ήλιος και φοβήθηκαν όλοι. Και τους λέει ο γέροντας:
– Βλέπετε, ο Κύριος ήλθε και λέει· Φέρτε μου το σκεύος της ερήμου.
Και αμέσως παρέδωσε το πνεύμα. Και έγινε σαν αστραπή και γέμισε το κελλί από ευωδία.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ
Ήταν στα τελευταία του ο αββάς Στέφανος ο Βυζάντιος. που είχε χρηματίσει αρχειοφύλακας του στρατηγού Μαυριανού. Καθισμένοι πλάϊ του τον περιμέναμε πιά εγώ κι ο αββάς Θεοδόσιος, ο αφρικανός, επίσκοπος Βαβυλώνος. Τον διαβάζαμε τον 118ον ψαλμό, τον «άμωμο», όπως συνηθίζεται για τους ψυχορραγούντες, όταν ξαφνικά στρέφει εκείνος το βλέμμα του έντονα σε κάποιον που εμφανίστηκε μπροστά του και του λέγει με βαριά φωνή:
– Τι ήρθες εδώ; Γκρεμίσου στο σκότος το εξώτερο, Δεν έχεις δουλειά μαζί μου. Μερίς μου ο Κύριος.
Μόλις λοιπόν φτάσαμε να πούμε διαβάζοντας τον στίχο τούτον » Μερίς μου ει Κύριε», ο αββάς Στέφανος παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. Ψάξαμε για κανένα ρούχο να τον αλλάξουμε για την ταφή, μα δεν βρήκαμε. Και τι πλούτη και τι δόξες είχε κάποτε…
Πηγή : Το γεροντικό του Σινά, Δημήτριου Γ. Τσάμη. Θεσσαλονίκη 1988.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου