Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

I. Περί γνώσεως του Θεού

ΠΕΡΙ ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΩΣ
I. Περί γνώσεως
2.   Γνώση του Θεού
 
 
Έκανα όλη αυτή την περιγραφή, για να σας θέσω αμέσως προ του εξής ερωτήματος:
Εάν όλα αυτά που είπα και που είναι απαραίτητα για τη γνώση ενός αντικειμένου θελήσετε να τα εφαρμόσετε στη γνώση του Θεού, τι ανακύπτει αμέσως;
-Μια παντελής αδυναμία να τα εφαρμόσετε. Και τούτο για τους εξής λόγους:
Α. Διότι πρώτα, κάνουμε τον αποκλεισμό ότι το α δεν είναι β. Αυτό σημαίνει ότι για να γνωρίσω το α, αυτό προϋποθέτει ότι υπάρχει κάτι άλλο δίπλα, το οποίο αποκλείω. Επομένως, θα πρέπει να εννοήσουμε ότι με τον Θεό κάτι συνυπάρχει πάντοτε.  Έστω και αν αυτό το κάτι είναι το τίποτα. Προσέξτε! Εδώ έχουμε δύσκολες έννοιες. Όπως η δημιουργία εκ του μηδενός. Είναι ένα τεράστιο πρόβλημα. Όταν λέμε ότι ο Θεός δημιουργεί από το μηδέν, τι είναι αυτό το μηδέν αφού δεν είναι ο Εαυτός Του; Αυτό το μηδέν για πολλούς (για το Θωμά τον Ακινάτο και τον Karl Barth μετά), είναι κάτι που ο Θεός αποκρούει. Άρα σαν να υπάρχει το μηδέν και ο Θεός λέει: «όχι, δεν θα ενεργήσει το μηδέν. Γενηθήτω ο κόσμος!» Το μηδέν απορρίπτεται. Κάτι λοιπόν αποκρούεις, κατά κάποιο τρόπο, για να ταυτίσεις τον Θεό. Εάν εφαρμόσεις τη μέθοδο αυτή στο Θεό, πρέπει να υποθέσεις πως ο Θεός είναι αυτό που δεν είναι Θεός. Τι είναι αυτό που δεν είναι Θεός; Είναι αδύνατο τον Θεό να τον συγκρίνεις με άλλα πράγματα, διότι χάνεις την έννοια του Θεού. Ο Θεός για να είναι Θεός, είναι τόσο μοναδικός, ώστε δεν συνυπάρχει με τίποτ’ άλλο. Επομένως, δεν μπορώ να τον γνωρίσω αποκλείοντας κάτι άλλο.
Β. Το δεύτερο στοιχείο που είπαμε, η περιγραφή, που προϋποθέτει το χώρο και το χρόνο (δεν μπορώ να ταυτίσω κάτι χωρίς περιγραφή του μέσα στο χώρο και το χρόνο), πάλι δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στο Θεό. Δεν μπορούμε να περιγράψουμε το Θεό, διότι τον Θεό για να τον περιγράψουμε πρέπει να εισαγάγουμε στην Ύπαρξή Του τον χώρο και τον χρόνο. Εάν όμως βάλεις το χώρο και το χρόνο, τότε γίνεται και ο Θεός ένα δημιούργημα με αρχή. Διότι και ο χρόνος και ο χώρος προϋποθέτουν κάποια αρχή. Εξ ού και η απόσταση μεταξύ των αντικειμένων, αυτό το κενό. Δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός περιγράφεται. Και οι Πατέρες τον ονομάζουν «Απερίγραπτο». Δεν μπορείς να περιγράψεις το Θεό. Απερίγραπτος σημαίνει ότι, όχι απλώς δεν μπορείς να πεις κάτι για το Θεό, αλλά δεν μπορείς να θέσεις όρια (περι-γράφω). Δεν μπορείς να πεις κάτι για το Θεό, όπως λες για το τραπέζι, ότι έχει αυτό το περίγραμμα. Επομένως, δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε και αυτή τη μέθοδο της γνώσεως. Και εδώ έχουμε ένα πάρα πολύ λεπτό θέμα. Διότι συνηθίζουμε, κυρίως από τη Σχολαστική Θεολογία και μετά, να λέμε ότι γνωρίζουμε τον Θεό μέσω των ιδιοτήτων Του. Π.χ. σε όλες τις δογματικές, έχουμε ολόκληρη ανάλυση των ιδιοτήτων Του. Ο Θεός είναι Αγαθός, Παντοδύναμος, Δυνατός κλπ. Εδώ υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος, και τον επεσήμανα όταν είπα ότι για να γνωρίσω βάσει των ιδιοτήτων του ένα αντικείμενο, πρέπει οπωσδήποτε τις ιδιότητες αυτές να τις αντλήσω από την εμπειρία άλλων αντικειμένων. Δεν μπορώ να τις βρω μόνο στο αντικείμενό μου. Π.χ. όταν λέω ότι το τραπέζι αυτό είναι δυνατό, αυτή την ιδιότητα του δυνατού εάν την έχει μόνο το τραπέζι αυτό, δεν μπορώ να την επισημάνω. Λέω πολλές φορές στους φοιτητές το παράδειγμα ενός ρολογιού. Πάρτε ένα ρολόι, και δείξτε το σε έναν ιθαγενή, έναν πρωτόγονο άνθρωπο που δεν έχει δει ρολόι, και καλέστε τον να το ταυτίσει μόλις το δει να κινείται. Θα το πετάξει και θα πει ότι είναι κάποιο ζώο. Κάτι θα του θυμίζει: «ένα ζώο». Δεν μπορεί να το γνωρίσει ως ρολόι, διότι δεν έχει ξαναδεί ρολόι. Αυτός έχει δει ζώα που κάνουν αυτές τις κινήσεις. Επομένως, η γνωστική του μέθοδος η βασική, θα είναι να χρησιμοποιήσει τα ήδη γνωστά για να γνωρίσει τα καινούργια. Χρησιμοποιούμε κάτι ήδη γνωστό για να γνωρίσουμε τα καινούργια. Που σημαίνει, ότι η γνώση έχει να κάνει πάντα με μια εμπειρία. Δηλαδή γίνεται μια ταξινόμηση των αντικειμένων με βάση την υπάρχουσα εμπειρία.
Γνωρίζω, ας πούμε, ότι το ρολόι είναι αυτό το πράγμα που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Τότε το γνωρίζω ως ρολόι. Αν δεν το γνωρίζω, αν δεν έχω δει ποτέ ρολόι, τότε δεν μπορώ να πω τι είναι ρολόι. Και καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι όλες οι ιδιότητες που δίνω σ’ ένα αντικείμενο κατά την πορεία της γνώσεως, είναι παρμένες από ιδιότητες που αφορούν και άλλα αντικείμενα και δεν είναι ποτέ μοναδικές αυτού του αντικειμένου.
(Φαντασθείτε κάποιον τόσο μοναδικό από πλευράς σωματικής ανατομίας, ώστε να μην μπορεί κανείς να τον γνωρίσει σχετίζοντάς τον με την εμπειρία άλλων ανθρώπων. Είναι  αδύνατο να τον εξετάσει γιατρός. Για να γνωρίσει την αρρώστια του πρέπει να οπωσδήποτε να μοιάζει με τους άλλους ανθρώπους. Δεν μπορεί ο γιατρός να γνωρίζει τίποτε, το οποίο είναι μοναδικό. Όλη η γνώση μας βασίζεται ακριβώς στην υπόθεση ότι τα αντικείμενα της γνώσεώς μας, μοιάζουν μεταξύ των, έχουν κοινά χαρακτηριστικά).
Αν λοιπόν αυτό είναι αλήθεια, τότε για τον Θεό τι κάνουμε; Από πού αντλούμε τις ιδιότητες του Θεού; Για να πω, ας πούμε ότι ο Θεός είναι: «αγαθός». Από πού παίρνω την ιδιότητα του αγαθού; Ασφαλώς από την εμπειρία. Ξέρω ότι ο τάδε είναι αγαθός άνθρωπος. Ξέρω τη δύναμη του Θεού. Την αντλώ από την εμπειρία που έχω δυνατών ανθρώπων. Έτσι φθάνω  κατόπιν προβολής αυτής της εμπειρίας στον Θεό. Ο Θεός είναι δημιούργημα της δικής σου φαντασίας, της δικής σου εμπειρίας. Δεν είναι μοναδικά αυτά στο Θεό; Τα έχουν και άλλοι. Γι’ αυτό πολλοί αντικαθιστούν το Θεό με αυτά τα αντικείμενα. Γιατί να φοβηθώ το Θεό και να μη φοβηθώ τον κεραυνό; Και οι δύο είναι δυνατοί.  Οι ιδιότητες και οι πιο θετικές ακόμη, όπως «αγαθός», είναι ιδιότητες που δανειζόμαστε από τη γνώση και την εμπειρία αντικειμένων, που δεν είναι ο Θεός.
Αναφέρω χαρακτηριστικά την έννοια του Θεού ως Πατέρα, που είναι από τις πιο δύσκολες έννοιες και διότι εκεί εισχωρεί ανθρωπομορφισμός πολύς. Μαθαίνουμε τα παιδιά από μικρά να αποκαλούν το Θεό «Πατέρα», με ποια έννοια; Με βάση την εμπειρία που έχουν τα παιδιά απ’ τον πατέρα τους στο σπίτι. Του αποδίδουν ιδιότητες, π.χ. να είναι πιο δυνατός από εκείνα, να κάνει πράγματα που αυτά δεν μπορούν να κάνουν, να τα προστατεύει. Και με όλα αυτά συλλήβδην το παιδί φτιάχνει μια ιδέα περί Θεού, όπως του τη δίνουμε εμείς. Την παίρνει και τι συμβαίνει; Όταν έλθει η ώρα της εφηβείας, και η ελευθερία αρχίζει να διαμορφώνεται και το παιδί θέλει να απαλλαγεί από την κηδεμονία του πατέρα του σπιτιού, έρχεται η κρίση τότε της πίστεως στο Θεό. Διότι όλο αυτό το πατρονάρισμα που θέλει να αποσείσει ο νέος είναι μπλεγμένο μέσα στη συνείδησή του με το Θεό, και η επανάσταση, η αντίδραση απέναντι της αυθεντίας γενικά, τον οδηγεί σε επανάσταση απέναντι του Θεού. Και η κρίση τής αθεϊας ακριβώς σ’ αυτές τις στιγμές εμφανίζεται είτε το δει κανείς σε προσωπικό επίπεδο, είτε σε επίπεδο ιστορίας τού πολιτισμού. Σε πολιτιστικές περιόδους, που ακριβώς έχουν την ίδια έμφαση στην ελευθερία εναντίον της αυθεντίας, τότε πέφτει και η ιδέα του Θεού. Γιατί; Διότι τον Θεό τον γνωρίσαμε, τον ταυτίσαμε με βάση εμπειρίες και ιδιότητες, τις οποίες πήραμε από την οικογένεια. Είναι λοιπόν αδύνατο εάν διατηρήσεις σωστά την ιδέα του Θεού και θέλεις να ταυτίσεις το Θεό – γιατί περί αυτού πρόκειται, - να αποφύγεις όλους αυτούς τους κινδύνους και να μην αποδόσεις στο Θεό ιδιότητες που να έχουν και άλλα αντικείμενα.
Και γι’ αυτό όλη αυτή η πορεία, την οποία σας περιέγραψα, που φθάνει μέχρι της χρησιμοποιήσεως των εγνωσμένων αντικειμένων, εφαρμόζεται και στο Θεό με άσχημες επιπτώσεις. Η γνώση του Θεού συγχέεται πάρα πολλές φορές με τα αποτελέσματα τα οποία μας προσφέρει. Ξέρετε πόσοι άνθρωποι χάνουν την πίστη στο Θεό, γιατί δεν απαντά στις προσευχές τους; Όπως απορρίπτω αυτό το τραπέζι αν δεν μου χρησιμεύει, το αγνοώ εντελώς, έτσι και το Θεό αν είναι ένα άχρηστο αντικείμενο, Τον αγνοώ. Και η λέξη: «αγνοώ» δεν σημαίνει απλώς ότι δεν υπάρχει, αλλά ότι δεν υπάρχει για μένα, δεν τον  γνωρίζω, τον αγνοώ. Υπάρχει και συνειδητή άγνοια, ηθελημένη. Καταλαβαίνετε τι κινδύνους περιέχει η γνώση του Θεού, η γνωσιολογία, η οποία βασίζεται στις ιδιότητες του Θεού. Μπορεί να οδηγήσουν και στην τέλεια αθεϊα, διότι ο Θεός εξ ορισμού δεν μπορεί να μπει στα καλούπια αυτά, ούτε μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμεταλλεύσεως. Διότι τότε μπορεί ανά πάσα στιγμή, όπως πατάω ένα κουμπί και δουλεύει ένα μηχάνημα, έτσι να πατάω το κουμπί της προσευχής και να περιμένω να έλθει η απάντηση. Αυτό είναι αντικειμενοποίηση του Θεού, και το χειρότερο είναι υποβιβασμός του Θεού στην κατάσταση του πράγματος.
Λοιπόν δεν μπορούμε να μιλάμε για ιδιότητες του Θεού και βάσει των ιδιοτήτων να γνωρίζουμε το Θεό. Διότι αυτό είναι επικίνδυνο. Φυσικά δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και κατηγορήματα που περιλαμβάνουν τόπο και χρόνο. Διότι είπαμε ότι ο χώρος και ο χρόνος εμφανίζονται με τη Δημιουργία και δεν είναι επομένως εφαρμόσιμα στο Θεό. Και γεννάται το ερώτημα:  «Πώς μπορώ τότε να ταυτίσω τον Θεό;» Υπάρχει κάτι μέσα στην εμπειρία που να μου δείχνει το δρόμο της ταυτίσεως; Είναι δυνατόν να ταυτίσω κάτι, χωρίς να κάνω όλη αυτή τη διαδικασία που περιλαμβάνει την αντικειμενοποίηση, τον αποκλεισμό, τις ιδιότητες και τη χρήση; Μπορώ να ταυτίσω κάτι χωρίς να κάνω όλα αυτά; Εάν μπορώ, τότε υπάρχει μια δυνατότητα να μπορέσω να ταυτίσω και τον Θεό. Εάν δεν μπορώ, τότε ένα από τα δύο συμβαίνει: Ή ότι δεν μπορώ να ταυτίσω τον Θεό καθόλου, και επομένως δεν μπορώ να πω ότι γνωρίζω τον Θεό, ή παραιτούμαι της εκφράσεως αυτού του γεγονότος μέσω της εμπειρίας: «Γνωρίζω μεν τον Θεόν, αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω, δεν μπορώ να δώσω νόημα. Επομένως δεν μπορώ να κάνω γνωσιολογία, δεν μπορώ να κάνω λόγο περί Θεού.
Αυτές οι δύο μορφές απαντήσεως σ’ αυτό το ερώτημα έχουν λεχθεί και επαναληφθεί και ακούγονται στην εποχή μας. Η μία παίρνει το όνομα του αποφατισμού, που σημαίνει ότι για το Θεό δεν μπορείς να πεις τίποτα, σιγή απόλυτη. Γνώση μεν, αλλά χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος περί γνώσεως. Η άλλη είναι μια μορφή μυστικισμού που επιτρέπει να γίνεται λόγος περί γνώσεως του Θεού, υπό την προϋπόθεση ότι μιλάμε για συναισθήματα και βιώματα τα οποία, στην ακραία μορφή του μυστικισμού, εξαφανίζουν τη διάκριση μεταξύ αυτού που γνωρίζει και αυτού που γνωρίζεται. Γι’ αυτό στη θρησκεία εφαρμόστηκαν αυτές οι δύο Γνωσιολογίες σε μεγάλο βαθμό, και δημιούργησαν και κάποια σύγχυση και σε μας τους Ορθοδόξους. Διότι και ο Αποφατισμός αναπτύχθηκε στους Έλληνες πατέρες κατά κάποιον τρόπο, και επίσης υπάρχει και κάποιος μυστικισμός.
Ο συνδυασμός αυτός του μυστικισμού και του αποφατισμού έγινε αντικείμενο ιδιαίτερης αναπτύξεως και ιδίως στις μέρες μας από ένα διαπρεπή Ρώσο θεολόγο, τον Bladimir Lossky, ο οποίος έγραψε το έργο αυτό για τη «Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας», το οποίο δημιούργησε σύγχυση. Και δημιουργείται πραγματικά το πρόβλημα: Εάν αυτός είναι ο τρόπος, αυτή είναι η γνωσιολογία, μέσω ενός αποφατισμού που μας λέει ότι τον Θεό δεν τον γνωρίζω καθόλου, το ερώτημα τελικά παραμένει: Τι μπορώ να πω καταφατικά για τον Θεό, και πώς μπορώ να κάνω μια καταφατική Γνωσιολογία και όχι απλώς αποφατική; Είναι εύκολο να πω ότι δεν μπορώ να πω τίποτε για το Θεό. Είναι εύκολο να πω τι δεν είναι ο Θεός. Αλλά όταν φθάσουμε στο σημείο τι μπορώ να πω για το Θεό θετικά, το πρόβλημα είναι να μην πέσω στην παγίδα και πω πράγματα, τα οποία δανείζομαι από την εμπειρία άλλων πραγμάτων, διότι αυτά τα άλλα πράγματα, δεν μπορούν να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο με το Θεό. Γίνονται μετά ανθρωπομορφικές προβολές. Επομένως πρέπει να μπορώ να πω κάτι για το Θεό, το οποίο όμως να μην προέρχεται από τη μέθοδο που χρησιμοποιώ για να γνωρίσω τα πράγματα.
Ο αποφατισμός ξεκίνησε στην ιστορία ως πρόβλημα αντιπαραβολής του Θεού με τον κόσμο. Για να γνωρίσεις το Θεό, πρέπει να περάσεις πέρα από τον κόσμο. Να αφήσεις πίσω σου τον κόσμο. Μια μέθοδος που τη βλέπουμε και στο Νεοπλατωνισμό, την αρχή: «επέκεινα της ουσίας». Αυτό πήρε στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη την μορφή της χρησιμοποιήσεως εκφράσεων με το συνθετικό «υπέρ». Ό,τι δηλαδή λέμε καταφατικά για τον κόσμο, το λέμε με το υπέρ, για το Θεό. Λέμε ο Θεός είναι αγαθός. Επειδή αυτό το παίρνουμε από την εμπειρία των ανθρώπων, μπορεί να γίνει ένας ανθρωπομορφισμός. Για να αποφύγουμε τον ανθρωπομορφισμό, λέμε ότι ο Θεός είναι υπεράγαθος. Το υπεράγαθος δεν σημαίνει στην περίπτωση αυτή ότι ο Θεός είναι πάρα πολύ αγαθός, δηλ. επίφαση του «αγαθός». Αλλά πρόκειται για ένα ξεπέρασμα. Το ίδιο όταν πούμε ότι ο Θεός είναι όχι ουσία αλλά υπερ – ούσιος, υπέρ την ουσία.
Γι’ αυτό αυτή η γλώσσα της Αποφατικής Θεολογίας, που ξεκινάει από τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, λέει το Θεό και υπέρ – θεο. Δηλαδή θέλει να πει ότι όλα αυτά τα κατηγορήματα που χρησιμοποιούμε από την εμπειρία του κόσμου εμπεριέχουν τον κίνδυνο του ανθρωπομορφισμού. Γι’ αυτό πάμε πιο πέρα και το πιο πέρα δηλώνει αυτό το «υπέρ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου